Πριν από λίγες μέρες είχαμε μία διπλή επέτειο. 20 Ιουλίου, 85 χρόνια από τη γέννηση της Αλίκης Βουγιουκλάκη. 23 Ιουλίου, 23 από τον θάνατό της. Αντε, ο αστικός μύθος να αφαιρέσει κάνα δυο χρονάκια από τη χρονολογία γέννησης. Εχει σημασία; Ετσι κι αλλιώς η Αλίκη, σε όλη της τη ζωή, μία ηλικία έζησε. Της πρώτης νιότης. Οχι της δικής της, της δικής μας. Ολων μας. Των συνομηλίκων της, της δικής μου γενιάς, των σημερινών 30άρηδων αλλά και των σημερινών οκτάχρονων. Παγκόσμιο ρεκόρ διαχρονικότητας.

Ηταν, απλώς, η Βουγιουκλάκη η μεγαλύτερη εθνική σταρ της βιοτεχνικής μας σόου μπιζ; Οχι βέβαια. Η Αλίκη υπήρξε το ιδεατό πρόσωπο της μεταπολεμικής Ελλάδας, κάτι σαν μια αυθαίρετη δική μας Μαριάν. Θηλυκό για να είναι πιο φιλικό. Που δεν άντεχε παρά να ήταν χαμογελαστό και ανέμελο διότι είχε χαρακωθεί βαθιά στο πρόσφατο παρελθόν.

Που έπρεπε να δείχνει αθώο. Χαριτωμένη και καπάτσα είτε σαν κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο είτε σαν προλετάρια Μοντέρνα Σταχτοπούτα ή περιθωριοποιημένη Μανταλένα, έκλεινε το μάτι σε μια χώρα που η μόνη της διέξοδος στο μέλλον ήταν το «να τα καταφέρει». Επιστρατεύοντας ένστικτο, σκέρτσο, κόλπο, πονηριά. Αλλά διασώζοντας, πάντα, μέσα από όλα αυτά την αθωότητά της. Το σύμβολο ήταν τόσο δυνατό που, με τα χρόνια, ξεπέρασε τον ίδιο τον συμβολισμό του. Και έμεινε για τις επόμενες γενιές ως το ενσταντανέ της απόλυτης αθωότητας.

Ακούγεται εξοντωτικά κοινότοπο αλλά την Αλίκη, αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε να την είχαμε εφεύρει. Αλλωστε η ίδια, από ένα σημείο και μετά, είχε εφεύρει τον εαυτό της. Το διαπίστωσα αφού το δεκάχρονο κοριτσάκι – εγώ δηλαδή – που, σε κάποια δημόσια εμφάνισή της, είχε τρυπώσει από πίσω της για να χαϊδέψει τα μαλλιά της, μεγαλώνοντας μπήκε στο σπίτι της ως η «νεαρή φίλη» και συνεργάτης. …Ηταν στα μέσα της δεκαετίας του ’80, η Αλίκη ζούσε ακόμη τον έρωτά της με τον Βλάση Μπονάτσο.

Μαζί την περιμέναμε ένα βράδυ στο σαλόνι της να ετοιμαστεί για να πάμε στα εγκαίνια κάποιου κλαμπ στην παραλιακή. Εμφανίστηκε με ένα συντηρητικό, στα όρια του μίζερου, φουστανάκι που παρέπεμπε σε συνοικιακό αρραβώνα. Ο Βλάσης, με το γνωστό του στυλ, άρχισε τα ψιλοκοροϊδευτικά σχόλια περί «κυριούλας». Εκείνη όμως ήταν πολύ σκληρή για να τσιμπήσει.

«Μια χαρά» του απάντησε «ξέρω και τα μοντέρνα και τα ακριβά και τα στιλάτα. Εκεί που θα πάμε όμως θα έχει φωτογράφους. Και όταν δημοσιευθούν οι φωτογραφίες θέλω να μπορούν γυναίκες από τη Ροδόπη μέχρι την Κρήτη να πάνε με το περιοδικό στη μοδίστρα τους και να της πουν: «Να, το φόρεμα της Βουγιουκλάκη θέλω να ξεπατικώσεις»».

Και μετά, γύρισε και μου είπε συνωμοτικά: «Κι εσύ μικρή, αφού αποφάσισες να γίνεις δημοσιογράφος, να ξέρεις ότι αυτά που γράφεις δεν χρειάζεται να αρέσουν σε 100 άτομα της γειτονιάς σου. Φτάνει να αρέσουν σε δέκα διαφορετικούς ανθρώπους σε δέκα διαφορετικά σημεία της Ελλάδας». …Δεν ξέρω αν, τελικά, ακολούθησα τη συμβουλή της.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο