Οι δηλώσεις του διοικητή της ΤτΕ Γιάννη Στουρνάρα ότι η Ελλάδα μπορεί αυτή τη φορά να διεκδικήσει να επωφεληθεί ενός νέου προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, πέραν της ενίσχυσης που θα έχει όλη η ευρωζώνη από την διαφαινόμενη νέα μείωση των επιτοκίων, ήρθαν να υπενθυμίσουν τη σημασία που έχει το συνολικότερο νομισματικό πλαίσιο σε μια συγκυρία που η παγκόσμια η οικονομία βρίσκεται σε επιβράδυνση.

Όπως είπε χαρακτηριστικά ο έλληνας κεντρικός τραπεζίτης στo liberal.gr: «Τόσο  από τις δηλώσεις του Μάριο Ντράγκι στο Βίλνιους όσο και  -κυρίως- από την ομιλία του στη Σίντρα, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η ποσοτική χαλάρωση θα συνεχιστεί και τα επιτόκια θα παραμείνουν πολύ χαμηλά για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Επιπλέον δεν μπορεί να αποκλειστεί ακόμα μεγαλύτερη ποσοτική χαλάρωση και ακόμα χαμηλότερα επιτόκια σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα αυτών των δυο παραμέτρων νομισματικής πολιτικής.

Αυτό σημαίνει ότι, εφόσον η Ελλάδα ακολουθήσει τη σωστή οικονομική πολιτική χωρίς αμφιταλαντεύσεις, μπορεί να αναβαθμιστούν τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου σε επενδυτική βαθμίδα σε σύντομο χρονικό διάστημα  και να είναι έτσι δυνατή η αγορά τους από το Ευρωσύστημα, μειώνοντας δραστικά τις αποδόσεις τους , συμβάλλοντας έτσι στην βελτίωση των δημοσιονομικών προοπτικών.»

Η ΕΚΤ αντιμέτωπη με το φάσμα του αποπληθωρισμού

Κι αυτό γιατί αυτή τη στιγμή ένας από τους βασικότερους ανησυχητικούς παράγοντες για την ευρωπαϊκή οικονομία είναι αυτός του αποπληθωρισμού, που είναι ένας χαρακτηριστικός δείκτης οικονομικής στασιμότητας και ενδεχόμενης ύφεσης. Γι’ αυτό το λόγο και η ΕΚΤ έχει ως στόχο ο πληθωρισμός να κινείται κοντά στο 2%.

Για να το πετύχει αυτό έχει δύο βασικά εργαλεία. Από τη μια, τα βασικά επιτόκια που αυτή τη στιγμή είναι οριακά χαμηλά. Για παράδειγμα, το βασικό επιτόκιο αναχρηματοδότησης είναι μηδενικό, το επιτόκιο για διευκόλυνση οριακής χρηματοδότησης είναι μόλις στο 0,25% και το επιτόκιο διευκόλυνσης καταθέσεων είναι αρνητικό -0.40% (αυτό σημαίνει ο καταθέτης πληρώνει για την κατάθεση). Εάν συνυπολογίσουμε και τον πληθωρισμό (1,8% στην Ευρωζώνη το 2018) ούτως ή άλλως μιλάμε για αρνητικά επιτόκια.  Χαμηλά επιτόκια σημαίνουν φθηνότερη πρόσβαση σε ρευστότητα και δανεισμό και ώθηση και κίνητρα ώστε η ρευστότητα να επενδύεται.

Από την άλλη, υπάρχει το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Εδώ είχαμε να κάνουμε με μαζικά προγράμματα αγοράς ομολόγων που κατέχουν οι τράπεζες κάτι που με τη σειρά του επίσης επιτρέπει την παροχή επιπλέον ρευστότητας.

 

Η σημασία της ποσοτικής χαλάρωσης

Ο Μάριο Ντράγκι κατεξοχήν συνέδεσε την καριέρα του στην κορυφής της ΕΚΤ με αυτές τις επιλογές. Άλλωστε, χάρη σε αυτόν η ΕΚΤ επέλεξε μια τέτοια πολιτική, που πρώτη την είχε εφαρμόσει η FED από την αρχή του ξεσπάσματος της κρίσης και που απηχούσε τα διδάγματα από την κρίση της δεκαετίας του 1930. Η απόκλιση από την παραδοσιακή «γερμανικής έμπνευσης» επιμονή της ΕΚΤ μόνο στην αντιπληθωριστική πολιτική ήταν μία από τις βασικές παραμέτρους χάρη στις οποίες μπόρεσε να υπάρξει έστω μια ήπια ανάπτυξη στην ευρωζώνη τα περασμένα χρόνια.

Η Ελλάδα από όλα αυτά λίγο μπορούσε να ωφεληθεί μια που ήταν εγκλωβισμένη στα μνημόνια και άρα ούτε επηρεαζόταν ιδιαίτερα από τα χαμηλά επιτόκια και το κυριότερο δεν μπορούσε να επωφεληθεί από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, που ολοκληρώθηκε χωρίς ποτέ η Ελλάδα να συμμετάσχει.

Τώρα με την Ευρωπαϊκή Οικονομία σε επιβράδυνση (η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δίνει πρόβλεψη για το 2019 1,4 για την ΕΕ27, 1,2 για την Ευρωζώνη και μόλις 0,5) και τις σχετικά πιο αισιόδοξες προβλέψεις για το 2020 να μην μπορούν εύκολα να τεκμηριωθούν, η ΕΚΤ καλείται για άλλη μια φορά να ξεδιπλώσει αντίμετρα.

Αυτό ακριβώς αποτύπωσε και η ομιλία του Μάριο Ντράγκι στη Σίντρα της Πορτογαλίας, «Εάν ο πληθωρισμός δεν τσιμπήσει κι αν παραμείνει στάσιμη η οικονομία, θα πρέπει να δώσουμε εμείς μια ώθηση», τόνισε.

 

Η αντίδραση Τραμπ

Από την άλλη μεριά, ο πρόεδρος Τραμπ βρήκε την ευκαιρία να επιτεθεί στον Μάριο Ντράγκι. «Ο Μάριο Ντράγκι μόλις ανακοίνωσε ότι θα δώσει νέα ώθηση έτσι ώστε να μειωθεί η τιμή το ευρώ σε σχέση με το δολάριο» έγραψε ο αμερικανός πρόεδρος στο twitter. «Αυτό είναι άδικο και θα είναι πολύ εύκολο για την Ευρώπη να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ». Η δήλωση είχε ενδιαφέρον γιατί έδειξε ότι ο πρόεδρος Τραμπ δεν περιορίζεται πλέον στον εμπορικό πόλεμο αλλά είναι διατεθειμένος να δοκιμάσει ακόμη και τον νομισματικό πόλεμο. Δείχνει αυτό ότι η επόμενη φάση της ποσοτικής χαλάρωσης θα πρέπει να λάβει υπόψη της και ευρύτερες παραμέτρους που αφορούν τους ανταγωνισμούς και τις συγκρούσεις στο διεθνές σύστημα.

 

Τα ανοιχτά ερωτήματα

Βέβαια, το πώς τελικά θα γίνει ακριβώς τόσο η μείωση των επιτοκίων εάν αποφασιστεί δεν είναι δεδομένο, ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι είναι μια μεταβατική περίοδος, με τους ηγέτες της ευρωζώνης να αναζητούν το διάδοχο του Μάριο Ντράγκι.

Ας μην ξεχνάμε ότι σε επίπεδο νοοτροπιών και οικονομικών ιδεολογικών υπάρχουν ακόμη χώρες, όπως η Γερμανία, που εξακολουθούν ακόμη να θεωρούν ότι σε τέτοιες πρακτικές ελλοχεύει ένας ορισμένος «ηθικός κίνδυνος».

Κομβική πλευρά σε όλα αυτά και η ίδια η αξιοπιστία της ΕΚΤ, δηλαδή το κατά πόσο όντως θα μπορέσει να περάσει από τις εξαγγελίες στις αποφάσεις όπως και το κατά πόσο θα μπορέσει πραγματικά και να πετύχει επιθυμητούς στόχους πληθωρισμού αλλά και στη συνέχεια να τους διατηρήσει.

Από την άλλη, όπως συμβαίνει συχνά με ανάλογες πρωτοβουλίες της ΕΚΤ, κομβικό ρόλο θα παίξουν και οι ίδιες οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών και εάν θα μπορούσε να εκμεταλλευτούν την όποια χαλάρωση για να ενεργοποιήσουν στοχευμένες αναπτυξιακές πολιτικές, που μόνο αυτές μπορούν να αντιστρέψουν την τρέχουσα τάση προς επιβράδυνση και ενδεχόμενη ύφεση.

Αυτό, άλλωστε, είναι ένα από τα διδάγματα όλης της προηγούμενης περιόδου. Οι πολιτικές νομισματικής χαλάρωσης μπορούν να είναι μία από τις αναγκαίες συνθήκης μιας πολιτικής ανάπτυξης, αλλά δεν συνιστούν καθαυτές αναπτυξιακή στρατηγική. Αυτή απαιτεί πολιτικές που αφορούν τις υποδομές, τη διευκόλυνση αλλά και την κατεύθυνση επενδύσεων, την τεχνολογική καινοτομία την εκπαίδευση και τις δεξιότητες και φυσικά την αρχιτεκτονική του διεθνούς συστήματος και εάν προωθεί τις εξαγωγές και τις άμεσες επενδύσεις.

Εάν αυτό ισχύει συνολικά για την Ευρώπη για την Ελλάδα ισχύει ακόμη περισσότερο. Μια οικονομία όπως η ελληνική, της οποίας ακόμη ένα σημαντικό μέρος του παραγωγικού δυναμικού παραμένει αργό και όπου εξακολουθούμε να έχουμε μαζική διαρροή επιστημονικού δυναμικού δεν μπορεί απλώς να ελπίζει στα όποια αναπτυξιακά αποτελέσματα μιας επιπλέον ένεσης ρευστότητας, όσο αναγκαία και εάν είναι.

Χωρίς συγκεκριμένους και στοχευμένους σχεδιασμούς και χωρίς πολιτικές που να οδηγούν πραγματικά σε νέες επενδύσεις σε χώρους υψηλής προστιθέμενης αργίας και σε καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας, τα αποτελέσματα θα είναι περιορισμένα.

Και μέχρι στιγμής η γενικόλογη συζήτηση για την οικονομική πολιτική που διεξάγεται στο πλαίσιο της προεκλογικής εκστρατείας δεν εμπνέει και τη μεγαλύτερη αισιοδοξία ότι τα πολιτικά επιτελεία έχουν την διάθεση να αναμετρηθούν πραγματικά με την ανοιχτό ερώτημα για την οικονομική πολιτική της επόμενης μέρας.