Η ένοπλη πολιτική πάλη είναι ένα φαινόμενο που ως αντικείμενο μελέτης στην Ελλάδα έχει κακοπάθει. Σε πολύ μικρό βαθμό έχει τύχει της αναγκαίας θεωρητικής και κριτικής προσέγγισης. Αντίθετα, έχει κυριαρχήσει μια προσέγγιση που είτε προσπαθεί απλώς να δαιμονοποιήσει το φαινόμενο, είτε αναπαράγει την οπτική των μηχανισμών καταστολής. Σε αυτό συνεισφέρει και το γεγονός ότι μεγάλο μέρος του λόγου που παράγεται για το φαινόμενο αυτό είναι απλή αναπαραγωγή των επιδιώξεων των ίδιων των υπηρεσιών ασφαλείας.

Αυτό τροφοδοτείται από το γεγονός ότι και διεθνώς η ένοπλη πάλη κυρίως προσεγγίζεται υπό την οπτικής μιας αντιτρομοκρατικής πολιτικής που θέλει να ορίσει το φαινόμενο απλώς ως απειλή που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί παρά μόνο μέσα από τη σκλήρυνση των κατασταλτικών μέσων και τον περιορισμό των πολιτικών ελευθεριών.

Ενδεικτική από αυτή την άποψη και η κυριαρχία της έννοιας της «ριζοσπαστικοποίησης», μιας ψευδο-έννοιας που δύσκολα μπορεί να προσεγγίσει τις σύνθετες διεργασίες που οδηγούν στη στράτευση στις διαφορετικές παραλλαγές ένοπλης πολιτικής δράσης.

Στην υποχώρηση της κριτικής προσέγγισης συνέβαλε και η παρουσίαση των φαινομένων ισλαμιστικής τρομοκρατίας σε όλη την περίοδο μετά την 11η Σεπτεμβρίου απλώς ως του «Απόλυτου Κακού», αποφεύγοντας οποιαδήποτε προσπάθεια εξήγησης του φαινομένου, πιθανώς γιατί αυτό θα έφερνε τη «Δύση» αντιμέτωπη με τις δικές της ευθύνες, από το αποικιακό όχι και τόσο μακρινό παρελθόν έως το σύγχρονο ιμπεριαλισμό.

Ως αποτέλεσμα η συζήτηση περιορίζεται στην έκταση των «προληπτικών» αναιρέσεων βασικών ελευθεριών ή στην τυποποίηση του «έγκαιρου εντοπισμού φαινομένων ριζοσπαστικοποίησης».

Στην Ελλάδα η κυριαρχία ενός τέτοιου τρόπου σκέψης στην αντιμετώπιση του φαινομένου, παρότι είναι προφανές ότι και ως μορφή και ως περιεχόμενο η ένοπλη πάλη στην Ελλάδα απέχει από το κυρίαρχο πρότυπο «τρομοκρατίας», ήρθε να συνδυαστεί με πολύ συγκεκριμένες πολιτικές και ιδεολογικές στρατηγικές που αφορούν ευρύτερες κινηματικές και πολιτικές δυναμικές.

Στην μεν περίπτωση της «εξάρθρωσης» των «ιστορικών» οργανώσεων της ένοπλης πάλης αυτό πήρε τη μορφή μιας αναδρομής εκδικητικότητας των κρατικών μηχανισμών έναντι του ριζοσπαστισμού της Μεταπολίτευσης, στην ενασχόληση με τις τρέχουσες οργανώσεις συνδέεται με την προσπάθεια προληπτικής χειραγώγησης, υπό την απλουστευτική ταμπέλα της «ανομίας» ή του –στην πραγματικότητα κενού– σημαίνοντος «Εξάρχεια», των μορφών νεανικού ριζοσπαστισμού που σε αλλεπάλληλα κύματα επανέρχονται στο προσκήνιο από τα μέσα της δεκαετίας του 2000.

Δεν είναι τυχαίο επομένως ότι κυριαρχεί μια «δημοσιογραφική» προσέγγιση και με αυτό αναφέρομαι στην αντιμετώπιση του θέματος απλώς ως υπόθεση του «αστυνομικού ρεπορτάζ» ή ως τμήματος της προεκλογικής ατζέντας «νόμου και τάξης» πολιτικών σχηματισμών που προσπαθούν να μετατοπίσουν το υπαρκτό αίσθημα ανασφάλειας μεγάλου τμήματος της κοινωνίας –ως αποτέλεσμα της αυξημένης κοινωνικής επισφάλειας– στον υποτιθέμενο κίνδυνο από την «ανομία» ή την «εγκληματικότητα».

Σε αυτό το φόντο, το βιβλίο της Νατάσσας Τσουκαλά αποτελεί μια αναγκαία και καλοδεχούμενη εξαίρεση. Και αυτό γιατί την ίδια ώρα που με σαφήνεια τοποθετείται εχθρικά προς την τρέχουσα σκλήρυνση των κατασταλτικών πρακτικών και των πολιτικών ασφαλείας, επιδιώκει να αντιμετωπίσει το φαινόμενο με τα εργαλεία της κριτικής επιστημονικής προσέγγισης.

Αυτό το κάνει χρησιμοποιώντας πρωτόκολλα έρευνας που μπορούν όντως να οδηγήσουν σε συμπεράσματα. Γι’ αυτό και διαλέγει όχι τις εύκολες τυπολογίες που βρίσκει κανείς στο λόγο των υπηρεσιών ασφαλείας ή όσων αναπαράγουν το λόγο τους, αλλά την προσπάθεια να προσεγγιστεί ο ίδιος ο λόγος των υποκειμένων που εμπλέκονται στην ένοπλη πάλη.

Δηλαδή, είναι μια προσπάθεια να προσεγγιστεί το είδος της ιδεολογικής έγκλησης που επιτελούν οι συγκεκριμένες οργανώσεις ένοπλης πάλης, οι πρακτικές λόγου στις οποίες εμπλέκονται, οι εντάσεις αυτού του λόγου ή οι διαφορετικές δυναμικές που περιλαμβάνει.

Με αυτό τον τρόπο αντί για την απλούστευση της «ανομίας» ή την δαιμονοποίηση μιας υποτιθέμενης «πολιτικής παθολογίας», έχουμε την προσπάθεια να μελετηθούν οι πρακτικές και οι επιδιώξεις υποκειμένων, ατομικών και συλλογικών, που εμπλέκονται μέσα σε αντιφατικές και συγκρουσιακές κοινωνικές και πολιτικές δυναμικές με πρακτικές ένοπλης πολιτικής πάλης.

Η ιδιαίτερη «ατζέντα

Αυτός είναι και ο μόνος τρόπος για να κατανοηθεί ένα φαινόμενο και να αποφευχθεί η τρέχουσα κυρίαρχη προσπάθεια απλώς να κατασταλεί άνευ κατανόησης, προσπάθεια που στην πραγματικότητα επικαθορίζεται από την ιδιαίτερη «ατζέντα» των δικτύων, κατά τεκμήριο αφανών και συχνά με υπερεθνικές συνδέσεις, των κατασταλτικών μηχανισμών και ιδίως του ιδιότυπου «κράτους εν κράτει» της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας.

Σε αυτό το φόντο η προσέγγιση της Τσουκαλά εντοπίζει κρίσιμα σημεία. Καταρχάς εντοπίζει την αφετηρία των τρεχουσών μορφών ένοπλης πάλης στη δυναμική των νεανικών μορφών διαμαρτυρίας, όπως αναδείχτηκαν από το φοιτητικό κίνημα του 2006-2007 και την εξέγερση που ακολούθησε την δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Υπογραμμίζει έτσι τον τρόπο που αποτύπωσαν μια αγανάκτηση απέναντι στην αστυνομική βία αλλά και «τη διαταξική απελπισία μιας νεολαίας ανίκανης να βρει σημεία αναφοράς σε μια κοινωνία ολοένα και πιο υλιστική και αυταρχική, και την κοινωνική καχεξία αυτών που, καθώς υπόκεινται μετωπικά στις αποσταθεροποιητικές επιπτώσεις της ανόδου του  νεοφιλελευθερισμού στην εποχή της μετανεωτερικότητας, βρίσκονται ήδη ή φοβούνται ότι θα βρεθούν περιθωριοποιημένοι ή εκτεθειμένοι σε μια κατάσταση αυξανόμενης επισφάλειας» (σ. 52).

Με αυτό τον τρόπο η Τσουκαλά όχι μόνο αναδεικνύει μια κοινωνική μήτρα για την εμφάνιση τέτοιων πρακτικών αλλά και εντοπίζει ως αφετηρία αυτών των πρακτικών το ανολοκλήρωτο αίτημα εκδημοκρατισμού που αναπαράγεται εντός της νεοφιλελεύθερης μεταδημοκρατίας.

Ταυτόχρονα, η Τσουκαλά αποφεύγει το βασικό κίνδυνο που έχει σήμερα η «ασφαλειακή» προσέγγιση του ζητήματος της ένοπλης πάλης, που είναι είτε η προβολή πάνω στις σημερινές οργανώσεις ένοπλης πάλης των γνωρισμάτων των ιστορικών οργανώσεων ένοπλης πάλης, συμπεριλαμβανομένης και της προσπάθειας αναζήτησης άμεσης «καθοδηγητικής συνέχειας», είτε η προσπάθεια σύμφυσής με το «κοινό έγκλημα». Αποφεύγει έτσι δύο «κοινούς τόπους» που συναντάμε στο λόγο των υπηρεσιών.

Ωστόσο, όπως παρατηρεί η Τσουκαλά: «η ευρεία διάχυση πληροφοριών για την αδιατάρακτη συνέχεια ανάμεσα στους μεγαλύτερους και τους νεότερους αντάρτες, η οποία επιδιώκει να εδραιώσει την ιδέα ενός συνεχούς της απειλής της ένοπλης πάλης χωρίς να αμφισβητεί όμως την αποτελεσματικότητα της αστυνομίας, που εμφανίζεται πάντα καλά ενημερωμένη και σε διαρκή εγρήγορση, δεν καταφέρνει να αρθρώσει συνεκτικό λόγο» (σ. 83).

Αντίστοιχα, η Τσουκαλά υπογραμμίζει ότι η υπερβολική έμφαση στη διασύνδεση με το «κοινό έγκλημα» στην πραγματικότητα απλώς εντάσσεται στην προσπάθεια «αποπολιτικοποίησης» της ένοπλης πάλης, την ιδεολογική προβολή αυτού που στη νομολογία αποτυπώθηκε ως άρνηση του χαρακτήρα πολιτικού εγκλήματος για τα αδικήματα που αποδόθηκαν στις ιστορικές οργανώσεις ένοπλης πάλης.

Όλα αυτά δεν είναι άσχετα και με την προσπάθεια να διαμορφωθεί σε ιδεολογικό επίπεδο μια αίσθηση γενικευμένης ανασφάλειας και αυτή να αξιοποιηθεί για την παραπέρα περιστολή των πολιτικών ελευθεριών. Όπως παρατηρεί η Τσουκαλά, «η πολιτική τάξη επιδιώκει να πετύχει μια όσο το δυνατόν ευρύτερη συναίνεση γύρω από τον περιορισμό των συνταγματικά κατοχυρωμένων ελευθεριών στο όνομα της απελευθέρωσης των πολιτών από την ανασφάλεια» (σ. 95).

Σε αυτό το φόντο η Τσουκαλά εντοπίζει τις βασικές ιδεολογικές ορίζουσες της τρέχουσας εκδοχής ένοπλης πάλης. Καταγράφει την ιδιαίτερη ηγεμονία ενός ατομικιστικού αναρχισμού σε αντιδιαστολή με την εκδοχή επαναστατικού κομμουνισμού των οργανώσεων της Μεταπολίτευσης, την ιδιαίτερη έμφαση στην «αναμορφωτική δύναμη του ατόμου» (σ. 107), την προτεραιότητα της ατομικής εξέγερσης, την απόρριψη μιας επαναστατικής προοπτικής, ουτοπική ή μη.  Εντοπίζει επίσης τη βαρύτητα του αντιφασισμού ως «άμεση απόρροια της ιδεολογικά φορτισμένης απροθυμίας του κατασταλτικού μηχανισμού να πατάξει τις επιθέσεις των φασιστικών ταγμάτων εφόδου» (σ. 119), αλλά και τις αναρχοκομμουνιστικές τάσεις και τον ιδιαίτερο τρόπο που αυτές αναδείχτηκαν στην περίοδο των μνημονίων, αλλά και τις οικοαναρχικές τάσεις.

Κωδικοποίηση

Έχοντας ορίσει τα βασικά ιδεολογικά ρεύματα, η Τσουκαλά μπορεί να επιχειρήσει να κωδικοποιήσει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τα ρεύματα αυτά τη σχέση με την κοινωνία αλλά και τη σχέση με το κράτος. Η κωδικοποίηση αυτή αποτελεί μια σημαντική συνεισφορά στην επιστημονική προσέγγιση του ζητήματος γιατί επιτρέπει να κατανοήσουμε το φαινόμενο, ενώ προσφέρει την αναγκαία αφετηρία για παραπέρα έρευνα τόσο ως προς την εξήγηση όσο και ως προς την παρακολούθηση των δυναμικών του φαινομένου.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν και τα συμπεράσματα της Τσουκαλά, που μάλιστα πηγαίνουν πέρα από αρκετές από τις κοινοτοπίες του κυρίαρχου λόγου.  Η Τσουκαλά υπογραμμίζει ότι η ηγεμονία του ατομικιστικού αναρχισμού σημαίνει ότι οι οργανώσεις αυτές  «δεν είναι φορείς ενός επαναστατικού σχεδίου, με την παραδοσιακή έννοια του όρου, διότι δεν στοχεύουν στην ανατροπή της κατεστημένης τάξης. Ναι μεν η προσφυγή στη βία αμφισβητεί την εξουσία του κράτους –η οποία είναι ήδη βαθιά κλονισμένη από την τρέχουσα οικονομική και πολιτική κρίση–, αλλά η αμφισβήτηση αυτή διαρρηγνύεται από τις προφανείς αντιφάσεις στο εννοιολογικό της πλαίσιο» (σ. 150).

Από την άλλη, η Τσουκαλά επισημαίνει και μια επιπλέον διάσταση στη στάση των υπηρεσιών ασφαλείας: η ένοπλη πάλη ταυτόχρονα αποσυνδέεται από πολιτικές ή ιδεολογικές διεργασίες και ταυτόχρονα εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως προέκταση μιας ανατρεπτικής αριστερής (ή και αναρχικής) ιδεολογικής τοποθέτησης. Αυτό εξηγεί και την απροθυμία να χρησιμοποιηθεί το αντιτρομοκρατικό θεσμικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση των ακροδεξιών οργανώσεων και ομάδων.

Όμως το πιο καίριο ίσως συμπέρασμα της Τσουκαλά –και αυτό που κατεξοχήν συγκρούεται με τους κοινούς τόπους της τρέχουσας αντιμετώπισης του φαινομένου της ένοπλης πάλης– είναι η επισήμανσή της ότι η κυρίαρχη αντίληψη ότι έχουμε να κάνουμε με κινήματα που διεκδικούν την ανατροπή της αστικής δημοκρατίας συγκαλύπτει και αποσιωπά το βαθύτερο δημοκρατικό αίτημα που υποκρύπτεται σε αυτές τις πρακτικές.

Παραβλέπεται δηλαδή ότι έχουμε να κάνουμε με «μια ανερχόμενη βίαιη αντιπαράθεση όχι ανάμεσα σε ανατρεπτικά άτομα και υποστηρικτές ενός δεδομένου πολιτικού συστήματος, αλλά ανάμεσα σε αυτούς που επιτίθενται σε αυτό το σύστημα επειδή αποκλίνει από την ιδεώδη μορφή του και τους υποστηρικτές ενός νοσηρού status quo» (σ. 156).

Ως αποτέλεσμα «[α]ρνούμενοι εν τοις πράγμασι να ακολουθήσουν την οδό του εκδημοκρατισμού, που θα οδηγούσε σε μια εξομάλυνση της σύγκρουσης, και να εφαρμόσουν το νόμο προκειμένου να προστατεύσουν την κοινωνία από την ακροδεξιά “τρομοκρατία”, οι θεσμικοί υπερασπιστές του status quo στοχεύουν ένα μόνο πολιτικό χώρο επιλέγοντας, εναλλακτικά ή σωρευτικά, την καταστολή, την επιτήρηση, τον εκφοβισμό, την αποτροπή ή τη διαπραγμάτευση».

Όλα αυτά σημαίνουν την παράταση και νομιμοποίηση μιας αυταρχικής μετα-δημοκρατικής συνθήκης, αλλά και την αδυναμία αντιμετώπισης του φαινομένου με πολιτικούς όρους, δηλαδή τους μόνους που μπορούν να ανακόψουν το φαύλο κύκλο της υπερποινικοποίησης.

Το γεγονός ότι τα τελευταία 4 χρόνια ουδεμία θεσμική προσπάθεια έγινε σε αυτή την κατεύθυνση προστίθεται απλώς σε ένα μακρύ κατάλογο «χαμένων ευκαιριών», που επικυρώθηκε και από το γεγονός ότι ήταν τελικά η τρέχουσα διακυβέρνηση αυτή που έκρινε η Νατάσσα Τσουκαλά δεν είχε κάτι να προσφέρει στην ερευνητική δραστηριότητα του αρμόδιου υπουργείου.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο