Ο Αλέξης Τσίπρας έχει μια ιδιότυπη σχέση με τη… βιβλιογραφία.

Καταρχάς, σε αντίθεση με άλλους ιστορικούς ηγέτες της αριστεράς, από τον Νίκο Ζαχαριάδη και τον Ηλία Ηλίου μέχρι τον Λεωνίδα Κύρκο και τον Γρηγόρη Φαράκο, δεν έχει γράψει κάποιο βιβλίο, ούτε καν πολλές πολιτικές παρεμβάσεις (σε αντίθεση π.χ. ακόμη και τον αρχικό μέντορά του Αλέκο Αλαβάνο αλλά και με την παράδοση των ηγετικών στελεχών του ΚΚΕ να καταθέτουν αναλυτικά πολιτικά κείμενα). Η υποτιθέμενη ανάγκη σύνδεσης «θεωρίας και πράξης» του είναι μάλλον ξένη.

Μάλιστα, σε αυτό το στοιχείο, την απουσία γραπτών καταθέσεων που να υπογραμμίζουν τη συγκροτημένη θεωρητική και πολιτική σκέψη που θα έπρεπε να έχει, ο Αλέξης Τσίπρας διαφέρει και από αρκετά στελέχη της δικής του γενιάς στην ευρωπαϊκή αριστερά.

Η ηγεσία του Podemos είναι πανεπιστημιακοί, αρκετά στελέχη της Die Linke γράφουν άρθρα και βιβλία και ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν (της γενιάς του 68 αυτός) είναι ένας από τους πιο ευφραδείς πολιτικούς, διανθίζοντας πάντα τις ομιλίες του με λογοτεχνικές και θεωρητικές παραπομπές.

Αντίθετα, ο Αλέξης Τσίπρας όχι μόνο δεν γράφει αλλά και συνήθως αποφεύγει τα τσιτάτα στις ομιλίες, εκτός όλων των άλλων και επειδή συχνά κάνει λάθη ακόμη και σε αναφορές στην Αντιγόνη του Σοφοκλή.

Στην πραγματικότητα, ο Αλέξης Τσίπρας ως προς αυτή τη διάσταση υπήρξε πάντοτε εκπρόσωπος μια ιδιότυπης εκδοχής «επαγγελματία πολιτικού» που οι πολιτισμικές αναφορές του περιορίζονται το πολύ σε δημοφιλείς εμπορικές σειρές όπως το Casa de Papel.

 

Ο Σερζ Λατούς και η αποανάπτυξη

Είναι αλήθεια ότι ο πρωθυπουργός, ως αρχηγός τότε της αξιωματικής αντιπολίτευσης είχε δείξει ενδιαφέρον για το έργο του γάλλου οικονομολόγου Σερζ Λατους. Άλλωστε, τα βιβλία του «Το στοίχημα της αποανάπτυξης» (Εκδ. Βάνιας, 2008) και «Προς μια κοινωνία της λιτής αφθονίας. Παρανοήσεις και διαμάχες γύρω από την αποανάπτυξη» (Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2013), είχαν συζητηθεί αρκετά και μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ.

Μόνο που αμφιβάλλουμε εάν ο πρωθυπουργός όντως τα διάβασε, τουλάχιστον με τον συστηματικό τρόπο που τους αναλογεί.

Και ο λόγος είναι ότι το έργο του Σερζ Λατούς προφανώς και δεν περιορίζεται στην επιλεκτική χρήση του τίτλου δεύτερου βιβλίου. Ο γάλλος οικονομολόγος αναπτύσσει μια συστηματική κριτική του σύγχρονου καπιταλισμού, τόσο ως προς τη διάσταση της λιτότητας και της ανισότητας που αναπαράγει όσο και από τις καταστροφικές επιπτώσεις του κυρίαρχου καταναλωτικού και παραγωγικού προτύπου στο περιβάλλον και την κοινωνία.

Σε αυτή τη βάση ο Λατούς προτείνει ένα εναλλακτικό κοινωνικό και οικονομικό πρότυπο που δεν στηρίζεται στην απλή οικονομική μεγέθυνση ούτε και στην αύξηση της κατανάλωσης τόσο ως εργαλείο οικονομικής ανάπτυξης όσο και ως δείκτη ευημερίας.

Για τον Λατούς είναι προφανές ότι ένα τέτοιο εναλλακτικό πρότυπο είναι σε ρήξη με την εμπιστοσύνη στις δυνάμεις της αγοράς και αντίθετα απαιτεί επανιεράρχηση αναγκών και προτεραιοτήτων, έτσι ώστε πόροι να αξιοποιούνται πολύ πιο ορθολογικά και οι κοινωνίες ν ικανοποιούν τις πραγματικές ανάγκες του. Ο Λατούς εξηγεί επίσης ότι αυτό δεν σημαίνει ούτε άρνηση της τεχνολογίας και της επιστήμης ούτε επιστροφή σε μια προβιομηχανική παραδοσιακή οικονομία.

Για τον Λατούς η αποανάπτυξη θα μπορούσε να περιγραφεί και ως η μέθοδος των οκτώ R: Επαναξιολόγηση (re-evaluation), επανεννοιολόγηση (re-conceptualization), αναδόμηση (re-structure), αναδιανομή (re-distribution), επανατοπικοποίηση (re-localization), μείωση (reduction), επαναχρησιμοποίηση (re-utilization), ανακύκλωση (recycling).

Είναι σαφές ότι ο Λατούς έχει μια σοβαρή και συγκροτημένη τοποθέτηση που αναμετριέται με κρίσιμα ερωτήματα και η οποία βέβαια παραπέμπει επί της ουσίας σε μια μετακαπιταλιστική μορφή κοινωνικής οργάνωσης.

Η λιτή και ολιγαρκής αφθονία περιγράφει μια κοινωνία δημοκρατικής συμμετοχής, χαλιναγώγησης της αγοράς, περιορισμού του ρόλου του διεθνούς κεφαλαίου, ιδίως του χρηματιστικού, αναδιανομής και προνομιμοποίησης των κοινωνικών αναγκών έναντι της κατανάλωσης.

Έχει επίσης ενδιαφέρον ότι ο Λατούς σε διάφορες παρεμβάσεις του έχει μιλήσει πολύ αυστηρά για την Ευρωπαϊκή Ένωση και το για το ίδιο το ευρώ. Μάλιστα, κατ’ επανάληψη έχει υπογραμμίσει πόσο καταστροφικές θεωρεί τις πολιτικές της ΕΕ και πόσο λανθασμένο ήταν εξαρχής ο σχεδιασμός του ευρώ.

Αναρωτιέται κανείς πόση σχέση έχουν αυτά με την κυβερνητική πρακτική του ίδιου του Αλέξη Τσίπρα. Δεν αναφερόμαστε μόνο στο γεγονός ότι ο πρωθυπουργός αρνήθηκε εξαρχής οποιοδήποτε ενδεχόμενο ρήξης, με την ευρωζώνη, θεωρώντας μια τέτοια επιλογή καταστροφική, αλλά και στο γεγονός ότι το μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης που προτείνει καμία σχέση δεν έχει με τη ριζική αλλαγή που εισηγείται ο Σερζ Λατούς.

Ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα προτείνει ένα πολύ κλασικό οικονομικό μοντέλο που στηρίζεται στην προσέλκυση επενδύσεων μέσα από την αξιοποίηση του χαμηλού κόστους εργασίας, στον τουρισμό (που είναι κατεξοχήν δραστηριότητα ανάλωσης πόρων και από μία κλίμακα και πάνω επιβάρυνσης του περιβάλλοντος), στην ενέργεια ακόμη και στην ελπίδα εκ νέου αύξησης της οικοδομικής δραστηριότητας. Ο στόχος είναι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, που θα δημιουργούσαν και το ενδεχόμενο κάποιας αναδιανομής προς την εργασία. Καμία αμφισβήτηση της αγοράς, καμία αμφισβήτηση του κυρίαρχου καπιταλιστικού παραγωγού μοντέλου, καμία σκέψη για οικονομία των αναγκών και όχι των οικονομικών  δεικτών.

 

Η τεράστια απόσταση Βολιβίας και Ελλάδας

Έχει ενδιαφέρον ότι αυτή η συζήτηση ξαναήρθε στο προσκήνιο με αφορμή την επίσκεψη του Έβο Μοράλες στην Ελλάδα. Και εδώ ο Αλέξης Τσίπρας δεν παρέλειψε να υπογραμμίσει τις αναλογίες ανάμεσα στη διαδρομή του βολιβαριανού προέδρου και του ιδίου.

Βέβαια στην πραγματικότητα οι διαδρομές των δύο ηγετών είναι εξαιρετικά διαφορετικές.

Ο Έβο Μοράλες και τη φτώχεια γνώρισε στο πετσί του και μεγάλη διαδρομή είχε ως συνδικαλιστής και πολιτικός αργότερα συμμετέχοντας σε κινήματα που πέτυχαν μεγάλες νίκες. Για την ακρίβεια πρώτα έγινε γνωστός ως αγωνιστής και μετά ως πολιτικός και όλα αυτά σε μια χώρα.

Η παρουσία στην προεδρία του συνδυάστηκε με σημαντικά βήματα προόδου ιδίως για τα πιο φτωχά τμήματα της κοινωνίας αλλά και για σημαντική βελτίωση της οικονομικής και πολιτικής θέσης των ιθαγενών πληθυσμών, παράλληλα με επιμονή στην προστασία του εθνικού πλούτου.

Είναι αλήθεια ότι ο Έβο Μοράλες, που κανείς δεν αμφισβητεί την κυρίαρχη θέση του στην πολιτική σκηνή της Βολιβίας, δεν επέλεξε τον πιο ριζοσπαστικό δρόμο του Ούγκο Τσάβες και η κυβέρνησή του εφαρμόζει αρκετά ορθόδοξες πολιτικές ως προς τη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών, έχει μεγάλα συναλλαγματικά αποθέματα και καλές σχέσεις με τις ξένες πολυεθνικές του εξορυκτικού τομέα (άλλωστε τα συμβόλαια μαζί τους επιτρέπουν και πολιτικές αναδιανομής). Όμως, ακόμη και οι επικριτές του από τα αριστερά αναγνωρίζουν ότι η κυβέρνησή του έχει κοινωνικό έργο.

Αντίθετα, ο Αλέξης Τσίπρας πάτησε πάνω σε ένα κίνημα στο οποίο δεν πρωταγωνίστησε (άλλωστε όπως και τα περισσότερα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ δεν ηγήθηκε ποτέ κάποιου κινήματος) και βέβαια απλώς εφάρμοσε τις συνταγές της Τρόικας, συμπεριλαμβανομένης της εκποίησης του δημόσιου πλούτου και της εμπέδωσης σκληρής λιτότητας σε βάθος πολλών ετών.

 

Πού να βρει χρόνο για βιβλία τώρα…

Όμως, είναι σαφές ότι ο Αλέξης Τσίπρας, που εσχάτως διεκδικεί να είναι ο ηγέτης του προοδευτικού μετώπου και μιας νέας κεντροαριστεράς σε πολύ μικρό βαθμό ενδιαφέρεται για ζητήματα αριστερής στρατηγικής, κοινωνικού μετασχηματισμού και νέου παραγωγικού προτύπου. Και για αυτό υποθέτουμε ότι δεν έχει και κανένα λόγο να ασχοληθεί με τις εξελίξεις στη σύγχρονη ριζοσπαστική σκέψη. Άλλωστε, τις περισσότερες φορές θα δει τον ΣΥΡΙΖΑ να αναφέρεται ως αντιπαράδειγμα αποτυχίας ενός αριστερού κόμματος να εφαρμόσει αριστερή πολιτική.

Ο Αλέξης Τσίπρας το 2015 επέλεξε ότι ήθελε να είναι όχι ο πολιτικός της ρήξης αλλά της συνθηκολόγησης. Αποφάσισε δηλαδή ότι θέλει να είναι ένας ακόμη ευρωπαίος πολιτικός που θα εφαρμόζει το λίγο πολύ ίδιο μίγμα πολιτικής που εφαρμόζεται σε όλη την Ευρώπη, έστω και με μια επίφαση «κοινωνικούς προσώπου», αφήνοντας στις δυνάμεις της αγοράς τις βασικές αποφάσεις για την πορεία της οικονομίας.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο οτιδήποτε έχει να κάνει με αριστερή στρατηγική ή αριστερή θεωρητική σκέψη είναι για τον Αλέξη Τσίπρα απλώς ζητήματα αισθητικής για να νιώθει καλά ένα στενό κομματικό ακροατήριο.

Και άλλωστε, εάν πρέπει να ανασυγκροτήσει την κεντροαριστερά, που να προλάβει να βρει χρόνο για να διαβάζει βιβλία;