Το 2016, μια βδομάδα πριν το δημοψήφισμα για το Brexit, ένας Άγγλος πολίτης, ο Τόμας Μάιρ, δολοφόνησε εν ψυχρώ τη Τζο Κοξ, βουλευτή των Εργατικών και φανατική υποστηρίκτρια του Remain. Τη μέρα του δημοψηφίσματος κι ενώ δεν είχαν δημοσιοποιηθεί ακόμη επισήμως τα κίνητρα και το προφίλ του δράστη από τις αρχές, μια ομάδα επιστημόνων από την Αγγλία και τη Γερμανία, που μελετά το ψυχολογικό φαινόμενο της συναισθηματικά προκατειλημμένης αιτιολόγησης, διεξήγαγε μια γρήγορη έρευνα. Ο σκοπός της ήταν ο συσχετισμός της στάσης στο θέμα του Brexit με την εκτίμηση για τα κίνητρα του δολοφόνου.

Μεταξύ των 200 συμμετεχόντων, όσοι υποστήριζαν το Brexit, κι άρα ένιωθαν ότι μπορεί να συσχετιστούν με τον Μάιρ αν επιβεβαιωνόταν πως τα κίνητρα του ήταν πολιτικά, στην πλειοψηφία τους απάντησαν ότι πρόκειται για ψυχασθενή. Όσοι ήταν εναντίον του Brexit, στην πλειοψηφία τους τον χαρακτήριζαν τρομοκράτη.

Σε μια δεύτερη έρευνα τους, την ίδια χρονιά, συσχέτισαν τη στάση Γερμανών πολιτών στο θέμα της μετανάστευσης με τις εκτιμήσεις τους για τα κίνητρα του αυτοπυρπολισμού ενός Σύριου πρόσφυγα κατά τη διάρκεια ενός φεστιβάλ, που κατέληξε στον τραυματισμό 15 ανθρώπων από το κοινό. Και πάλι, όσοι από τους ερωτηθέντες ήταν θετικοί στη μετανάστευση είχαν την τάση να αποδίδουν την πράξη του σε ψυχική νόσο ενώ όσοι υιοθετούσαν μια αντιμεταναστευτική πολιτική στάση πολιτικοποιούσαν τα κίνητρα του και τον χαρακτήριζαν τρομοκράτη.

Όπως παρατήρησε η ομάδα των ερευνητών, η συμπεριφορά αυτή είναι σύμφωνη με την τάση της κοινής γνώμης, κάθε φορά που υπάρχει αβεβαιότητα για τα κίνητρα κάποιου, να γεμίζει ο καθένας από εμάς τα «κενά» της αφήγησης με κάτι που να επιβεβαιώνει τις δικές του θεωρήσεις για τα πράγματα. Όταν κάποιος που ανήκει σε μια ομάδα με την οποία ταυτιζόμαστε διαπράττει ένα έγκλημα ή όταν ανήκει σε ομάδα για την οποία στεκόμαστε θετικά όταν υπάρχει διχασμός στην κοινή γνώμη, τείνουμε να αποδίδουμε την πράξη του σε ψυχική νόσο προκειμένου να προστατεύσουμε τη δική μας στάση.

Καμιά σχέση

Στην πραγματικότητα, ο συσχετισμός της τρομοκρατικής βίας με την ψυχική νόσο ερευνητικά δεν έχει καμία μα καμία σχέση με την ευκολία που συνηθίζουμε να τον κάνουμε στον δημόσιο διάλογο. Στις περισσότερες έρευνες, η αναλογία των ποσοστών διαπιστωμένης προυπάρχουσας ψυχικής νόσου δεν είναι αξιοσημείωτη σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό. Τα ποσοστά ιστορικού ψυχικής νόσου στον γενικό πληθυσμό κάθε χώρας μάλιστα είναι τέτοια, που καθιστά εντελώς παράλογη την αντίληψη ότι όποιος είναι «ψυχασθενής», έτσι, γενικά κι αόριστα, είναι επί της αρχής πιο πιθανό να ασκήσει βία. Αντιθέτως, αυτό που έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον ερευνητικά είναι το αντίστροφο, όχι το αν η ψυχική νόσος σε κάνει επιρρεπή στον εξτρεμισμό ή την άσκηση βίας αλλά το πώς ο εξτρεμισμός κι η άσκηση βίας μπορεί να προκαλέσουν ψυχική νόσο σε άτομο που δεν είχε ιστορικό.

Ακόμη κι αν οι έρευνες προσπαθούν να κατανοήσουν την ανάγκη μας να κάνουμε τέτοιες προκατειλημμένες εκτιμήσεις για δράστες βίαιων επιθέσεων, το πρόβλημα είναι ότι οι εκτιμήσεις αυτές και η ευκολία που αποδίδεται σε κάποιον ψυχική νόσος στον δημόσιο λόγο, δεν είναι απλώς δείγμα τρανταχτής άγνοιας κι ανευθυνότητας, αλλά ενισχύει και τον στιγματισμό όσων πάσχουν.

Με απλά λόγια: αυτές οι εύκολες κι αβάσιμες εκτιμήσεις συντηρούν τον μύθο ότι αυτός που πάσχει από ψυχική νόσο είναι επικίνδυνος.

Μπορεί να μη μας «βολεύει» κάποιες φορές αλλά αυτό που μπορούμε να συζητήσουμε, όταν μιλάμε για περιστατικά τρομοκρατικής βίας, είναι το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο. Θα έπρεπε να είναι αυτονόητο ότι δεν μπορούμε να κάνουμε δημοσίως διαγνώσεις για κάποιον. Αυτό δεν αφορά μόνο τους δημοσιογράφους και σχολιαστές που, προφανώς, δεν έχουν και την επάρκεια, αλλά ακόμη κι όσους την έχουν, τους γιατρούς.

Ψυχίατροι και δημοσιογράφοι

Γι’ αυτό αν προσέξετε, οι σοβαρότεροι από τους ψυχιάτρους που εμφανίζονται στα ΜΜΕ (πολύ λίγοι δυστυχώς στη χώρα μας) μπορεί να μοιράζονται απόψεις και σκέψεις και να επιδιώκουν να απαντούν σε όσα ακούγονται στη δημόσια σφαίρα ή να προσεγγίζουν συγκεκριμένα περιστατικά ως αφορμή για να αγγίξουν κάποιο θέμα, όμως δεν κάνουν ποτέ δημοσίως ασφαλείς διαγνώσεις για κάποιο άτομο. Κοντολογίς, ένας σοβαρός γιατρός δεν θα πει ποτέ πως κάποιος είναι «ψυχασθενής» με την ίδια ευκολία που θα το πει ένας δημοσιογράφος κι αυτό λέει πολλά, όχι για τον γιατρό αλλά για τους δημοσιογράφους.

Και το στίγμα δεν είναι μόνο απάνθρωπο και ανόητο, είναι και βαθιά αντικοινωνικό. Στίγμα σημαίνει λιγότερη φροντίδα, λιγότερες διαγνώσεις, λιγότερη ποιότητα ζωής, περισσότερες υποτροπές, περισσότεροι άνθρωποι που θα μπορούσαν να ζουν καλά, αυτοί κι οι οικείοι τους, περισσότερος πόνος και θλίψη, αν απλώς αντιμετώπιζαν αυτά που τους συμβαίνουν σαν αυτό που είναι: μια νόσος που θέλει εξειδικευμένη φροντίδα, που θέλει το γιατρό και τη θεραπεία της, όπως όλες οι άλλες.

Γράψτε το σχόλιο σας