«Η παγκόσμια δομική κρίση του καπιταλισμού, μετά από δεκαετίες συσσώρευσης κερδών και μια τεράστια αναδιανομή πλούτου και εξουσιών υπέρ του κεφαλαίου θίγει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, κάθε χώρα και κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής. Η κρίση αυτή υπερσυσσώρευσης έχει κύρια χαρακτηριστικά τη διόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα, βασισμένη στην απρόσκοπτη κυκλοφορία του χρήματος, που οδηγεί στην υποταγή του πολιτικού προσωπικού στην οικονομική εξουσία, την εργαλειοποίηση και εμπορευματοποίηση της γνώσης και της πληροφορίας και τη βιοπολιτική λειτουργία του συστήματος. […] Για τη διατήρηση της κυριαρχίας του κεφαλαίου και της παγκόσμιας κερδοφορίας του επιστρατεύονται ακραία προγράμματα λιτότητας, δραματική συμπίεση και επισφάλεια της εργασίας, ιδιωτικοποίηση των δημόσιων αγαθών και επιχειρήσεων, καταστροφή μεγάλου μέρους των παραγωγικών δυνάμεων, δραματική συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, αποδυνάμωση των δημοκρατικών θεσμών, ενίσχυση της καταστολής και των έκτακτων εξουσιών.»

Με αυτό τον τρόπο περιέγραφε την σύγχρονη οικονομία και τη δυναμική των αγορών η πολιτική απόφαση του 1ου Συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ το 2013, όταν ήδη το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα ήταν αξιωματική αντιπολίτευση και είχε γίνει σαφές ότι βρισκόταν σε τροχιά εξουσίας.

Η πολιτική διακήρυξη του ίδιου συνεδρίου παρουσίαζε με τον ακόλουθο τρόπο το περιεχόμενο της στρατηγικής του κόμματος:

«Το κοινωνικό και πολιτικό κίνημα στη χώρα μας έχει ήδη αναδείξει ορισμένους βασικούς αρμούς του δρόμου προς αυτή την κατεύθυνση: την αλληλεγγύη ενάντια στον ανταγωνισμό και τη λογική της ιδιώτευσης. Την προστασία του δημόσιου χώρου και των δημόσιων αγαθών ενάντια στην ιδιωτικοποίηση, αλλά και ενάντια στην συχνά διεφθαρμένη και αναποτελεσματική κρατική διαχείριση. Την ανάγκη να προστατευθούν από την άκρατη κερδοφορία του κεφαλαίου και την υποταγή στην αγορά τα θεμελιώδη αγαθά […] Οι αρμοί αυτοί συνοψίζονται στο αίτημα να οικοδομηθεί και να αναπτυχθεί η οικονομία των αναγκών ενάντια στην οικονομία του κέρδους.»

Ακόμη και το 2014 ο Αλέξης Τρίπρας επέμενε να υποστηρίζει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα συγκρουστεί με τις αγορές και θα τις υποχρεώσει να «χορέψουν πεντοζάλη», σύμφωνα με μια φράση του, που είχε προκαλέσει πολύ μεγάλη εντύπωση.

Είναι σαφές ότι για χρόνια ο ΣΥΡΙΖΑ συμπεριφερόταν ως ένα αρκετά ριζοσπαστικό κόμμα, το οποίο είχε σκοπό να αντιπαρατεθεί με τις δυνάμεις του κεφαλαίου και τις αγορές και διεκδικήσει αυξημένο χώρο για τον δημόσιο και κοινωνικό τομέα της οικονομίας, σε βάρος των αγορών. Μόνο που αργότερα τα πράγματα άλλαξαν.

Η βίαιη προσγείωση στην πραγματικότητα

Ακόμη και στην πρώτη περίοδο που ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε να εφαρμόζει μνημόνια, η επίσημη ρητορική ήταν ότι όλα αυτά ήταν απλώς αναγκαστικά μέτρα και ότι με το που θα έβγαινε η χώρα από τα μνημόνια θα μπορούσε ο ΣΥΡΙΖΑ να εφάρμοζε όντως την πολιτική του. Ήταν η εποχή του «παράλληλου προγράμματος» και διάφορων άλλων ευφημισμών, όπως αποδείχτηκε, που προσπάθησαν να συντηρήσουν την αίσθηση ότι υπάρχει «αριστερή διακυβέρνηση» στη χώρα και να καθησυχάσουν την ενοχική συνείδηση αρκετών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ που δεν ένιωθαν και τόσο άβολα να εφαρμόζουν πολιτικές που μόνο ως νεοφιλελεύθερες μπορούν να χαρακτηριστούν. Όπως χαρακτηριστικά έγραφε η πολιτική απόφαση του 2ου συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ το 2016:

«Αναγκαστήκαμε να αποδεχτούμε τη συμφωνία που υπογράφηκε πέρσι το καλοκαίρι, προκειμένου να αποτρέψουμε την καταστροφή με την οποία οι δανειστές απειλούσαν τη χώρα μας μέσα από τη χρεοκοπία και την έξοδο από την Ευρωζώνη, με θύμα πρωτίστως τον κόσμο της εργασίας. Ασφαλώς, όμως, η συμφωνία, δεν είναι το κυβερνητικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε είναι «ιδιοκτησία της Αριστεράς», όπως δημόσια ζητούν να αναγνωρίσουμε εκπρόσωποι των δανειστών σε μια προσπάθειά τους να ξαναγράψουν την ιστορία της σκληρής διαπραγμάτευσης και του αγώνα που δώσαμε και να σβήσουν το ίχνος του δικού τους αδίστακτου εκβιασμού. Το δικό μας πρόγραμμα, έτσι όπως έχει διατυπωθεί από τις συλλογικές μας αποφάσεις, είναι ανταγωνιστικό προς τις μνημονιακές δεσμεύσεις και επιχειρεί να τις αποδυναμώσει και να θέσει τις βάσεις υπέρβασης του ασφυκτικού νεοφιλελεύθερου πλαισίου.»

Μόνο που σταδιακά ο ΣΥΡΙΖΑ άρχισε όχι απλώς να υλοποιεί τις πολιτικές που είχε δεσμευτεί να εφαρμόσει αλλά και να τις ενσωματώνει.

Και έτσι μπορεί κανείς να δει την αντίληψη των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ για το τι συνιστά «αριστερή πολιτική» να μην απέχει πολύ από αυτά που εφαρμόζουν οι περισσότερες κυβερνήσεις τις οποίες χαρακτηρίζει ως «νεοφιλελεύθερες».

Δεν είναι τυχαίο ότι πλέον από τις πολιτικές αποφάσεις των κομματικών οργάνων του ΣΥΡΙΖΑ απουσιάζουν οι αναφορές σε συγκεκριμένες πολιτικές και πολύ περισσότερο σε «ρήξεις» οποιασδήποτε μορφής.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρόσφατη απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής για τις Ευρωεκλογές περιορίζεται απλώς στο να υποστηρίζει ότι το δρόμο δείχνουν οι κυβερνήσεις της Ισπανίας και τη Πορτογαλίας, χώρες βέβαια που ως προς τον πυρήνα των επιλογών τους δεν βρίσκονται στο στόχαστρο των «θεσμών» και προφανώς δεν συνιστούν ακριβώς «σύγκρουση με το νεοφιλελευθερισμό» (άλλωστε διαφορετικά δεν θα είχε π.χ. οριστεί πορτογάλος προεδρεύων του Eurogroup).

«Η εφαρμογή φιλολαϊκών και κοινωνικά δίκαιων πολιτικών στην πρώτη μετά-μνημονιακή περίοδο, σηματοδοτεί ένα αριστερό παράδειγμα για την Ευρώπη. Και οι προοδευτικές κυβερνήσεις Σοσιαλιστών με τη στήριξη της αριστεράς σε Ισπανία και Πορτογαλία χρειάζονται την αλληλεγγύη της προοδευτικής Ευρώπης. Γιατί οι προσπάθειες στις τρεις χώρες του Νότου για την καταπολέμηση της λιτότητας, την άμβλυνση των ανισοτήτων, την αύξηση του λαϊκού εισοδήματος μέσω αναδιανεμητικών πολιτικών και την ενίσχυση της ισχύος των εργαζομένων, πρέπει να τύχουν στήριξης και μίμησης από το σύνολο των δυνάμεων που αυτοπροσδιορίζονται ως προοδευτικές και αντινεοφιλελεύθερες στην Ευρώπη.»

Ο ΣΥΡΙΖΑ των αγορών

Σε αυτό το φόντο αναμενόμενο ήταν πλέον ο ΣΥΡΙΖΑ όχι απλώς να προσαρμόζεται στις αγορές αλλά και να τις αγαπάει κιόλας. Ο τόνος που επέλεξαν τα στελέχη του με αφορμή την πρόσφατη έκδοση δεκαετούς ομολόγου ήταν πολύ χαρακτηριστικός

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Δημήτρης Τζανακόπουλος υποστήριξε ότι «η έκδοση δεκαετούς ομολόγου αποτελεί στην πραγματικότητα ορόσημο για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και της αξιοπιστίας της χώρας, της ικανότητάς της να εξυπηρετεί τις χρηματοδοτικές της ανάγκες με έξοδο στις διεθνείς αγορές». Πλέον ο στόχος δεν είναι η «ρήξη» αλλά να φανεί «ποιος μπορεί να οδηγήσει τη χώρα με ασφάλεια σε αυτή τη νέα μεταμνημονιακή περίοδο».

Η κυβέρνηση πλέον θεωρεί ότι στόχος της είναι να έχει την καλή «έξωθεν μαρτυρία» των εκλογών και αυτό αποτελεί από μόνο του επαρκή στόχο. Άλλωστε, πλέον υπερηφανεύεται για όλα τα μέτρα τα οποία αποτιμούν θετικά οι «αγορές»: τα εξοντωτικά πρωτογενή πλεονάσματα (που κάποτε ο Αλέξης Τσίπρας κατακεραύνωνε), τις ιδιωτικοποιήσεις, την εφαρμογή πολιτικών λιτότητας και την εναγώνια προσπάθεια προσέλκυσης ξένων επενδύσεων. Κοντολογίς όσα κάποτε κατήγγειλε.

Μάλιστα έχει πολύ ενδιαφέρον να διαβάσει κανείς τη δήλωση του Αλέξη Τσίπρα με αφορμή την έκδοση του δεκαετούς ομολόγου: «Η Ελλάδα βγαίνει στις αγορές με 10ετές ομόλογο, σε πολύ πιο ευνοϊκές συνθήκες, σε σχέση με την προηγούμενη φορά.
Γυρίζουμε σελίδα. Πάλι αποτύχατε στις προβλέψεις σας κ. Μητσοτάκη».

Γιατί η δήλωση αυτή μοιάζει πάρα πολύ με την ανάλογη δήλωση του Αντώνη Σαμαρά το 2014: «Μετά το πρωτογενές πλεόνασμα, σήμερα βγήκαμε στις διεθνείς αγορές. Η υποδοχή του 5ετους ομολόγου ξεπέρασε κάθε προσδοκία […]οι διεθνείς αγορές πλέον εκφράζουν με τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο την εμπιστοσύνη τους στην ελληνική οικονομία […]Πολλοί είναι εκείνοι που δεν είχαν πιστέψει ποτέ αυτή την επιτυχία! […] η έξοδος στις αγορές διαψεύδει όσους προεξοφλούσαν νέο Μνημόνιο.»

Τότε ο ΣΥΡΙΖΑ κατήγγειλε το κοινωνικό κόστος των μέτρων και την άρνηση σύγκρουσης με τις δυνάμεις του κεφαλαίου. Σήμερα πανηγυρίζει για τη δική του έξοδο στις αγορές.

Είναι σαφές ότι πλέον δεν είναι ο ΣΥΡΙΖΑ που μαθαίνει πεντοζάλη στις αγορές, αλλά μάλλον η πάλαι ποτέ «ριζοσπαστική αγορά» που χορεύει στο ρυθμό τους.

Γράψτε το σχόλιο σας