Την ώρα που στη Βουλή παιζόταν η τελευταία πράξη του «μακεδονικού» δράματος, τουλάχιστον μέχρι το επόμενο, στην πραγματική ζωή είναι άλλες οι προτεραιότητες. Την ώρα που ο πολιτικός ευτελισμός έχει χτυπήσει κόκκινο και η Ελλάδα χάνει πολύτιμο χρόνο και κεφάλαιο, η οικονομία έχει παραμεληθεί, οι δείκτες είναι ανησυχητικοί, αλλά η κυβέρνηση κωφεύει.

Υπό κανονικές συνθήκες από σήμερα η κυβέρνηση θα έπρεπε να κάνει στροφή στην οικονομία, αλλά δυστυχώς είναι σίγουρο ότι θα συνεχιστεί το κοινοβουλευτικό δελφινάριο, οι κόντρες με τον Καμμένο, τα υπονοούμενα, οι εκβιασμοί, οι αθλιότητες.

Κι όμως, αλλού συμβαίνουν άλλα πράγματα…

Με την ανακοίνωση των προβλέψεών της για το 2019, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ουσιαστικά ανακοίνωσε αυτό που ούτως ή άλλως αρκετοί άλλοι είχαν ήδη προβλέψει το τελευταίο διάστημα: οι ρυθμοί ανάπτυξης της ευρωπαϊκής οικονομίας και ειδικά της ευρωζώνης υποχωρούν.

Καταρχάς, με βάση και τα στοιχεία του τελευταίου τριμήνου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διορθώνει προς τα κάτω την εκτίμησή της για το ρυθμό ανάπτυξης για το 2018, για το σύνολο της ΕΕ από 2,2% σε 2,1% και για την Ευρωζώνη ειδικά από 2,1% σε 1,9%.

Όμως, ακόμη πιο μεγάλη είναι η διόρθωση που κάνουν για το 2019, όπου αναθεωρούν την πρόβλεψη από 1,9% σε 1,3%. Για το 2020 η πρόβλεψη είναι για μικρή διόρθωση από 1,7% σε 1,6%, όμως είναι σαφές πολλά θα εξαρτηθούν από το τι θα συμβεί στη χρονιά που διανύουμε.

Η εκτίμηση είναι σαφής: εξαντλείται η δυναμική ανάπτυξης και υποχωρεί και η δυναμική της ζήτησης, τουλάχιστον με βάση τα στοιχεία του 2018.

Η Γερμανία «λαχανιάζει»

Ιδιαίτερη σημασία έχει η επιβράδυνση στη Γερμανία. Εκεί παρότι στην περίοδο 2014-2017 υπήρξε ανάπτυξη 2,1% κατά μέσο όρο, το 2018 ο ρυθμός ανάπτυξης υποχώρησε στο 1,5% και το 2019 εκτιμάται ότι δεν θα ξεπεράσει το 1,1% . Η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική μια που η Γερμανία λειτούργησε σε αρκετές στιγμές τα τελευταία χρόνια ως μια ατμομηχανή συνολικά της ΕΕ και της Ευρωζώνης.

Όχι ιδιαίτερα καλά είναι τα πράγματα και σε χώρες του «ευρωπαϊκού πυρήνα». Για τη Γαλλία η εκτίμηση είναι ότι το 2019 ο ρυθμός ανάπτυξης δεν θα ξεπεράσει το 1,3%, ενώ η Ιταλία ουσιαστικά βρίσκεται σε μια κατάσταση ύφεσης. Για την ακρίβεια το τρίτο τρίμηνο του 2018 το πραγματικό ΑΕΠ της Ιταλίας υποχώρησε κατά 0,1% και το τέταρτο κατά 0.2%. οδηγώντας για το σύνολο της χρονιάς σε ένα αναιμικό 1%. Για το 2019 η πρόβλεψη είναι για ανάπτυξη μόλις 0,2%, κάτι που εύκολα θα μπορούσε να οδηγήσει σε ύφεση.

Είναι εμφανές ότι η ευρωπαϊκή οικονομία, παρότι ενισχύθηκε από την έστω και με καθυστέρηση εφαρμογή πολιτικών «ποσοτικής χαλάρωσης» που επέτρεψαν να διατηρούνται επίπεδα ρευστότητας, κάτι που τροφοδότησε την ανάπτυξη, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το κόστος από την αδυναμία να αναδυθεί ένα παραγωγικό και τεχνολογικό υπόδειγμα ικανό να διαμορφώνει όρους αυτοτροφοδοτούμενης ανάπτυξης.

Αυτό δεν είναι άσχετο με το γεγονός ότι παρά την αποδοχή, έστω και με καθυστέρηση της λογικής της «ποσοτικής χαλάρωσης» (η οποία πλέον έχει ολοκληρωθεί), η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι θεσμοί της κατεξοχήν ασχολήθηκαν με τη δημοσιονομική πειθαρχία, έδωσαν μικρή βαρύτητα στην ανάπτυξη και στην πραγματικότητα δεν έκαναν κάποια ουσιαστική προσπάθεια να βελτιώσουν τους θεσμούς οικονομικής διακυβέρνησης στην Ευρώπη, με την σχετικά κατά καιρούς εξαγγελίες να φαντάζουν όλο και περισσότερο ρητορικές. Αυτό ισχύει ειδικά για την Ευρωζώνη που εξακολουθεί να έχει χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σύγκριση με τις χώρες της ΕΕ που βρίσκονται εκτός του κοινού νομίσματος.

Η επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης στην ΕΕ και η Ελλάδα

Οι εξελίξεις με την ευρωπαϊκή οικονομία μας αφορούν άμεσα, γιατί σε μεγάλο βαθμό οι αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας θα εξαρτηθούν από τις εξελίξεις στην Ευρώπη.

Είναι αλήθεια ότι η έκθεση της Κομισιόν όντως αναφέρει ότι η Ελλάδα στο 2019 θα έχει ανάπτυξη 2.2% και το 2020 2,3%. Μόνο που διάφορες παράμετροι μπορεί να οδηγήσουν σε επιδείνωση αυτών των δυναμικών.

Καταρχάς υπάρχει το θέμα των ελληνικών εξαγωγών. Το 2018 είχαμε μια σημαντική αύξηση των ελληνικών εξαγωγών. Ειδικότερα, οι εξαγωγές συμπεριλαμβανομένων των πετρελαιοειδών αυξήθηκαν με διψήφιους ρυθμούς και έσπασαν το φράγμα των 30 δισ. ευρώ, φθάνοντας στα 33,42 δισ. ευρώ, αύξηση 15,7% σε σχέση με το 2017 και τα 22,15 δισ. ευρώ μη συμπεριλαμβανομένων των πετρελαιοειδών, ήτοι αύξηση 10,7% σε σχέση με το 2017.

Όμως, ιδιαίτερη σημασία έχει σε ποιες περιοχές κατευθύνονται οι ελληνικές εξαγωγές.  Τα στοιχεία για το 2018, δείχνουν ότι το ποσοστό των εξαγωγών που κατευθύνονται στις αγορές των κρατών-μελών της Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένων των πετρελαιοειδών, διαμορφώθηκε στο 52,8% από 53,7% κατά το 2017 ενώ το μερίδιο των εξαγωγών προς τις Τρίτες Χώρες ανήλθε σε 47,2% από 46,3% το 2017. Χωρίς τα πετρελαιοειδή, το μερίδιο των εξαγωγών προς τις χώρες της ΕΕ διαμορφώνεται στο 67,5% και των τρίτων χωρών στο 32,5%. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία για τον Δεκέμβριο αναφέρουν άνοδο προς τις χώρες της ΕΕ (+2,6%), αλλά περιορισμός των εξαγωγών προς τις Τρίτες Χώρες (-8,4%). Όταν εξαιρεθούν τα πετρελαιοειδή, οι εξαγωγές καταγράφουν μείωση προς τις χώρες της ΕΕ κατά -3,4% και αντίθετα αύξηση προς τις Τρίτες Χώρες κατά 9,2%.

Όλα αυτά δείχνουν ότι οποιαδήποτε υποχώρηση των ρυθμών ανάπτυξης στην ΕΕ και άρα μείωση και της ζήτησης για ελληνικά προϊόντα (συμπεριλαμβανομένων των πετρελαιοειδών) θα σημάνει μείωση των ελληνικών εξαγωγών και αυτό με τη σειρά του θα σημαίνει υποχώρηση της θετικής επίπτωσης που έχουν στο ρυθμό ανάπτυξης οι εξαγωγές.

Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη πληθαίνουν και τα αρνητικά μηνύματα για τον τουρισμό για το 2019 μετά τα φετινά ρεκόρ. Αυτό αποτυπώνει και την υποχώρηση της ανάπτυξης στην Ευρώπη, αλλά και τον τρόπο που άλλοι προορισμοί όπως η Τουρκία και η Αίγυπτος φαντάζουν πιο ελκυστικοί.

Σύμφωνα με στοιχεία της ηλεκτρονικής πλατφόρμας Traveltainment στις προκρατήσεις ιδίως των Γερμανών πελατών κυριαρχούν προορισμοί στην Τουρκία και την Αίγυπτο που διεκδικούν αποφασιστικό μέρος της κίνησης που είχε κατευθυνθεί προς την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.

Παρότι είναι νωρίς για εκτιμήσεις για την πορεία του τουρισμού είναι σαφές ότι είναι υπαρκτό το ενδεχόμενο για έστω και μικρή υποχώρηση της τουριστικής κίνησης τη φετινή χρονιά, στοιχείο που επίσης θα σημαίνει και μικρότερο ρυθμό ανάπτυξης, με δεδομένη τη μεγάλη βαρύτητα του τουρισμού στην ελληνική οικονομία.

Τα όρια της «ενδογενούς» δυναμικής

Ο αντίλογος σε όλα αυτά είναι ότι η Ελλάδα αυτή τη στιγμή στην έξοδο από μια καταστροφική ύφεση έχει αποκτήσει μια δική της δυναμική καθώς η οικονομία σταδιακά επιστρέφει σε μια «κανονικότητα».

Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης παραπέμπουν σε στοιχεία όπως η συνεχιζόμενη μείωση της ανεργίας, η προοπτική, για πρώτη φορά μετά από καιρό, σχετικά μαζικά διορισμών στο δημόσιο, η αύξηση του κατώτερου μισθού και η κατάργηση του υποκατώτατου,  η υψηλή απορροφησιμότητα ευρωπαϊκών κονδυλίων, αλλά και φαινόμενα όπως η αύξηση των επενδύσεων γενικά αλλά και ειδικότερα η αύξηση της επένδυσης σε νέο μηχανολογικό εξοπλισμό στη μεταποίηση.

Σύμφωνα με αυτό το σχήμα, τόσο αύξηση της ζήτησης όσο και η ανάκαμψη μιας ορισμένης επενδυτικής δραστηριότητας μπορούν να διαμορφώσουν μια δυναμική ανάπτυξης που θα μπορούσε να αντέξει ακόμη και εάν το διεθνές περιβάλλον γίνει πιο δυσμενές.

Μόνο που μια τέτοια προσέγγιση παραβλέπει κρίσιμες παραμέτρους. Για παράδειγμα, όσο δεν επιλύεται το ζήτημα με τα «κόκκινα δάνεια»,  τόσο οι επιχειρήσεις δεν έχουν τη δυνατότητα για τέτοια χρηματοδοτηση από το τραπεζικό σύστημα που πραγματικά θα έδινε μια αναπτυξιακή δυναμική.

Το διαρκές πρόβλημα της υπερφορολόγησης

Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε και για το πρόβλημα της υπερφορολόγησης που εξακολουθεί να δημιουργεί εμπόδια και στην ανάπτυξη και στην προσέλκυση επενδύσεων.  Σύμφωνα με έκθεση του Tax Foundation η Ελλάδα ως προς τη φορολογία των επιχειρήσεων καταλαμβάνει την 23η θέση στην Ευρώπη, με 29% το 2018, την ώρα που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι στο 22,5%. Η Ελλάδα έχει χαμηλότερη φορολογία από τη Γαλλία (34,4%), τη Γερμανία (29,8%), το Βέλγιο (29,6%), χώρες που έχουν ταυτόχρονα μεγάλη παράδοση στη φορολογία αλλά και σημαντική παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα, αλλά και υψηλότερη της Ιταλίας (27,8%), την Ισπανία (25%), την Πολωνία (19%) αλλά ακόμη και τη γειτονική Τουρκία (22%).

Το στοιχείο αυτό δείχνει μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις που διαπερνούν σήμερα την ελληνική οικονομία. Η απαίτηση για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα σε βάθος χρόνος δυσκολεύει οποιαδήποτε προσπάθεια για μείωση της φορολογίας, την ώρα που η τελευταία γίνεται εμπόδιο στην αναπτυξιακή δυναμική, τόσο στο επίπεδο επενδυτικών επιλογών των επιχειρήσεων όσο και σε επίπεδο καταναλωτικής συμπεριφοράς των νοικοκυριών.

Ο «εκλογικός κύκλος» και τα πραγματικά ερωτήματα της οικονομίας

Όλα αυτά αποκτούν τη δική τους επικαιρότητα, την ώρα που ο «εκλογικός κύκλος» στον οποίο εκ των πραγμάτων έχουμε μπει σημαίνει ότι… απλώς θα πρέπει να περιμένουν.

Την ώρα, δηλαδή, που χρειάζονται αποφασιστικές και το κυριότερο έγκαιρες παρεμβάσεις ώστε να διατηρηθεί αναπτυξιακή δυναμική, ακόμη και μέσα σε ένα επιδεινούμενο διεθνές περιβάλλον,  η κυβέρνηση, αλλά και με έναν τρόπο το σύνολο του πολιτικού συστήματος, είναι στραμμένο προς τις εκλογές και τις απαιτήσεις τους και διαμορφώνουν μια συνθήκη όπου οι αναγκαίες παρεμβάσεις απλώς αναβάλλονται διαρκώς για πιο εύθετο χρόνο, την ώρα που και οι παράγοντες της οικονομίας είναι εκ των πραγμάτων επιφυλακτικοί.

Μένει να δούμε ποιο θα είναι το κόστος αυτού του χαμένου διαστήματος.

Γράψτε το σχόλιο σας