Από την αρχή έχω πει ότι θα ήμουν θετικός σε μια συζήτηση για τη λύση του «Μακεδονικού». 

Δεν πιστεύω ότι ωφελεί η εκκρεμότητα. 

Και λύση, το ξέρουμε πολλά χρόνια, σημαίνει σύνθετη ονομασία και μια ισορροπία όπου θα αναγνωρίζουμε το δικαίωμα των γειτόνων να έχουν ταυτότητα αλλά θα μπαίνει φραγμός στον αλυτρωτισμό.

Με αυτή την έννοια δεν θα είχα αντίρρηση για μια συμφωνία. Θα έλεγα ότι τη χρειαζόμασταν χρόνια τώρα.

Όμως διαφωνώ με τη μεθόδευση που επέλεξε ο Τσίπρας.

Πρώτον, γιατί δεν πρόκρινε το θέμα επειδή το θεώρησε ώριμο, αλλά επειδή το ζήτησαν οι αμερικάνοι και οι ευρωπαίοι.

Δεύτερον, επειδή δεν προετοίμασε την κοινωνία για την ανάγκη μιας λύσης.

Τρίτον, γιατί δεν είδε το θέμα ως ζήτημα εθνικής συνεννόησης αλλά ως ευκαιρία να διασπάσει τη ΝΔ.

Γιατί ο Τσίπρας μπορούσε να είχε επιλέξει άλλη μεθόδευση.

Όταν φάνηκε ένα «παράθυρο ευκαιρίας» με την κυβερνητική αλλαγή στην ΠΓΔΜ και αφού έκανε κάποιες προκαταρκτικές διερευνητικές επαφές να μάζευε τους πολιτικούς αρχηγούς. «Κεκλεισμένων των θυρών». Χωρίς δημοσιότητα. Τον Μητσοτάκη, τη Γεννηματά, τον Θεοδωράκη και τον Κουτσούμπα. 

Και να τους έλεγε υπάρχει αυτή η δυνατότητα λύσης και τη στηρίζουν οι αμερικανοί. Λύσης σύμφωνης με αυτά που έλεγαν όλα τα κόμματα, δηλαδή «σύνθετη ονομασία». Και να τους πρότεινε να πάνε από κοινού στη διαπραγμάτευση.

Δεν το έκανε γιατί τον ένοιαζε να έχει κομματικά οφέλη.

Από την άλλη, όμως, και η αντιπολίτευση, με την εξαίρεση του ΚΚΕ που έχει θέση αρχής για το ΝΑΤΟ,  επίσης έπαιξε κομματικά. Τη λύση που διαπραγματεύτηκε ο Κοτζιάς την είχαν πρωτοδιαπραγματευτεί κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ.

Καταλαβαίνω ότι η αντιπολίτευση δεν είναι υποχρεωμένη να δίνει στήριξη στην κυβέρνηση, ιδίως όταν έχει τη συμπεριφορά του Τσίπρα. 

Όμως, η αλήθεια είναι ότι ούτε ο Κυριάκος, ούτε η Φώφη είναι με το «καμιά αναφορά της λέξης Μακεδονία ή παραγώγου της».

 

Το αποτέλεσμα ήταν η συμφωνία να μπει στην κομματική προεκλογική αντιπαράθεση. 

Και στην προσπάθεια της Χρυσής Αυγής και των φασιστών να σηκώσουν κεφάλια ως «υπερασπιστές εθνικών θεμάτων».

Γιατί η ρητορική των «μακεδονομάχων», αντί της ψύχραιμης συζήτησης για τα υπέρ και τα κατά της συμφωνίας και την ανάγκη παραπάνω εγγυήσεων, τελικά την άκρα δεξιά θα ευνοήσει.

Γιατί η Συμφωνία θα κυρωθεί, από ό,τι φαίνεται, και η επόμενη κυβέρνηση, που λογικά δεν θα είναι του ΣΥΡΙΖΑ, θα την εφαρμόσει. 

Όμως, η άκρα δεξιά θα βγαίνει και θα καταγγέλλει τους «προδότες» και θα συνεχίσει να κάνει παιχνίδι. 

Όπως ακριβώς τώρα προσπαθεί η Χρυσή Αυγή να το παίξει «πατριωτική δύναμη» την ώρα που είναι ένα κόμμα που θαυμάζει τον Χίτλερ και τους Ναζί που έφεραν την Κατοχή!

Και το τι είναι η Χρυσή Αυγή το είδαμε στις αθλιότητες στο χτεσινό συλλαλητήριο που έδωσε άλλοθι στην αστυνομία να ρίξει χημικά και στους ειρηνικούς διαδηλωτές.

Τι μπορεί να γίνει; Έστω και τώρα να γίνει κουβέντα σοβαρή στη Βουλή. 

Με ευθύνη της αντιπολίτευσης. 

Όχι συνθήματα, κραυγές και «ξεπουλάτε τη Μακεδονία μας». 

Όχι συζήτηση με το βλέμμα στις κάλπες. Δεν είναι όλα για ψηφοθηρία. 

Να ακουστούν τοποθετήσεις και επιχειρήματα. 

Αν μπορεί να βελτιωθεί η συμφωνία, ας προταθούν τρόποι συγκεκριμένοι για να γίνει αυτό. 

Αν χρειάζονται επιπλέον εγγυήσεις ας διατυπωθούν με σαφήνεια. 

Αν τελικά πρέπει να καταψηφιστεί αυτό να γίνει γιατί όντως πρέπει και όχι με τη λογική «ας βγάλει κάποιος το φίδι από την τρύπα και ας επωμιστεί και το πολιτικό κόστος».

Γιατί όσο δεν επανέρχεται η πολιτική και η πραγματική πολιτική συζήτηση πρόοδο δεν μπορούμε να έχουμε.