Ετσι, με κεφαλαίο. Για να παραπέμπει στο μυθιστόρημα του Κάφκα. Μόνο που, επιτρέψτε μου, θεωρώ την καθαρίστρια πιο τραγικό πρόσωπο ακόμα και από τον Γιόζεφ Κ., ο οποίος στη «Δίκη» κατηγορείται – και τελικά εκτελείται με μια μαχαιριά στο στήθος – για ένα έγκλημα που ούτε γνωρίζει ούτε έχει ποτέ διατυπωθεί στην αίθουσα του δικαστηρίου. Εδώ όμως έχουμε μια πραγματικότητα. Δεν μιλάμε για την τρομοκρατία της ασάφειας, αλλά για την ακύρωση της έννοιας της δικαιοσύνης σύμφωνα με την οποία όλοι είναι ίσοι απέναντι στον νόμο.

Δεν θα συγκρίνω την περίπτωση αυτή με τον Τσοχατζόπουλο που κυκλοφορεί ελεύθερος και εκδικητικός (διότι, προφανώς, το πρώτο τουλάχιστον, του το επιτρέπει ο νόμος), με τις οφειλές δεκάδων εκατομμυρίων που χαρίζονται, με τις «κρατικές πλαστογραφίες» που κουκουλώνονται. Αλλες υποθέσεις θα μου πουν, άλλες δικογραφίες. Μου φτάνει που ενώ πλαστογράφοι πανεπιστημιακών πτυχίων δεν κάθονται καν στο εδώλιο, μια καθαρίστρια οδηγείται για δέκα χρόνια στη φυλακή. Επειδή πλαστογράφησε το απολυτήριο του Δημοτικού. Με απώτερο σκοπό να καθαρίζει καμπινέδες. Τόσο μεγάλο έγκλημα.

Να τη χαίρονται τη δικαιοσύνη όσοι έβγαλαν αυτήν την τραβηγμένη όχι από τα μαλλιά, αλλά από την περούκα (όπως μου είπε συνάδελφος του δικαστικού ρεπορτάζ), απόφαση. Αυτό όμως που μου έκανε εντύπωση είναι ο ροζ μανδύας του δικαιωματισμού που, προς το παρόν τουλάχιστον αλλά οπωσδήποτε τρεις μέρες αφού δημοσιοποιήθηκε η υπόθεση, δεν έχει καν σαλέψει.

Και θυμάμαι εκείνα τα κόκκινα πλαστικά γάντια που κρατούσαν το 2014, τα γκέμια των καλπαζόντων προς την εξουσία αλόγων (και παραλόγων) του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτά που έκαναν τις καθαρίστριες του υπουργείου Οικονομικών μασκότ του προεκλογικού αγώνα. Τη συναυλία της Αλεξίου. Τη Βαλαβάνη που την πρώτη μέρα ανάληψης των υπουργικών καθηκόντων της κατέπλευσε στο υπουργείο κρατώντας κουτί με πάστες για να κεράσει τις καθαρίστριες. Τον σημερινό Πρωθυπουργό που φωτογραφιζόταν πανευτυχής ανάμεσα στις πασιονάριές του. Τώρα, απουσία πανταχόθεν.