Αν κάτι ειπωθεί λάθος μια φορά μπορεί να λέγεται εκ παραδρομής. Αν το ίδιο πράγμα ειπωθεί ξανά, την επομένη, τότε μάλλον κάτι δεν πάει καλά. Αν πια ειπωθεί και τρίτη φορά και μάλιστα ζητώντας, ο ομιλητής, να δοθεί έμφαση σε αυτό, τότε μάλλον αυτό το λάθος αποτελεί μήνυμα που πρέπει να σκεφτούμε αλλιώς.

Αυτό συνέβη με τη φράση του πρωθυπουργού πως οι αποφασεις του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν δημιουργούν νομική δέσμευση (και «κανονιστική υποχρέωση») αλλά ηθική υποχρέωση. Το είπε τρεις φορές, σε σχέση με τα αναδρομικά, την Τετάρτη, απευθυνόμενος στα στελέχη της Πολεμικής Αεροπορίας και την Πέμπτη στη Βουλή και στη συνέντευξη του στον Alpha.

Εδώ μπορεί να υποθέσει κανείς πως είτε στους συνεργάτες του Αλέξη Τσίπρα δεν υπάρχουν άνθρωποι που γνωρίζουν νομικά είτε αποφάσισαν να μας κάνουν μια επίδειξη πολιτικής βούλησης που η διατύπωση της όμως αποπνέει έναν αδιανόητο ολοκληρωτισμό. Το πρόβλημα είναι ότι το πρώτο γνωρίζουμε καλά πως δεν ισχύει.

Στο άρθρο 95, παράγραφος 5, του Συντάγματος: «Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης».

Δεν υπάρχει αυτή η έννοια της ηθικής υποχρέωσης που ανακάλυψαν οι συνεργάτες του πρωθυπουργού για να μας πουν ότι δίνουν τα δεδικασμένα αναδρομικά επειδή έχουν καλή ψυχή. Οι δικαστικές αποφασεις δεν γράφουν πουθενά «άμα προαιρείσθε», δεν επαφίονται στην καλοσύνη και την παλικαριά του διάδικου, κι η διατύπωση της συνταγματικής διάταξης δεν αφήνει περιθώρια για πολλές ερμηνείες.

Σε δύσκολη θέση

Για να το πούμε απλά, με παράδειγμα: ενος πολίτη, δημόσιου υπαλλήλου, του κόβεται μισθός και προσφεύγει νομίμως και εμπροθέσμως κατά της πράξης που μείωσε το μισθό του. Μετά από δύο χρόνια (με το ρυθμό που δικάζονται αυτά) το δικαστήριο ακυρώνει τη μείωση του μισθού του συγκεκριμένου πολίτη, του προσφεύγοντα, επειδή κρινει πως ο νόμος βάσει του οποίου κόπηκε είναι αντισυνταγματικός. Αυτό είναι αιτιολογία για τη συγκεκριμένη περίπτωση ατομικά. Δεν είναι απόφαση αλλά αιτιολογία, αφού στην Ελλάδα δεν έχουμε συνταγματικό δικαστήριο για να κρίνει τη συνταγματικότητα του νόμου γενικώς και εξ ολοκλήρου. Στην πράξη όμως σημαίνει πως αν δεν αλλάξει ο νόμος θα αρχίσουν να προσφεύγουν κι άλλοι που πλήττονται από αυτόν. Όλες τις αποφάσεις η διοίκηση, το κράτος, θα πρέπει να τις εφαρμόσει υποχρεωτικά.

Αυτά τα γνωρίζουν οι συνεργάτες του πρωθυπουργού και ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας. Γιατί τότε επέμεινε σε αυτές τις διατυπώσεις; Αν η προϊστορία της κυβέρνησης με τη δικαιοσύνη μας έχει μάθει κάτι είναι πως, όσες φορές το ήθελε, δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να της στείλει μηνύματα.

Οι αποφάσεις που θα έχουν δημοσιονομικό αποτέλεσμα πληθαίνουν και ο εκνευρισμός είναι, πλέον, ολοφάνερος. Το έδειξε και η υπουργος Εργασίας, Έφη Αχτσιογλου που, ούτε λίγο ούτε πολύ προέβλεψε πως δεν θα τελεσιδικήσουν οι προσφυγές για τα αναδρομικά και έψεξε τους προσφεύγοντες δικηγόρους, παρ’ ότι το θεσμικό τακτ θα επέβαλλε να μην προδιαθέτει ένα μέλος της κυβέρνησης τις αποφάσεις της ανεξάρτητης δικαιοσύνης.

Το να ζητάει βέβαια κανείς θεσμικό τακτ από τη συγκεκριμένη κυβέρνηση είναι σαν να ζητάει από ελέφαντα να κάνει καλλιτεχνικό πατινάζ πάνω σε μια παγωμένη λίμνη. Το τακτ αυτό μας τελείωσε κι αυτό, μαζί με διάφορα άλλα αυτονόητα, προ πολλού.