«Σοσιαλφιλελεύθερο», «σοσιαλφιλελευθερισμός». Εδώ και λίγο καιρό, αυτές οι λέξεις ακούγονται όλο και περισσότερο στο γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα. «Το Σοσιαλιστικό Κόμμα δεν θα γίνει σοσιαλφιλελεύθερο» διαβεβαιώνει ο γραμματέας του Ζαν-Κριστόφ Καμπαντελίς, ενώ ο Τύπος αναρωτιέται αν η κυβέρνηση Βαλς κάνει μια σοσιαλφιλελεύθερη στροφή και αν ο νέος υπουργός Οικονομίας είναι «κλασικός σοσιαλφιλελεύθερος». Τι σημαίνει όμως πραγματικά αυτός ο όρος;

Όπως αναφέρει ο Monde, η έννοια του «σοσιαλφιλελευθερισμού» υπάρχει στη φιλοσοφία από τον 19ο αιώνα και «νονοί» της θεωρούνται διανοητές, όπως ο Μιλ και ο Χόμπσον. Αντίθετα με άλλα ρεύματα που γεννήθηκαν από την ιδέα του Άνταμ Σμιθ για το «αόρατο χέρι» των αγορών, το ρεύμα αυτό αναζητούσε μια κοινωνία οικονομικά φιλελεύθερη, αλλά με ιδανικά κοινωνικής δικαιοσύνης.

Αν ο μαρξιστικός σοσιαλισμός υποστήριζε την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και τον αυστηρό έλεγχο της αγοράς, ο φιλελεύθερος σοσιαλισμός πρέσβευε τη μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία των αγορών, με κρατική παρέμβαση όμως σε συγκεκριμένα σημεία, όπως ο φόρος κληρονομιάς. Από οικονομική άποψη, εκπροσωπήθηκε κατά τον 20ό αιώνα από τον Τζον Μέιναρντ Κέινς.

Ο «σοσιαλφιλελευθερισμός» αναπτύχθηκε κυρίως στον αγγλοσαξονικό κόσμο και στις σκανδιναβικές χώρες. Αποτελεί ουσιαστικά μια από τις πηγές του βρετανικού Εργατικού Κόμματος και του αμερικανικού Δημοκρατικού Κόμματος: το Κράτος αποφεύγει σε γενικές γραμμές να παρεμβαίνει απέναντι στις αγορές, το κάνει όμως σε ορισμένους τομείς (παιδεία, φτώχεια, υγεία) για να αποκαθιστά μια κοινωνική δικαιοσύνη.

Στη Γαλλία, στα τέλη του 19ου αιώνα, ο Σαρλ Ρενουβιέ χαρακτήρισε τον «φιλελεύθερο σοσιαλισμό» μια συμμαχία της κοινωνικής δικαιοσύνης και της οικονομικής ελευθερίας. Οι όροι αυτοί άλλαξαν με την πάροδο των ετών. Σήμερα, ο σοσιαλφιλελευθερισμός τοποθετείται ανάμεσα στη σοσιαλδημοκρατία και τον νεοφιλελευθερισμό και βασικοί του εμπνευστές θεωρούνται ο Τόνι Μπλερ και ο Γκέρχαρντ Σρέντερ.

Και οι δύο άσκησαν στις χώρες τους μια πολιτική ιδιωτικοποιήσεων και φιλελευθεροποίησης της αγοράς εργασίας, πιστεύοντας ότι ο ρόλος του Κράτους είναι να δημιουργεί κατάλληλες συνθήκες για την οικονομική δραστηριότητα.

Στη Γαλλία, η ιστορία της Αριστεράς ταυτίζεται με μια ριζική αμφισβήτηση του καπιταλισμού. Αντίθετα με το γερμανικό SPD, που «επανιδρύθηκε» το 1959 στο περίφημο συνέδριο του Μπαντ Γκόντεσμπεργκ εγκαταλείποντας τα μαρξιστικά ιδανικά, οι γάλλοι σοσιαλιστές δεν πραγματοποίησαν ποτέ αυτή τη στροφή. Στα χείλη τους, η λέξη «φιλελεύθερος» είχε πάντα υποτιμητική έννοια. Το 1998, ο τότε γραμματέας του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος Ρομπέρ Υ έλεγε ότι ο σοσιαλφιλελευθερισμός δεν καταπολεμά τη λογική του νεοφιλελευθερισμού, αλλά προσπαθεί απλώς να τον «εκπολιτίσει». Αλλά και το Ίδρυμα Κοπέρνικος, που τοποθετούνταν στα αριστερά του Σοσιαλιστικού Κόμματος, επέκρινε το 2001 την πολιτική του Λιονέλ Ζοσπέν, χαρακτηρίζοντάς την «σοσιαλφιλελευθερισμό α-λα γαλλικά».

Ο Μανουέλ Βαλς δεν αποκάλεσε ποτέ τον εαυτό του σοσιαλφιλελεύθερο, δεν έκρυβε όμως και τον θαυμασμό του για τον Μπλερ. Το 2008 τάχθηκε υπέρ της συμφιλίωσης της Αριστεράς με τη φιλελεύθερη σκέψη, ενώ στις προκριματικές εκλογές του 2011 επισήμανε την ανάγκη αναθεώρησης του κοινωνικού κράτους, ώστε να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα. «Η Αριστερά είναι θύμα του συνδρόμου του Φορτ Άλαμο» τόνιζε. «Φαντασιώνεται ότι την πολιορκούν οι θιασώτες του νεοφιλελευθερισμού και καλεί τους ψηφοφόρους να λάβουν μέρος πίσω από τα τείχη σε έναν απελπισμένο πόλεμο εναντίον των κυμάτων της παγκοσμιοποίησης».

Μπορούμε άραγε σήμερα να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα σε μια σοσιαλφιλελεύθερη και μια σοσιαλδημοκρατική πολιτική; Μάλλον όχι, απαντά ο Σαμουέλ Λοράν στην εφημερίδα Le Monde. Το γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα έχει πάψει εδώ και καιρό να αναζητά τη ρήξη με τον καπιταλισμό ή να τον αμφισβητεί ριζικά. Και ο Βαλς ενσαρκώνει καθαρά αυτό το γεγονός. Η «δεύτερη Αριστερά» του Μισέλ Ροκάρ, που υποστήριζε πάντα μια σοσιαλδημοκρατική γραμμή, υπάρχει από τη δεκαετία του ’80 και κυριαρχεί στο κόμμα μέσα από τους κληρονόμους του Ζακ Ντελόρ: τη Μαρτίν Ομπρί, τον Λοράν Φαμπιούς, τη Σεγκολέν Ρουαγιάλ, τον Ντομινίκ Στρος-Καν και τον Φρανσουά Ολάντ. Πέρα από τη θεωρία, το Σοσιαλιστικό Κόμμα εφαρμόζει εδώ και καιρό μια πολιτική που συνοδεύει τον οικονομικό φιλελευθερισμό. Η «πληθυντική Αριστερά» του Λιονέλ Ζοσπέν ήταν η κυβέρνηση που ιδιωτικοποίησε τις περισσότερες επιχειρήσεις στην Πέμπτη Δημοκρατία.

Το 2005, το κόμμα τάχθηκε υπέρ του «ναι» στη συνταγματική συνθήκη της Ευρώπης, η οποία καθιέρωνε τους κανόνες ελεύθερου ανταγωνισμού, ελεύθερης κυκλοφοράς των κεφαλαίων και φιλελευθεροποίησης της οικονομίας. Πιο πρόσφατα, με τον Φρανσουά Ολάντ, το κόμμα υποστήριξε μια «πολιτική της προσφοράς», που επιχειρεί να δώσει μεγαλύτερα περιθώρια στις επιχειρήσεις με το Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας.

Με άλλα λόγια, μπορεί κανείς να βρει περισσότερους «δείκτες» της Αριστεράς στον κοινωνικό τομέα (μετανάστευση, γάμος των ομοφύλων) παρά στην οικονομική πολιτική, η οποία υπαγορεύεται σε μεγάλο βαθμό από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ-ΜΠΕ

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr