Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026
weather-icon 21o
«Ο Σκοτεινός Ιππότης: η Επιστροφή»: επιτέλους στις αίθουσες!

«Ο Σκοτεινός Ιππότης: η Επιστροφή»: επιτέλους στις αίθουσες!

Με την τρίτη ταινία, ο Κρίστοφερ Νόλαν ολοκληρώνει την ιστορία του Σκοτεινού Ιππότη, η οποία ξεκίνησε το 2005. Διαβάστε παρακάτω trivia σχετικά με την παραγωγή και τους πρωταγωνιστές! Διαγωνισμός με συλλεκτικά δώρα από το «The Dark Knight Rises» Η Αν Χάθαγουεϊ είναι η μοναδική βασική ηθοποιός του καστ που συνεργάζεται για πρώτη φορά με τον […]

Με την τρίτη ταινία, ο Κρίστοφερ Νόλαν ολοκληρώνει την ιστορία του Σκοτεινού Ιππότη, η οποία ξεκίνησε το 2005. Διαβάστε παρακάτω trivia σχετικά με την παραγωγή και τους πρωταγωνιστές!


Η Αν Χάθαγουεϊ είναι η μοναδική βασική ηθοποιός του καστ που συνεργάζεται για πρώτη φορά με τον Κρίστοφερ Νόλαν.

Στην ταινία «Ο Σκοτεινός Ιππότης: Η Επιστροφή» κάνουν την εμφάνισή τους δύο νέοι σύμμαχοι του Μπάτμαν.
Η Μαριόν Κοτιγιάρ που ενσαρκώνει τη Μιράντα Τέιτ, μία πλούσια γυναίκα με ενεργή φιλανθρωπική δράση, η οποία μετέχει στο διοικητικό συμβούλιο της Wayne Enterprises και ο Τζόζεφ Γκόρντν-Λέβιτ που υποδύεται τον αστυνόμο Μπλέικ. Η Κοτιγιάρ και ο Γκόρντον-Λέβιτ έχουν συνεργαστεί στο παρελθόν με τον Νόλαν στην ταινία «Inception«.

Και σε αυτή την ταινία ο Μπάτμαν είναι εξοπλισμένος με τη στολή του (batsuit) και το Bat-Pod που του επιτρέπει να κυκλοφορεί στους δρόμους της Γκόθαμ Σίτι.
Σε αυτήν την ταινία ωστόσο προστίθεται και ένα νέο γκάτζετ στο οπλοστάσιό του: η Νυχτερίδα (The Bat), ένα αεριωθούμενο όχημα που του επιτρέπει να πετά.

Στο τρίτο μέρος της τριλογίας του Μπάτμαν ο Νόλαν έκανε ευρύτερη χρήση της τεχνολογίας IMAX, γυρίζοντας σχεδόν τη μισή ταινία με τέτοιου είδους κάμερες, οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα πιο «γεμάτη» εικόνα και ήχο, ενώ σου επιτρέπει να κινηματογραφείς έχοντας πολύ χαμηλό φωτισμό.

Για τις ανάγκες της ταινίας, οι δημιουργοί και οι ηθοποιοί ταξίδεψαν σε τρεις ηπείρους, από την Ινδία μέχρι και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Για πρώτη φορά, τρεις διαφορετικές αμερικάνικες πόλεις χρησίμεψαν ως σκηνικό για την Γκόθαμ Σίτι: το Πίτσμπουργκ, το Λος Άντζελες, και η Νέα Υόρκη.

Ο Τομ Χάρντι (Μπέιν) αναφέρει ότι η μάσκα –την οποία φορά σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της ταινίας – κάθε άλλο παρά αποτρεπτικός παράγοντας ήταν στο να πει «ναι» στη συμμετοχή του στην ταινία.

Σε αντίθεση με τον Μπάτμαν, o Μπέιν δεν φορά μάσκα για να κρύψει την ταυτότητά του, αλλά για να μη νιώθει τον πόνο, που προέρχεται από τα τραύματα που υπέστη στο παρελθόν.

Μετά το «Batman Begins», η στολή του Μπάτμαν επανασχεδιάστηκε σε μεγάλο βαθμό για την ταινία «Ο Σκοτεινός Ιππότης«, ώστε να είναι πιο άνετη και να του δίνει μεγαλύτερη ευελιξία. Υιοθετώντας μία παροιμία που λέει «Αν κάτι δεν έχει σπάσει, δεν το αλλάζεις,» η ενδυματολόγος Λίντι Χέμινγκ και η ομάδα της δεν έκαναν σχεδόν καθόλου αλλαγές στο κοστούμι για την τελευταία ταινία της τριλογίας.

Το «πολυεπίπεδο» Batsuit αποτελείται από 110 ξεχωριστά κομμάτια, το καθένα από τα οποία έπρεπε να ξαναφτιαχτεί πολλές φορές κατά τη διάρκεια της παραγωγής. Η εσωτερική βάση του είναι φτιαγμένη από ένα μίγμα πολυεστέρας που χρησιμοποιείται στο στρατό και στην κατασκευή αθλητικών εξαρτημάτων υψηλής τεχνολογίας, λόγω της δυνατότητας του να «αναπνέει» και να κρατά μακριά την υγρασία.. Η κουκούλα φτιάχτηκε αρχικά από ένα εκμαγείο του προσώπου και του κεφαλιού του Μπέιλ, και στη συνέχεια πήρε την κατάλληλη μορφή, ώστε να έχει τέλεια εφαρμογή.

Υπήρξαν δέκα διαφορετικές εκδοχές της κάπας του Μπάτμαν. Οι μικρότερες, χρησιμοποιήθηκαν στις σκηνές δράσης, και οι μεγαλύτερες στις σκηνές που πετά πάνω από την Γκόθαμ Σίτι, ώστε να προσομοιάζουν στα ανοιγμένα φτερά της νυχτερίδας.

Για το κοστούμι του Μπέιν, η Χέμινγκ θέλησε να δώσει την εντύπωση ότι είναι ένα κράμα φτιαγμένο από διαφορετικά κομμάτια, σαν ο άνθρωπος που το φορά να έχει περάσει από πολλές και διαφορετικές περιοχές. Κάποια κομμάτια του γιλέκου του, για παράδειγμα, είναι φτιαγμένα από παλιές στρατιωτικές σκηνές.

Τη μάσκα του Μπείν δημιούργησε η ομάδα ειδικών εφέ, χρησιμοποιώντας ένα ψηφιακό μοντέλο του προσώπου και του κρανίου του Τομ Χάρντι. Ο υπεύθυνος των ειδικών εφέ στα κοστούμια , Γκράχαμ Τσέρτσγιαρντ λέει: « Η μάσκα του Μπείν έπρεπε να μοιάζει ότι είναι φτιαγμένη από μέταλλο, αλλά και να εφαρμόζει τέλεια στο πρόσωπό του.

Για τον Νόλαν, το σημαντικότερο στοιχείο στην εμφάνιση της Σελίνα ως Catwoman ήταν το σχήμα των αυτιών, που θα έπρεπε να θυμίζουν αυτιά γάτας. Επίσης, είχε την ιδέα να της προσθέσει ένα ζευγάρι γυαλιών νυχτερινής όρασης που πίστευε ότι θα καθόριζε σε σημαντικό βαθμό τη σιλουέτα της.

Το κοστούμι της Σελίνα αποτελείτο στην πραγματικότητα από δύο κομμάτια, όμως με τη στενή ζώνη που φορά, μοιάζουν σαν να είναι ένα.

Το σύνολο συμπληρώνουν τα μακριά γάντια και οι ψηλοτάκουνες μπότες.

Ο σωματικές ικανότητες του Κρίστιαν Μπέιλ είναι αξιοσημείωτες. Ο Μπάστερ Ριβς, ο υπεύθυνος στην ταινία για τις πολεμικές σκηνές αναφέρει ότι αρκούσε να επαναλάβει τις κινήσεις δύο φορές για να γυριστεί η σκηνή.

Μία από τις κύριες προκλήσεις στην κινησιολογία του Μπέιν ήταν το θέμα του συγχρονισμού.
Ο Ριβς διευκρινίζει, «Οι κινήσεις του είναι γρήγορες, αλλά μιλά πολύ αργά και μεθοδικά. Το να κινείσαι με ταχύτητα και ταυτόχρονα να μιλάς πολύ αργά είναι πολύ πιο δύσκολο από ό, τι φαίνεται. Χρειάστηκαν πολλές πρόβες ώστε να μπορέσει να πει τα λόγια του, κατά τη διάρκεια της δράσης.»

Εξαιτίας των μασκών που φορούσαν οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες, ο Κρίστιαν και ο Τομ, τα γυρίσματα των μεταξύ τους σκηνών ήταν ιδιαίτερα δύσκολα, καθώς δεν μπορούσαν να ακούσουν ο ένας τον άλλο.

Η Αν Χάθαγουεϊ είχε έναν από τους πιο δύσκολους ρόλους, καθώς έπρεπε να κάνει τα πάντα πάνω στα ψηλοτάκουνά της.
Ωστόσο, η παραγωγός Έμα Τόμας σημειώνει ότι έκανε μόνη της όλες τις σκηνές (χωρίς τη βοήθεια κασκαντέρ) και ότι τα κατάφερε με μοναδική επιδεξιότητα και ακρίβεια.

Το Bat-Pod έχει το ίδιο μεγάλα ελαστικά όπως και το Batmobile (γνωστό και ως Tumbler, στην τριλογία του Σκοτεινού Ιππότη).

Αν και φαίνεται μάλλον δυσκίνητο, το Bat-Pod είναι γρήγορο και ευέλικτο και πλήρως εξοπλισμένο με κανόνια, πολυβόλα μεγάλου διαμετρήματος, και εκτοξευτές γάντζων.

Το Bat-Pod δεν είναι εύκολο στην οδήγηση. Απαιτεί δύναμη και ειδική τεχνική για να το μανουβράρεις.

Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας, ο μοναδικός που μπορούσε να οδηγήσει το Bat-pod ήταν ο κασκαντέρ Ζαν Πιερ Γκόι.

Όταν η Catwoman χρειάζεται να βγει στους δρόμους της Γκόθαμ Σίτι με το Bat-pod εκείνη που την ντουμπλάρει είναι η κασκαντέρ Τζολίν Βαν Βουτ, η πρώτη γυναίκα που κατάφερε να οδηγήσει ανάποδα αγωνιστική μηχανή. Ο υπεύθυνος ειδικών εφέ, Κρις Κόρμπουλντ, χρειάστηκε να κάνει κάποιες προσαρμογές στο Bat-Pod προκειμένου να το οδηγήσει γυναίκα. Επειδή πρόκειται για ένα βαρύ όχημα, ανακατασκευάστηκε ένα μέρος του πλαισίου του από αλουμίνιο, ώστε να γίνει ελαφρύτερο και να μπορέσει έτσι η Τζολίν να κάνει κάποιες θεαματικές μανούβρες.

Μπορεί το Bat-Pod να δίνει στον Μπάτμαν τη δυνατότητα να ξεχύνεται στους δρόμους της Γκόθαμ Σίτι, όμως στην τελευταία ταινία της τριλογίας, χάρη στη νέα ανακάλυψη του Λούσιους Φοξ, μπορεί να «κυριεύσει» και στον αέρα, καθώς στο οπλοστάσιό του προστίθεται η «Νυχτερίδα» (The Bat).

Ο Νόλαν και ο Κρόλεϊ συνεργάστηκαν για το σχεδιασμό αυτής της αεριωθούμενης μηχανής η οποία «δανείζεται» στοιχεία από ένα ελικόπτερο Apache, ένα Osprey τζετ, και ένα Harrier τζετ. Και, φυσικά, είναι μαύρο!

Η Νυχτερίδα μοιάζει στη λειτουργία της με ελικόπτερο, του οποίου οι έλικες βρίσκονται κάτω από το όχημα και ο αέρας διοχετεύεται σε αυτούς μέσω αεραγωγών που βρίσκονται στο πάνω μέρος. Έχει πτερύγια και περσίδες που αλλάζουν την αεροδυναμική του και του επιτρέπουν να ελιχτεί γύρω από τα κτήρια. Τα περισσότερα μέρη του είναι συναρμολογούμενα (το πιλοτήριο, τα εναέρια πτερύγια, τα φώτα). Είναι περίπου 30 μέτρα σε μήκος και 17 μέτρα σε πλάτος και ζυγίζει σχεδόν 1.300 κιλά.

Ο Σκοτεινός Ιππότης: η Επιστροφή Διαβάστε την υπόθεση του τρίτου μέρους της τριλογίας και δείτε το trailer

Η αρχική σκηνή της ταινίας γυρίστηκε σχεδόν εξολοκλήρου στον αέρα πάνω από το Ινβερνές της Σκωτίας. Πρώτα ωστόσο «δημιουργήθηκε» ψηφιακά στον υπολογιστή, προκειμένου να διαπιστωθεί τι ήταν εφικτό να κινηματογραφηθεί στον αέρα και τι όχι.

Ο Τομ Στρούδερς, υπεύθυνος για τα ακροβατικά, σημειώνει ότι από την εμπειρία του ήταν η πρώτη φορά που σε ταινία τέσσερα άτομα πέφτουν από το πίσω μέρος αεροσκάφους, σε χωριστές γραμμές και προσγειώνονται σε ένα άλλο αεροπλάνο. Προκειμένου να επιτευχθεί η αρχική αυτή σκηνή, έγιναν πολλές δοκιμές με κούκλες από διάφορες εξέδρες, ενώ είχαν προβλεφθεί μία σειρά από ασφαλιστικές δικλείδες.

Για τις ανάγκες της ταινίας (πολλές υπόγειες σκηνές, συμπεριλαμβανομένων εκείνων στο Batcave), πολλά γυρίσματα έπρεπε να γίνουν σε χαμηλό φωτισμό, κάτι που έγινε εφικτό εξαιτίας της τεχνολογίας IMAX.

Καθώς το καταφύγιο του Μπάτμαν μαζί με την οικία τον Γουέιν καταστράφηκαν στην πρώτη ταινία, ο Μπρους Γουέιν είχε μετακομίσει προσωρινά σε μία αποθήκη (Bat-Bunker).
Ωστόσο, το αρχοντικό ξαναχτίστηκε στην τελευταία ταινία, μαζί και μία νέα σπηλιά, που χρησίμεψε ως το νέο καταφύγιο του Μπάτμαν.

Ο Νέιθαν Κρόλεϊ, που συνεργάστηκε με το σχεδιαστή παραγωγής Κέβιν Κάβανο εξηγεί ότι το νέο καταφύγιο του Μπάτμαν είναι ένας συνδυασμός των δύο προηγούμενων. Είναι γεωμετρικό, υπερσύγχρονο και…υποβρύχιο. Κατασκευάστηκε στο Stage 30 των Sony Studios, στο Culver της Καλιφόρνια.

Για το εξωτερικό περιβάλλον της φυλακής, έγιναν γυρίσματα στο Τζαϊπούρ της Ινδίας. Σε αντίθεση, για τους εξωτερικούς χώρους της οικίας των Γουέιν, τα γυρίσματα έγιναν σε μία πολυτελή έπαυλη στο Νότιγχαμ της Αγγλίας.

Στο Πίτσμπουργκ, περισσότερα από 11.000 άτομα πλημμύρισαν το στάδιο Χέινζ, το «σπίτι» της αγαπημένης ομάδας ποδοσφαίρου των Steelers, για τη σκηνή στην οποία ο Μπέιν ξεκινά την επανάστασή του, με μια εκρηκτική επίδειξη δύναμης. Μερικά από τα μέλη της ομάδας των Steelers, ενσάρκωσαν τους απατεώνες της Γκόθαμ.

Στο Λος Άντζελες, μια σειρά από αξιοσημείωτες τοποθεσίες χρησιμοποιήθηκαν για τα εξωτερικά γυρίσματα, όπως το LA Convention Center, το οποίο μετατράπηκε σε Ινστιτούτο Εφαρμοσμένης Τεχνολογίας των Wayne Enterprises. Το ιστορικό Union Station που χρησίμεψε ως ένα αυτοσχέδιο δικαστήριο. Και ένα κτίριο στη South Spring Street που μετατράπηκε σε αίθουσα χρηματιστηρίου.

Τα γυρίσματα για το εξωτερικό του χρηματιστηρίου πραγματοποιήθηκαν στο οικονομικό κέντρο της Wall Street στη Νέα Υόρκη.

Για περισσότερα από δύο Σαββατοκύριακα, η παραγωγή απέκλεισε την περιοχή για να γυρίσει δύο από τις κορυφαίες σκηνές της ταινίας, στις οποίες συμμετείχαν οι πρωταγωνιστές, περισσότεροι από 600 κασκαντέρ, αλλά και χιλιάδες κομπάρσοι.

Ο υπεύθυνος για τη μουσική, Χανς Ζίμερ έκανε ένα κάλεσμα στους φανατικούς οπαδούς του, ώστε να συμμετάσχουν στο soundtrack της ταινίας. Το κοινό κλήθηκε να στείλει τις συνθέσεις του μέσω UJAM – ένα δικτυακό τόπο που κάποιος μπορεί να συνθέσει, να παράξει, και να δημοσιεύσει τη μουσική του. Χιλιάδες ανταποκρίθηκαν από όλο τον κόσμο. Οι μουσικές που υποβλήθηκαν επεξεργάστηκαν από τον Ζίμερ και αποτέλεσαν μέρος του υποβλητικού soundtrack της ταινίας.

Η ταινία προβάλλεται στις αίθουσες από τις 21/8/2012 σε διανομή Village

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

in.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθύντρια Σύνταξης: Αργυρώ Τσατσούλη

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 800745939, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: in@alteregomedia.org, Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

ΜΗΤ Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ.232442

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026
Απόρρητο