Ο Αντ.Μπέζας και ο Απ.Φωτιάδης κατέθεσαν στην Εξεταστική για το Βατοπαίδι
Οι πρώην υπουργοί Οικονομικών Αντώνης Μπέζας και Απόστολος Φωτιάδης κατέθεσαν την Τρίτη ενώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής που διερευνά την υπόθεση της Μονής Βατοπαιδίου.
Οι πρώην υπουργοί Οικονομικών Αντώνης Μπέζας και Απόστολος Φωτιάδης κατέθεσαν την Τρίτη ενώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής που διερευνά την υπόθεση της Μονής Βατοπαιδίου.
Ο κ. Μπέζας απέδωσε στην ευθυνοφοβία των υπηρεσιών του υπουργείου Οικονομικών τη δυσπραγία των υφισταμένων του στο να διενεργήσουν φορολογικούς ελέγχους στην Μονή Βατοπαιδίου το 2009.
Παράλληλα, διευκρίνισε πως ο ίδιος δεν ανταποκρίθηκε στην υπόδειξή τους για συγκρότηση ειδικών ελεγκτικών επιτροπών, καθώς οι παραγγελίες για φορολογικούς ελέγχους είχαν ήδη δοθεί, το αίτημα δεν ήταν επαρκώς και σαφώς τεκμηριωμένο, ενώ μια τέτοια παρέμβαση από δικής του πλευράς, θα μπορούσε να εκληφθεί ως σκόπιμη υπουργική επέμβαση στο έργο της υπηρεσίας.
Ο κ. Μπέζας από την αρχή της κατάθεσής του υπογράμμισε πως ο ίδιος με την ιδιότητα του υφυπουργού Οικονομικών, κινήθηκε στη βάση της αποκατάστασης των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί της περιοχής της Βιστωνίδας, δίνοντας μάλιστα κατεύθυνση για δικαστική διεκδίκηση των εκτάσεων που είχαν αποδοθεί στη Μονή Βατοπαιδίου.
Για την νομική στήριξη της προσπάθειας αυτής, ο ίδιος ανακάλεσε τις τρεις αποφάσεις των Γνωμοδοτικών Συμβουλίων, που είχαν (επί των υφυπουργείων των κ.κ. Δρυ και Φωτιάδη) κατοχυρώσει δικαιώματα της Μονής στην περιοχή.
Από την πλευρά του ο κ. Φωτιάδης κατέθεσε ότι «παραδώσαμε στη ΝΔ μια δίκη στο δικαστήριο της Κομοτηνής, κερδισμένη υπέρ του Δημοσίου» και ότι η παραίτηση από τα αποτελέσματα αυτής, αποτελεί ευθύνη της κυβέρνησης της ΝΔ.
O κος Φωτιάδης ανέφερε στην κατάθεσή του, πως ο ρόλος των των Γνωμοδοτικών Συμβουλίων του υπουργείου του είναι συνταγματικά κατοχυρωμένος και πως ο ίδιος σαν υπουργός, δεν θα ήταν δυνατόν να μην σεβαστεί την απόφασή τους, εφόσον τουλάχιστον δεν θα είχε υπόψη του κάποια άλλη επιχειρηματολογία προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Στο πλαίσιο αυτό, «μέχρι την ώρα που ήρθαν οι φορείς της Ξάνθης να διατυπώσουν διαφορετική άποψη, δεν μπορούσα να αντικρούσω την τεκμηριωμένη, αναλυτικά και νομικά απόφαση-γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων. Ούτε είχα και τη δυνατότητα, καθώς η κυριότητα είναι νομικό και όχι πολιτικό ζήτημα (…) Η θέση μου άλλαξε όταν πραγματικά ήρθαν οι φορείς και μου είπαν τα ζητήματα…». Τότε, ο ίδιος προχώρησε σε αναπομπή της υπόθεσης εκ νέου στο Συμβούλιο – «και η αναπομπή αυτή, κατά την παγιωθείσα θέση της επιστήμης, αποτελεί αρχή ανακλήσεως».
Στο ερώτημα γιατί δεν προχώρησε σε απευθείας ανάκληση, ο κ. Φωτιάδης απάντησε πως η ανάκληση χρειάζεται μια αντίστροφη διαδικασία. Αν κινείτο όπως κινήθηκε αργότερα ο Αντ.Μπέζας, η απόφασή του θα συναντούσε διοικητικά και νομικά εμπόδια: «Το ξέρετε ότι στα διοικητικά δικαστήρια αυτό περιμένουν – ώστε να βγάλουν μια απόφαση μισής σελίδας και να πουν ότι δεν τηρήθηκε η προδικασία, άρα, για λόγους τυπικούς απορρίπτεται το αίτημα. Αυτή είναι η εμπειρία η δική μου, εμπειρίας τριάντα πέντε χρόνων δικηγόρου». Για τους ίδιους λόγους, η απόφαση του Αντ.Μπέζα να ανακαλέσει τις αποφάσεις του ιδίου και του Γ. Δρυ, χωρίς να εξασφαλίσει μια νέα γνωμοδότηση, είναι «εντυπωσιακή πολιτικά, αλλά νομικά ανίσχυρη, ασήμαντη, ανύπαρκτη».