Η εμπιστοσύνη των καταναλωτών, αξιόπιστος δείκτης για το τέλος της κρίσης. Ανάλυση του Θανάση Κουκάκη
Η κλιμάκωση της αναταραχής στις χρηματοπιστωτικές αγορές που έγινε ιδιαίτερα αισθητή από τον Σεπτέμβριο 2008, έχει οδηγήσει μέχρι σήμερα σε χρηματιστηριακές απώλειες 12 τρισ. δολαρίων. Οι εντάσεις μεταδόθηκαν ταχύτερα από ότι αναμενόταν στην πραγματική οικονομία, όπου οι επιπτώσεις της κρίσης ακόμη και σήμερα δεν έχουν προσδιορισθεί επακριβώς. Τα στοιχεία ερευνών και οι μακροοικονομικοί δείκτες καταδεικνύουν […]
Η κλιμάκωση της αναταραχής στις χρηματοπιστωτικές αγορές που έγινε ιδιαίτερα αισθητή από τον Σεπτέμβριο 2008, έχει οδηγήσει μέχρι σήμερα σε χρηματιστηριακές απώλειες 12 τρισ. δολαρίων. Οι εντάσεις μεταδόθηκαν ταχύτερα από ότι αναμενόταν στην πραγματική οικονομία, όπου οι επιπτώσεις της κρίσης ακόμη και σήμερα δεν έχουν προσδιορισθεί επακριβώς.
Τα στοιχεία ερευνών και οι μακροοικονομικοί δείκτες καταδεικνύουν ότι η εξασθένηση της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης και η ιδιαίτερα υποτονική εγχώρια ζήτηση θα εμμείνουν τα προσεχή τρίμηνα, καθώς οι χρηματοπιστωτικές πιέσεις συνεχίζουν να επηρεάζουν την οικονομική δραστηριότητα. Διεθνώς η εξωτερική ζήτηση για εξαγωγές έχει μειωθεί, ενώ η εγχώρια δραστηριότητα έχει περιοριστεί ενόψει των λιγότερο ευνοϊκών προοπτικών για τη ζήτηση και των δυσμενέστερων συνθηκών χρηματοδότησης.
Οι προοπτικές για την διεθνή οικονομία εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται από εξαιρετικά υψηλό βαθμό αβεβαιότητας. Οι κίνδυνοι για την οικονομική ανάπτυξη συνδέονται κυρίως με την πιθανότητα η αναταραχή στις χρηματοπιστωτικές αγορές να έχει ισχυρότερο αντίκτυπο στην πραγματική οικονομία, καθώς και με ανησυχίες για την εμφάνιση και την έξαρση πιέσεων προστατευτισμού, και με ενδεχόμενες δυσμενείς εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία ως αποτέλεσμα της μη ομαλής διόρθωσης των παγκόσμιων ανισορροπιών. Οι οικονομικοί αναλυτές συμφωνούν στο ότι είναι αδύνατον να προβλεφθεί το πότε θα έρθει το τέλος της κρίσης ή πόσο δύσκολος θα είναι ο δρόμος μέχρι εκείνο το σημείο. Οι πλέον πολύπειροι τονίζουν πως το τέλος θα έρθει αργότερα και όχι νωρίτερα και πως θα εξαρτηθεί από τον τρόπο που θα αντιμετωπισθούν τα προβλήματα των τραπεζών.
Ως προϋποθέσεις αναφέρουν τα εξής: Την ομαλοποίηση στη ρευστότητα μεταξύ των τραπεζών, την μείωση των περιθωρίων των επιτοκίων, τις επαρκείς προβλέψεις για τις ζημιές από δάνεια, την ομαλοποίηση της αγοράς ομολόγων, την σταθεροποίηση του πληθωρισμού και την ανάκαμψη των τιμών των ακινήτων. Στο πεδίο των δημοσίων οικονομικών σημαντική θεωρείται η πειθαρχία στη μείωση ελλειμμάτων και του χρέους , αλλά και η λήψη πολιτικών προσανατολισμένων προς τη σταθερότητα. Συνοψίζοντας, η αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής αναταραχής θα κριθεί από την ενίσχυση της εμπιστοσύνης προς το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τη χαλάρωση των περιορισμών στην προσφορά πιστώσεων προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Μια αισιόδοξη νότα για την ελληνική οικονομία αποτελεί το γεγονός ότι τον Ιανουάριο ο Δείκτης Καταναλωτικής Εμπιστοσύνης- αν και παραμένει αρνητικός- κατέγραψε άνοδο, όταν σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ισπανία, η Ολλανδία, η Αυστρία και η Βρετανία η καταναλωτική εμπιστοσύνη επιδεινώθηκε σε σχέση με τον Δεκέμβριο. Μετά από μία παρατεταμένη περίοδο έντονης υποχώρησης ο Δείκτης Καταναλωτικής Εμπιστοσύνης στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στις -48 μονάδες, καταγράφοντας βελτίωση έναντι του Δεκεμβρίου (-56). Αν και η βελτίωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης μπορεί να αποδειχθεί πρόσκαιρη, ο σχετικός Δείκτης προσφέρεται για την έκδοση συμπερασμάτων.
Ο Δείκτης Εμπιστοσύνης Καταναλωτών υπολογίζεται με βάση τις προβλέψεις για τη γενικότερη οικονομική κατάσταση της χώρας, την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών, την πρόθεση αποταμίευσης και την πρόβλεψη για την ανεργία. Οι προβλέψεις κινούνται στο διάστημα +100 (όλοι προβλέπουν αύξηση) έως –100 (όλοι προβλέπουν μείωση) και εμφανίζονται ως διαφορές των θετικών-αρνητικών απαντήσεων. Αρνητική διαφορά σημαίνει ότι το ποσοστό αυτών που προβλέπουν μείωση του συγκεκριμένου μεγέθους είναι υψηλότερο του ποσοστού εκείνων που προσδοκούν αύξηση και αντίστροφα.
Το διάστημα 2004-2008 ο μέσος όρος του Δείκτη Καταναλωτικής Εμπιστοσύνης στην Ελλάδα ήταν -33,4, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 ήταν – 10,2 και στην Ευρωζώνη -12. Η προσέγγιση των εν λόγω επιπέδων στο μέλλον θα καταδείξει και την σταδιακή έξοδο από την ύφεση. Δηλαδή, αν στην Ελλάδα υπάρξει αποκλιμάκωση της καταναλωτικής απαισιοδοξίας χαμηλότερα του -40, τότε θα μπορούμε να υποστηρίξουμε πως εξερχόμαστε της κρίσης.
Σήμερα απέχουμε από το σημείο αυτό. Η πρόσφατη μείωση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αν και ανακούφισε τις ευρωπαϊκές αγορές χρήματος, δεν ενίσχυσε τη ροή πιστώσεων. Η αποκατάσταση της ρευστότητας και των πιστώσεων προς τα νοικοκυριά και της επιχειρήσεις είναι ζωτικής σημασίας. Αν δεν επιτευχθεί σύντομα, θα είναι δύσκολη η αποφυγή μιας πιο επώδυνης οικονομικής επιβράδυνσης.