«Το μεγαλύτερο λάθος της ζωής μου» παραδέχεται ο Ρονάλντο
Ένα «μεγάλο λάθος» ήταν για τον Ρονάλντο το ραντεβού με τις τρεις τραβεστί, σε φτηνό μοτέλ του Ρίο ντε Τζανέιρο. Ο Βραζιλιάνος ποδοσφαιριστής, μίλησε στην εφημερίδα «O Globo», για πρώτη φορά μετά το περιστατικό που του συνέβη την περασμένη εβδομάδα.
«Έκλαψα πολύ…». Με αυτόν τον… δακρύβρεχτο τρόπο ξεκινούν οι δηλώσεις του 32χρονου άσου της Μίλαν, που βρίσκεται στην πατρίδα του, όπου -υποτίθεται πως- αναρρώνει από τον τελευταίο σοβαρό τραυματισμό του στο γόνατο. «Ήταν απίστευτη η ντροπή και η απογοήτευση που ένιωσα» είπε και ανέλυσε τα όσα συνέβησαν: «Όταν βρεθήκαμε εκεί (στο μοτέλ), συνειδητοποίησα ότι ήταν τραβεστί και προσπάθησα να τελειώσω εκεί το θέμα, ώστε να επιστρέψω σπίτι μου. Δεν μπόρεσα όμως, γιατί είχε αρχίσει ο εκβιασμός».
Ο Ρονάλντο υποστηρίζει πως έδωσε από 600 δολάρια στις δύο τραβεστί, όμως η τρίτη, η Αντρέια Αλμπερτίνι (που… γεννήθηκε ως Αντρέ Λουϊς Αλμπερτίνι) του ζήτησε 30.000 δολάρια, απειλώντας πως θα δημοσιεύσει στο διαδίκτυο το μικρής διάρκειας βίντεο, που δείχνει τον ποδοσφαιριστή μέσα στο δωμάτια του ξενοδοχείου, μαζί με τις «φίλες» του. «Ήταν μια ανοησία. Είμαι πολύ ευκολόπιστος και δεν με νοιάζει τί λέει αυτή (σ.σ. η Αλμπερτίνι). Όλος ο κόσμος έμαθε το λάθος μου όμως, δόξα τω Θεώ, η αστυνομία ερευνά το θέμα και η αλήθεια θα λάμψει σύντομα».
Αυτό που κυρίως έπληξε την εικόνα του Βραζιλιάνου, είναι πως η Αλμπερτίνι υποστήριξε ότι έκαναν μαζί χρήση ναρκωτικών. «Ποτέ δεν έχω κάνει κάτι τέτοιο» είπε ο παγκόσμιος πρωταθλητής του 2002. «Παραμένω ποδοσφαιριστής και αθλητής, έστω κι αν αυτήν την περίοδο είμαι τραυματίας. Ήταν μία τραγική στιγμή, η χειρότερη απόφαση που έχω πάρει στη ζωή μου. Σίγουρα θα με σημαδεύει για πάντα. Ωστόσο, δεν πρόκειται να επηρεάσει τη θέση που έχω στη UNICEF, ούτε τη σχέση με τις εταιρίες που διαφημίζω. Καταλαβαίνουν όλοι πως ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό και δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ ξανά».
Η μουσική παράσταση «ASTORIA» μάς μεταφέρει στη Νέα Υόρκη του Μεσοπολέμου, εκεί όπου μια μικρή Ελλάδα γεννιέται μέσα σε ένα καφενείο στην καρδιά της Αστόριας και το τραγούδι γίνεται φωνή, παρηγοριά και αντίσταση.