Τον Απρίλιο του 2004, λίγο πριν από το ξεκίνημα της τουρνέ των Pixies, που επανενώθηκαν έπειτα από έντεκα χρόνια, ο Frank Black έκανε ένα τηλεφώνημα στον παραγωγό John Tiven και αμέσως μετά κατηφόρισε στο Νάσβιλ του Τενεσί από τo Πόρτλαντ του Όρεγκον όπου έχει εγκατασταθεί τα τελευταία χρόνια εγκαταλείποντας τη γενέθλια πόλη του, τη Βοστόνη. […]
Τον Απρίλιο του 2004, λίγο πριν από το ξεκίνημα της τουρνέ των Pixies, που επανενώθηκαν έπειτα από έντεκα χρόνια, ο Frank Black έκανε ένα τηλεφώνημα στον παραγωγό John Tiven και αμέσως μετά κατηφόρισε στο Νάσβιλ του Τενεσί από τo Πόρτλαντ του Όρεγκον όπου έχει εγκατασταθεί τα τελευταία χρόνια εγκαταλείποντας τη γενέθλια πόλη του, τη Βοστόνη. Κατέφτασε στο στούντιο «Better Songs And Gardens» του Dan Penn αγχωμένος. Δεν είχε και πολύ χρόνο στη διάθεσή του: τέσσερις μόλις ημέρες για να δώσει σάρκα και οστά σε ένα παλιό του όνειρο. Ήταν το 1992 όταν για πρώτη φορά εκμυστηρεύτηκε στον Tiven την επιθυμία του να ηχογραφήσει στο Νάσβιλ το «Black On Blonde», ένα άλμπουμ δηλαδή αφιερωμένο στη soul του αμερικανικού Νότου που θα πάντρευε τις folk ευαισθησίες με τη λαϊκή ψυχή της country, έχοντας την υποστήριξη ντόπιων μουσικών που δεν θα είχε συναντήσει ξανά, όπως είχε κάνει το 1966 ο Bob Dylan για το «Blonde On Blonde», λίγους μήνες πριν από το δυστύχημα με τη μοτοσικλέτα που τον αδρανοποίησε επί ενάμιση χρόνο. Ο Tiven βρήκε την ιδέα καλή και του είπε ότι θα περίμενε να τον ειδοποιήσει όταν θα ήταν έτοιμος. Η αναμονή δεν ήταν μικρή, όπως δεν ήταν λίγες και οι ανατροπές στην καλλιτεχνική και προσωπική ζωή του Black: Οι Pixies διαλύθηκαν το 1993. Ακολούθησε σόλο καριέρα και στη συνέχεια ηχογράφησε με συνοδευτικό σύνολο τους The Catholics προσθέτοντας στο ενεργητικό του συνολικά εννέα άλμπουμ. Παντρεύτηκε και το 2003 χώρισε.
Συνάντηση κορυφαίων. Μπορεί, λοιπόν, να φανταστεί κανείς τον Black να στέκεται σε μια άκρη του στούντιο, βυθισμένος σε σκέψεις όπως: «Δεν μου έφτανε που έχω να ξαναμαζέψω τα κομμάτια της προσωπικής μου ζωής· δεν μου έφτανε η αγωνία για το τι υποδοχή θα επιφυλάξει το κοινό στους αναγεννημένους Pixies· δεν μου έφτανε ο φόβος μου που θα ξανανέβω στη σκηνή για να πω ως σαραντάρης τραγούδια που τα έγραψα εικοσάρης· πρέπει, επιπλέον, να αναμετρηθώ με όλα αυτά τα ιερά τέρατα που τώρα κουρδίζουν τα όργανά τους στο μέσα δωμάτιο». Και για «ιερά τέρατα» επρόκειτο πράγματι: Οι Steve Cropper, Buddy Miller και Reggie Young στις κιθάρες, οι Chester Thompson, Anton Fig, Billy Block και Akil Thompson στα ντραμς, ο David Wood στο μπάσο και ο Spooner Oldham στα κίμπορντς ήταν όλοι τους βετεράνοι των στούντιο της Stax, της American, των Muscle Shoals Sound Studios: θρύλοι της τοπικής σκηνής του Νάσβιλ και ταυτόχρονα πρόσωπα-κλειδιά για την εξέλιξη των rhythm & blues ιδιωμάτων του αμερικανικού Νότου. Ο Tiven, που είχε ήδη λάβει θέση στην καρέκλα του παραγωγού, δεν πήγαινε πίσω, έχοντας στο ενεργητικό του συνεργασίες με τον Wilson Pickett, τον B.B. King και τον Robert Plant. Κανείς από τους μουσικούς δεν γνώριζε τον Black από πριν. Όλοι τους όμως αναγνώρισαν ενστικτωδώς το ταλέντο του και πέτυχαν να δώσουν με την ερμηνεία τους σάρκα και οστά στο όραμά του αγκαλιάζοντας με τον ήχο τους έντεκα νέες συνθέσεις και τρεις διασκευές στα «Dark End Of The Street» (των Dan Penn & Chips Moman), «Sunday Sunny Mill Valley Groove Day» (του Doug Sham) και «Song Of The Shrimp» (των Roy Bennett & Sid Tepper – μια απρόσμενη επιλογή από το ρεπερτόριο του άλμπουμ «Girls Girls Girls» [1962] του Elvis).
Ένας χαμαιλέων των ήχων. Χαρακτηριστικό είναι ότι όλα τα τραγούδια του «Honeycomb» καταγράφηκαν στη βέλτιστη εκδοχή τους με την πρώτη ή το πολύ με τη δεύτερη ηχογράφηση. Αντί για το γνώριμο χαρμάνι από punk επιθετικότητα, indie κιθάρες και surf rock το «Honeycomb», μας φιλοδωρεί με φωνητικά άλλοτε γλυκόπικρα και άλλοτε βελούδινης νουάρ υφής, με θλιμμένα κιθαριστικά σόλο, απλές αρμονίες και πλήθος από εμπνευσμένες συνθετικές ιδέες και από εύστοχες δοκιμές πάνω στον καμβά της southern soul τραγουδοποιίας. Λίγα εικοσιτετράωρα μετά την ολοκλήρωση της ηχογράφησής του ο Black κεραυνοβολούσε το κοινό του με καθαρτήρια punk rock μανιφέστα τύπου «Monkey Gone To Heaven», «Gigantic» και «Velouria» τζαμάροντας επί σκηνής με την Kim Deal, τον David Lovering και τον Joey Santiago λες και το 1989 ήταν χθες. Εκείνες όμως τις τέσσερις ημέρες του Απριλίου του 2004, στο Νάσβιλ του Τενεσί, ο Charles Francis Kitteridge έδωσε και πέρασε με άριστα τις εξετάσεις για τον τίτλο ενός παθιασμένου, αφοσιωμένου ερμηνευτή των rhythm & blues, καθ’ όλα αντάξιου του Solomon Burke, του Wilson Pickett και του Rufus Thomas.