Νύχτα στην Πόλη των Αγγέλων. Ακούμε ένα αεροπλάνο να προσγειώνεται. Στο αεροδρόμιο ένας άντρας με κοστούμι σε χρώμα γκρι-αρζάν. Είναι ο Βίνσεντ. Μοιάζει βιαστικός. Σε κάποια γωνιά του Λος Aντζελες ο Μαξ, ένας πράος ταξιτζής, ξεκινά τη βάρδια του. Πιάνει κουβέντα με την πρώτη πελάτισσα. Αφροαμερικανή, ελκυστική, δικηγόρος. Ο αμέσως επόμενος πελάτης είναι ο Βίνσεντ. […]
Νύχτα στην Πόλη των Αγγέλων. Ακούμε ένα αεροπλάνο να προσγειώνεται. Στο αεροδρόμιο ένας άντρας με κοστούμι σε χρώμα γκρι-αρζάν. Είναι ο Βίνσεντ. Μοιάζει βιαστικός. Σε κάποια γωνιά του Λος Aντζελες ο Μαξ, ένας πράος ταξιτζής, ξεκινά τη βάρδια του. Πιάνει κουβέντα με την πρώτη πελάτισσα. Αφροαμερικανή, ελκυστική, δικηγόρος. Ο αμέσως επόμενος πελάτης είναι ο Βίνσεντ. Λέει ότι έχει έρθει στην πόλη με σκοπό να μαζέψει υπογραφές από πέντε άτομα. Προσφέρει στον Μαξ εξακόσια δολάρια εάν τον οδηγήσει στους πέντε διαδοχικούς προορισμούς και μετά τον πάει στο αεροδρόμιο. Έπειτα από κάποιον δισταγμό ο Μαξ δέχεται. Όταν ένα πτώμα προσγειώνεται στο ταξί του, ανακαλύπτει την αληθινή ταυτότητα του πελάτη με το γκρι-αρζάν κοστούμι. Ο Βίνσεντ είναι επαγγελματίας δολοφόνος και αυτή τη νύχτα έχει να εκτελέσει πέντε συμβόλαια θανάτου. Είκοσι περίπου χρόνια μετά το «Manhunter» και δέκα μετά το ατμοσφαιρικό «Heat» ο Μάικλ Μαν επιστρέφει στην προσφιλή του θεματολογία: Μοναχικά άτομα που βρίσκονται στις δυο όχθες του ποταμού, αλλά που στην ουσία αποτελούν τις όψεις του ίδιου νομίσματος. Έχοντας στα χέρια του ένα σενάριο άριστα δομημένο (χαρακτήρες, κλιμάκωση της δράσης, καλοί διάλογοι, μια αναπάντεχη ανατροπή που πυροδοτεί ραγδαίες εξελίξεις και οδηγεί στο εκρηκτικό φινάλε) αφηγείται τις συνέπειες μιας τυχαίας συνάντησης. Σε μια νύχτα δυο επαγγελματίες, καθένας άσος στον τομέα του, θα αλλάξουν ρόλους. Ένας τίμιος ταξιτζής θα μετατραπεί σε εκτελεστή και ένας πληρωμένος δολοφόνος θα αποδεχτεί στωικά την ήττα του. Το «Collateral» δεν αποφεύγει τις… κακοτοπιές, κυρίως σε ό,τι αφορά το χαρακτήρα του Βίνσεντ (απλοϊκός αντίλογος για τις πράξεις βίας, ένας σταρ που προσπαθεί να πείσει σε ρόλο «κακού»). Ωστόσο, ως σύνολο, κερδίζει τις εντυπώσεις, όντας ένα αστυνομικό θρίλερ που βυθίζει το θεατή στη γοητεία της νυχτερινής μεγαλούπολης, τον κρατά σε εγρήγορση με την εξέλιξη της υπόθεσης και κάθε τόσο σκίζει το μεταξένιο πέπλο της αφήγησης με βίαιες σκηνές, όπως εκείνη της αριστοτεχνικά σκηνοθετημένης συμπλοκής στο κλαμπ. Χρυσή Σφαίρα Β΄ Ανδρικού Ρόλου (Τζέιμι Φοξ) και δυο υποψηφιότητες στα επερχόμενα Όσκαρ του 2005 (Β΄ Ανδρικού Ρόλου και Μοντάζ). Η ευρωπαϊκή ψηφιακή έκδοση προέρχεται από εξαιρετικό transfer. Στο αναμορφικό κάδρο μπορεί να βρει κανείς σκόρπια «ψεγάδια», που προδίδουν ότι μέρος της ταινίας έχει γυριστεί με ψηφιακή κάμερα υψηλής ευκρίνειας. Κατά τα άλλα έχουμε μια εικόνα αρκετά συμπαγή, με ζωντανά χρώματα και με υποβλητικά πλάνα που ταιριάζουν απόλυτα σε ένα ατμοσφαιρικό αστυνομικό θρίλερ. Η μπάντα δεν ακολουθεί τη λογική του εντυπωσιασμού. Σιωπές, μουσική και διάλογος βρίσκονται σε αρμονία, μεμονωμένοι πυροβολισμοί δονούν το χώρο, ενώ στη σκηνή του μακελειού στο κλαμπ (με τα πολλά ηχητικά εφέ) δημιουργείται μια εξαιρετική αίσθηση περιβάλλοντος χώρου. Τα περισσότερα έξτρα είναι συγκεντρωμένα στο δεύτερο δίσκο. Εκεί, μεταξύ άλλων, θα βρείτε ένα 40λεπτο «Making of», πρόβες στο γραφείο του σκηνοθέτη, αλλά και ένα αρκετά διασκεδαστικό φιλμάκι. Στο «Special Delivery» έχει καταγραφεί με κρυφή κάμερα η δοκιμασία που πέρασε ο Τομ Κρουζ, προκειμένου να πείσει το σκηνοθέτη ότι μπορεί να περάσει απαρατήρητος στο πλήθος: Ντυμένος με φόρμα της Fed-Ex, ο γνωστός σταρ παραδίδει ένα φάκελο σε κεντρικότατο σημείο του Λος Αντζελες, χωρίς κανείς από το πλήθος να αντιληφθεί την ταυτότητά του.