Yoshimi Battles The Pink Robots [DVD-Audio] – Κριτική
Έπειτα από μία εικοσαετία αδιάκοπων ηχητικών αναζητήσεων, που έμοιαζαν να κορυφώνονται με το πειραματικό και φιλόδοξο «Zaireeka» και το πανέμορφο και αισθησιακό «The Soft Bulletin» που τους εξασφάλισε την αποδοχή των κριτικών και εμπορική επιτυχία, οι Flaming Lips ξεπερνούν κάθε προσδοκία με την πολυκάναλη και εξαιρετικά πλούσια έκδοση του «Yoshimi Battles The Pink Robots» σε […]
Έπειτα από μία εικοσαετία αδιάκοπων ηχητικών αναζητήσεων, που έμοιαζαν να κορυφώνονται με το πειραματικό και φιλόδοξο «Zaireeka» και το πανέμορφο και αισθησιακό «The Soft Bulletin» που τους εξασφάλισε την αποδοχή των κριτικών και εμπορική επιτυχία, οι Flaming Lips ξεπερνούν κάθε προσδοκία με την πολυκάναλη και εξαιρετικά πλούσια έκδοση του «Yoshimi Battles The Pink Robots» σε DVD-Audio. «Προειδοποίηση: Αυτή η μοναδική ηχογράφηση έχει προκαλέσει σε αρκετές περιπτώσεις τον αποπροσανατολισμό των ακροατών» (Zaireeka, 1997). Το 1997 έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή του σε οικιακό επίπεδο ο ψηφιακός πολυκάναλος ήχος 5.1 που έμελλε να φέρει τα πάνω κάτω στο χώρο της οικιακής ψυχαγωγίας μέσα σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, η αρχή έγινε με τη χρήση προϋπάρχοντος κινηματογραφικού και συναυλιακού υλικού και με οχήματα τους ελάχιστα διαδεδομένους δίσκους LaserDisc και τα DVD-Video που μόλις είχαν αρχίσει να κάνουν τα πρώτα δειλά τους βήματα στην Αμερική. Αν και θριαμβευτική, η ευρωπαϊκή τους άφιξη καθυστέρησε μερικούς μήνες, ενώ για να ακούσουμε αξιόλογες πολυκάναλες μείξεις μουσικών έργων έπρεπε να περιμένουμε δύο τρία ακόμη χρόνια – κυρίως την άφιξη και τη διάδοση των νέων δίσκων υπερυψηλής ανάλυσης SACD και DVD-Audio. Παρ’ όλα αυτά, και ακολουθώντας την παράδοση των καινοτόμων μουσικών της ηλεκτροακουστικής μουσικής όπως οι Edgard Varese, John Cage, Karlheinz Stockhausen και Ιάννης Ξενάκης, που οραματίζονταν και δημιουργούσαν πέρα από τα όρια που τους έθεταν οι τεχνολογικοί περιορισμοί της εποχής τους, οι Αμερικανοί ρόκερ Flaming Lips τόλμησαν κάτι που ούτε καν οι προαναφερθέντες ιδιοφυείς καλλιτέχνες δεν είχαν διανοηθεί: Πειραματιζόμενοι αρκετό διάστημα και με διάφορες πρωτότυπες μεθόδους με τη σχέση των τριών διαστάσεων του χώρου με τη μουσική, κατάφεραν εν έτει 1997 να πείσουν μια μεγάλη δισκογραφική εταιρεία να εκδώσει την καινούργια τους δουλειά μόνο σε πολυκάναλη μορφή. Το έργο ονομαζόταν «Zaireeka», ήταν οκτακάναλο και η ιδιαιτερότητά του εντοπιζόταν στο ότι κυκλοφόρησε σε κασετίνα τεσσάρων CD συμβατικής μορφής (δηλαδή χωρίς κωδικοποιήσεις τύπου Dolby Prologic, Dolby Digital ή DTS), τα οποία έπρεπε να παιχτούν ταυτόχρονα από αντίστοιχου πλήθους CD Player που θα οδηγούσαν τέσσερα ανεξάρτητα ζευγάρια ηχείων τοποθετημένα σε διαφορετικά σημεία του χώρου ακρόασης. Οι κριτικοί χωρίστηκαν σε δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα που διαφωνούσαν σχετικά με το κατά πόσο το «Zaireeka» ήταν «ένα πολύ προχωρημένο έργο ιδιοφυών καλλιτεχνών ή η χειρότερη περίπτωση εγωκεντρισμού», ενώ ο Wayne Coyne, ο τραγουδιστής, συνθέτης και κύριος υπεύθυνος της πορείας του συγκροτήματος, περιγράφει το όλο εγχείρημα με τη φράση «η αναρχία συναντά την έμπνευση ή ίσως ένας ηχητικός αχταρμάς με σκοπό».
ΑΠΟ ΤΑ ΗΧΗΤΙΚΑ ΠΑΡΚΙΝ ΣΤΙΣ ΜΑΧΕΣ ΜΕ ΤΑ ΡΟΖ ΡΟΜΠΟΤ: Όπως συμβαίνει συνήθως, η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση, αν και για να αποδίδονται τα του Καίσαρος τω Καίσαρι πρέπει να διευκρινιστεί ότι τα περισσότερα αρνητικά σχόλια προέρχονταν από εμπαθείς κριτικούς που δεν μπήκαν καν στον κόπο να ακούσουν το έργο στην πλήρη μορφή του και οι οποίοι δεν μπορούσαν να δεχτούν ότι ένα σχετικά μέτριο -μέχρι τότε- ροκ συγκρότημα θα είχε τη δυνατότητα να υλοποιήσει με επιτυχία ένα τόσο εξεζητημένο και πολύπλοκο -μουσικά και τεχνολογικά- σχέδιο. Το «Zaireeka» ήταν αναμφίβολα ένα υπερβολικά φιλόδοξο έργο που απευθυνόταν σε ένα σχετικά περιορισμένο και ψαγμένο κοινό. Δεν εμφανίστηκε όμως από το πουθενά και κάθε άλλο παρά αποτυχημένο ήταν. Ήδη από το 1983 που σχηματίστηκαν, και κυρίως από το 1986 που άρχισαν να ηχογραφούν δίσκους, oι Flaming Lips επέδειξαν μια έντονη διάθεση προς τους κάθε λογής ηχητικούς πειραματισμούς και μια διαρκή τάση για την αναζήτηση νέων εκφραστικών δρόμων. Το σίγουρο είναι ότι με τους Flaming Lips δεν βαριέσαι ποτέ, αφού δεν σταματούν να σε εκπλήσσουν με τις πρωτότυπες και άκρως ενδιαφέρουσες ιδέες τους, αλλά και με τις συνεχείς και κατά κανόνα απρόβλεπτες αλλαγές που πραγματοποιούν στο ύφος και στο μουσικό τους στιλ, ακόμη και από τραγούδι σε τραγούδι. Ανήκουν σε αυτή την εξαιρετικά σπάνια κατηγορία των καλλιτεχνών που είναι αδύνατον να κατηγοριοποιηθούν και οι οποίοι είναι βέβαιο ότι δεν θα υπήρχαν σήμερα και δεν θα είχαν καταφέρει να μας αποκαλύψουν ούτε το ένα εκατοστό της πολυδιάστατης προσωπικότητάς τους αν στο ξεκίνημά τους έρχονταν αντιμέτωποι με τις σύγχρονες μεθόδους των δισκογραφικών εταιρειών που απαιτούν ταχύτατη επιτυχία, καθώς και ξεκάθαρο, συγκεκριμένο και εύκολα εμπορεύσιμο προφίλ. Οι Flaming Lips απελευθέρωσαν το ταλέντο τους σταδιακά και μέσα από μια μακροχρόνια διαδικασία μετάλλαξης από ένα άτεχνο, στρυφνό και μη μελωδικό γκαράζ σχήμα με επιρροές από τους Sonic Youth και τους Dream Syndicate σε ένα αρχικά ψυχεδελικό και προοδευτικό ροκ συγκρότημα στα χνάρια των Pink Floyd της εποχής του Syd Barrett και σε έντονα μελωδικό και πολυδιάστατα ηχητικό ποπ-ροκ σύνολο στη συνέχεια, με πλούσιες και αιθέριες ενορχηστρώσεις στα πρότυπα των Beach Boys, των Small Faces και του Phil Spector. Αυτό όμως που πάνω από όλα τους χαρακτηρίζει και αποτελεί το συνδετικό κρίκο που ενώνει όλες τις φάσεις της καριέρας τους είναι η επιμονή που τους διακρίνει στην εξερεύνηση όλων των δυνατών τρόπων με τους οποίους μπορούν να συνεισφέρουν οι κάθε λογής ήχοι και θόρυβοι, οι τεχνικές των στούντιο και η χρήση του χώρου στη μουσική δημιουργία και στην απόλαυση που νιώθει ένας ακροατής. Τη χρυσή τομή άρχισαν σιγά σιγά να τη βρίσκουν με τον τέταρτο δίσκο τους, το «In a Priest Driven Ambulance» του 1990, αλλά η ωρίμανσή τους ξεκίνησε με την άφιξη του πολυτάλαντου Steven Drozd που συνεισέφερε καταλυτικά στη διαμόρφωση της ηχητικής τους ταυτότητας. Το πρώτο δείγμα γραφής ήρθε το 1993 με την ηχητική πανδαισία του «Transmissions from the Satellite Heart» που άνοιξε το δρόμο προς πιο προσιτά ποπ μονοπάτια και έσπειρε τους σπόρους για τη μετέπειτα καταξίωσή τους μέσω της σχετικής επιτυχίας που έκανε το τραγούδι «She Don’t Use Jelly». Έπειτα από τρία χρόνια πρόσθεσαν στην παλέτα των αναζητήσεών τους και το στοιχείο του χώρου, ξεκινώντας μια σειρά από ιδιόμορφα πειράματα με σαράντα αυτοκίνητα (1996-1999, Parking Lot Experiment) και σαράντα φορητά κασετόφωνα (1997-1998, Boom-Box Experiment) που ήταν διατεταγμένα κυκλικά και έπαιζαν ταυτόχρονα τις ταινίες που είχε ετοιμάσει ο Coyne. Παρά την πολυπλοκότητά τους και τις πολλών ειδών κριτικές που δέχτηκαν, τα πειράματα αυτά ενθουσίασαν τόσο το κοινό που συμμετείχε στην πραγματοποίησή τους όσο και το διαρκώς αυξανόμενο πλήθος όσων τα παρακολουθούσαν. Έχοντας όμως στο μεσοδιάστημα κυκλοφορήσει το τετραπλό «Zaireeka», που ανέδειξε όλα τα πρακτικά προβλήματα που συνόδευαν εκείνη την εποχή τη παραγωγή, τη διακίνηση και την ακρόαση ενός πολυκάναλου έργου, οι Flaming Lips θεώρησαν πρέπον να αναβάλουν το επόμενο πολυκάναλο εγχείρημά τους μέχρι να οριστικοποιηθούν οι εξελίξεις με τα νέα ηχητικά φορμά DVD-Audio και SACD.
Η YOSHIMI ΜΑΧΕΤΑΙ ΤΑ… ΤΡΙΣΔΙΑΣΤΑΤΑ ΗΧΗΤΙΚΑ ΠΕΔΙΑ: «Έκανα την πολυκάναλη μείξη του Bohemian Rhapsody των Queen, αλλά αυτό ήταν απίστευτα πιο φιλόδοξο… η επιθυμία μας ήταν να πάμε εκεί που κανείς δεν είχε επιχειρήσει να πάει μέχρι τότε». – Elliot Scheiner. Το πλήρωμα του χρόνου ήρθε έπειτα από μία περίπου πενταετία, στη διάρκεια της οποίας οι Flaming Lips ωρίμασαν καλλιτεχνικά και κυκλοφόρησαν τα δύο πιο μεστά έργα τους, τα οποία αποδέχτηκαν οι κριτικοί και γνώρισαν εμπορική επιτυχία: το υπέροχο «The Soft Bulletin» και το πιο άμεσο, αλλά εξίσου αισθησιακό και πλουσιοπάροχο σε ηχητικές συγκινήσεις «Yoshimi Battles the Pink Robots». Ο τραχύς ήχος και οι δίχως σαφή ρόλο ηχητικές αναζητήσεις του παρελθόντος έδωσαν πλέον τη θέση τους σε έναν αιθέριο, γεμάτο και μελωδικό ήχο με πλούσιες ενορχηστρώσεις και συνεχείς εκπλήξεις κάθε είδους. Το «The Soft Bulletin» ήταν το έργο-σταθμός στην καριέρα τους, που τους μετέτρεψε σε σούπερ σταρ και τους εξασφάλισε μία θέση σε κάθε βιβλίο της μουσικής, ενώ οι ψυχεδελικές αποχρώσεις του «Yoshimi» αύξησαν περισσότερο τη φήμη τους. Ηχητικά, τα δύο έργα έχουν πιο πολλά κοινά παρά διαφορές, αν και το συναισθηματικά φορτισμένο κλίμα του λιγότερο περιπετειώδους και πιο ενιαίου σε ύφος «Yoshimi», που κατάφερε να εντάξει πιο μαεστρικά τους ηχητικούς πειραματισμούς του συγκροτήματος μέσα σε μια ποπ-ροκ φόρμα, αποδείχθηκε πιο ελκυστικό για το κοινό. Έτσι, και καθώς όλα τα τεχνολογικά προβλήματα είχαν πλέον λυθεί, οι Flaming Lips προχώρησαν στην αναμενόμενη κίνηση: την υλοποίηση των πολυετών οραμάτων τους με την πολυκάναλη μείξη του «Yoshimi» σε περιβάλλον 5.1 και την έκδοσή του σε DVD-Audio. Χωρίς υπερβολή, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ανεπανάληπτη κυκλοφορία και ένα πραγματικό υπερπροϊόν που είναι ασφυκτικά γεμάτο με κάθε λογής υλικό: στερεοφωνικές και πολυκάναλες μείξεις των έντεκα συνθέσεων του δίσκου τόσο σε PCM 24bit/96kHz όσο και σε Dolby Digital, έξι επιπλέον τραγούδια (τέσσερις διασκευές και δύο πρωτότυπες συνθέσεις) που παίζουν μόνο σε DVD-Audio, δέκα βίντεο, στο ένα εκ των οποίων παρακολουθούμε μία άκρως ενδιαφέρουσα συνέντευξη και επίδειξη του Coyne και του Elliot Scheiner σχετικά με τη δημιουργία του παρόντος DVD-Audio και των δυνατοτήτων του surround, δύο κινούμενα σχέδια που παίζουν μόνο σε υπολογιστή με οδηγό DVD-ROM και μια σειρά από ψυχεδελικού τύπου κινούμενες εικόνες τις οποίες μπορείτε να επιλέξετε να συνοδεύουν την ακρόαση των κύριων κομματιών του δίσκου κατά την αναπαραγωγή σε DVD-Video. Οι ουσιαστικές εκπλήξεις πάντως που επιφυλάσσει το Yoshimi 5.1 σε όλους ανεξαιρέτως που θα το αποκτήσουν αποκαλύπτονται κατά τη διαδικασία της ακρόασης – όσοι έχουν ήδη το CD θα διαπιστώσουν ότι εδώ έχει γίνει ένας γενναιόδωρος εμπλουτισμός σε όλες ανεξαιρέτως τις συνθέσεις με την πρόσθεση νέων οργάνων αλλά πολλών ηχητικών επεξεργασιών. Ακόμη και χωρίς το κερασάκι του 5.1, το DVD-Audio του Yoshimi θα δικαιολογούσε απόλυτα την έκδοσή του και για του λόγου το αληθές δεν έχετε παρά να το ακούσετε με ακουστικά. Αν ακούτε για πρώτη φορά τον ήχο των Flaming Lips, προετοιμαστείτε για μια ηχητική πανδαισία και για μια υποδειγματική παραγωγή που διακρίνεται για τις πλούσιες ενορχηστρώσεις της, την εκπληκτική και άκρως μουσική εκμετάλλευση του στερεοφωνικού φάσματος και τα ηχοχρώματα των οργάνων. Η αποθέωση πάντως έρχεται με την ακρόαση της πολυκάναλης μείξης, η οποία είναι κάτι παραπάνω από απολαυστική. Από τα πρώτα ρυθμικά σχήματα των κρουστών του δυναμικού «Fight Test» που ανοίγει ιδανικά το δίσκο και από τις πρώτες νότες που συνθέτουν τις καταπληκτικές γραμμές του μπάσου του «One More Robot/Sympathy 3000-21» που ακολουθεί, είναι σαφές ότι το ταξίδι αναμένεται πρωτόγνωρο και παραπάνω μαγευτικό. «Συγκλονιστική» είναι ίσως η λέξη που ταιριάζει καλύτερα στην εμπειρία που βιώνει κανείς καθώς ακούει τα κρουστά, τα μπάσα, αλλά και ολόκληρες ορχήστρες να στριφογυρίζουν γύρω από το κεφάλι του (Do you Realize??), τις κιθάρες να χορεύουν ανάμεσα στα ηχεία και τις φωνές να αναπτύσσουν έναν έντονο διάλογο με εμάς στο κέντρο του. Τα στακάτα ακόρντα της εισαγωγής του γλυκύτατου «Yoshimi Battles the Pink Robots pt.1» πηδούν με χάρη από ηχείο σε ηχείο, ενώ οι γραμμές των τριών μπάσων του ξέφρενου ορχηστικού «Yoshimi Battles the Pink Robots pt.2» ακούγονται από διαφορετικά σημεία του χώρου, δημιουργώντας μια από τις πιο αποτελεσματικές χορευτικές προτάσεις που έχουμε ποτέ ακούσει. Η ίδια πρακτική ακολουθείται καθ’ όλη τη διάρκεια του δίσκου και κάθε τραγούδι ξεχωρίζει γιατί καταθέτει μια εντελώς πρωτότυπη χρήση του τρισδιάστατου πεδίου. Αξιοσημείωτο είναι ότι όλες τους υπηρετούν τη μουσικότητα και το ιδιαίτερο ύφος της κάθε σύνθεσης και σε καμία περίπτωση δεν λειτουργούν μόνο σε επίπεδο εντυπωσιασμού, αν και αυτός είναι αναμφίβολα έντονος. Το βέβαιο είναι ότι όλοι μένουν με το στόμα ανοιχτό μετά το πέρας της ακρόασης και αδυνατούν να περιγράψουν αυτό που μόλις είχαν τη τύχη να νιώσουν. Το «Yoshimi Battles the Pink Robots» ήταν απολαυστικό ήδη από την απλή έκδοσή του σε CD, αλλά τώρα σε προκαλεί να ταξιδέψεις μαζί του σε επίπεδα που ξεπερνούν κατά πολύ όσα μέχρι σήμερα γνωρίζαμε για την ισχύ των ήχων και της μουσικής. Όπως τονίζει και ο Wayne Coyne: «Με το που μου δόθηκε η δυνατότητα να μετατρέψω το ‘Yoshimi’ σε πολυκάναλη μορφή, ήμουν περίεργος να διαπιστώσω το βαθμό της ηχητικής σφοδρότητας που μπορούσε να επιτευχθεί… Έτσι, αν ενδεχομένως κάποια μέρα γίνει κάποια μουσική παραγωγή που να μπορεί να αναπαραχθεί από εκατό ηχεία που να παίζουν ταυτόχρονα (100.1 αντί για 5.1), εγώ θα είμαι εκεί και θα επευφημώ το επίτευγμα αυτό, καθώς και την αδιάκοπη εξέλιξη των ιδεών».
Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, ο σκηνικός μονόλογος του μεγάλου ποιητή Γιάννη Ρίτσου, θα παρουσιαστεί για μία μοναδική βραδιά τη Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου στο θέατρο Ολύμπια «Μαρία Κάλλας».
Σύνταξη
WIDGET ΡΟΗΣ ΕΙΔΗΣΕΩΝΗ ροή ειδήσεων του in.gr στο site σας