Ήδη από το ξεκίνημα του «Abattoir Blues», με τον παγανιστικό τυμπανισμό του Jim Sclavunos και την ιαχή-κάλεσμα σε μάχη «Get Ready For Love», γίνεται ολοφάνερο ότι ο νέος δίσκος του Cave είναι ένας από εκείνους που μας είχαν λείψει. Από εκείνους που χωρίς περιστροφές και τσιριμόνιες σε αρπάζουν από τα πέτα και σε κολλάνε στη […]
Ήδη από το ξεκίνημα του «Abattoir Blues», με τον παγανιστικό τυμπανισμό του Jim Sclavunos και την ιαχή-κάλεσμα σε μάχη «Get Ready For Love», γίνεται ολοφάνερο ότι ο νέος δίσκος του Cave είναι ένας από εκείνους που μας είχαν λείψει. Από εκείνους που χωρίς περιστροφές και τσιριμόνιες σε αρπάζουν από τα πέτα και σε κολλάνε στη γωνία. Από εκείνους, μάλιστα, που ούτε καν σκέφτεσαι να τους αντισταθείς· που αφήνεσαι να παρασυρθείς από την ορμή τους ξέροντας (ορθότερα: νιώθοντας) πως είσαι σε καλά χέρια· που σου υπενθυμίζουν τους λόγους για τους οποίους αγάπησες εν πρώτοις το rock, τις δυνάμεις με τις οποίες οι ηλεκτρικοί ήχοι μπορούν με τρόπο απαράμιλλο να σε συν-κινούν ακόμη και -ας ευχηθούμε- για πάντα. Για να είμαι ειλικρινής δεν την περίμενα τέτοια μαγκιά από τον Cave. Πάει πολύς καιρός που είχα πειστεί ότι τον ενδιέφεραν περισσότερο τα στιλάτα κοστούμια και λιγότερο τα ματωμένα τραγούδια, και ας είναι τα δεύτερα που τον έβαλαν με bold γράμματα στο χάρτη της ηλεκτρικής μουσικής – πρώτα με τους Birthday Party, έπειτα με τους Bad Seeds. Η τελευταία φορά που του έβγαλα το καπέλο ήταν για την τελετουργική μυσταγωγία του «Murder Ballads» (1996). Να τος όμως που επιστρέφει στα 46 του με το υπεροπτικό υφάκι, με το επιτηδευμένο στιλάκι, με τη θεατρική ερμηνεία, με τα τραγούδια-ποταμούς λέξεων που φλέγονται και κατακαίνε, με διαολεμένη αυτοπεποίθηση και με ανεξάντλητη παρακαταθήκη εκφραστικών μέσων, χαρακτηριστικά που κάνουν τη μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον τραγουδιστή και τον performer. Βέβαια, για να είμαστε δίκαιοι, πρέπει να πούμε ότι η μαγκιά δεν είναι όλη του Cave· μεγάλο κομμάτι της μοιράζονται οι Bad Seeds (από τους οποίους για πρώτη φορά απουσιάζει ο Blixa Bargeld). Το στιλ του Cave είναι μεν σπουδαίο αλλά ως ακροατές το έχουμε εμπεδώσει από ουκ ολίγες παρελθούσες επαναλήψεις του. Ίσως το πιο εντυπωσιακό σχετικά με εκείνον είναι η διαπίστωση ότι η παλιά φλόγα εξακολουθεί να καίει με αμείωτη ένταση. Τους Bad Seeds όμως έτσι δεν τους έχουμε ξανακούσει: Με τέτοια συνοχή, αποφασιστικότητα, εστίαση, φινέτσα, ευελιξία, με εκφραστική οικονομία και σύνεση, με ακούραστες και αβίαστες μεταπτώσεις ύφους από τα gospel μέχρι το funk και το calypso. Παρατηρώντας κανείς την παράθεση των δεξιοτήτων τους στο πλήρες εύρος τους, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τη στιγμή αυτή πρέπει να είναι η καλύτερη συνοδευτική rock μπάντα στον κόσμο. Τέλος, ολίγη πληροφόρηση, στο περιθώριο της ταραχής της ακρόασης: Την παραγωγή συνυπογράφουν Cave, Bad Seeds και Nick Launay (Gang Of Four, P.I.L., Birthday Party). Τα 17 νέα τραγούδια μοιράζονται σε δυο CD με κριτήριο διάθεσης (σκαιό και οργισμένο το «Abattoir Blues», ελεγειακό και ενδοσκοπικό το «The Lyre Of Orpheus»). Ο Andy Gill έγραψε στην Independent ότι ουσιαστικά δεν πρόκειται για «διπλό άλμπουμ» άλλα για δύο ξεχωριστά άλμπουμ που πωλούνται μαζί. Είτε έτσι είτε αλλιώς, όμοιά τους στη φετινή δισκογραφική παραγωγή όσο και αν ψάξετε δεν θα βρείτε.
Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, ο σκηνικός μονόλογος του μεγάλου ποιητή Γιάννη Ρίτσου, θα παρουσιαστεί για μία μοναδική βραδιά τη Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου στο θέατρο Ολύμπια «Μαρία Κάλλας».
Σύνταξη
WIDGET ΡΟΗΣ ΕΙΔΗΣΕΩΝΗ ροή ειδήσεων του in.gr στο site σας