Οι περισσότεροι από τους ήρωες που ενσάρκωσε στην καριέρα του ο Πίτερ Σέλερς έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: Έχουν διακόψει τις διπλωματικές σχέσεις με την ευφυΐα – ή με αυτό που στη σύγχρονη κοινωνία θεωρείται ευφυΐα. Είναι αξιαγάπητοι ηλίθιοι, που διαθέτουν μια δική τους, ανατρεπτική λογική, ικανή να διαλύσει τα πάντα και να οδηγήσει όλους τους […]
Οι περισσότεροι από τους ήρωες που ενσάρκωσε στην καριέρα του ο Πίτερ Σέλερς έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: Έχουν διακόψει τις διπλωματικές σχέσεις με την ευφυΐα – ή με αυτό που στη σύγχρονη κοινωνία θεωρείται ευφυΐα. Είναι αξιαγάπητοι ηλίθιοι, που διαθέτουν μια δική τους, ανατρεπτική λογική, ικανή να διαλύσει τα πάντα και να οδηγήσει όλους τους άλλους ανθρώπους στην παραφροσύνη. Αυτό ακριβώς κάνει ο Γάλλος επιθεωρητής Κλουζό στο «Ροζ Πάνθηρα», αλλά και ο Ινδός Χρούνι Μπάξτι, ο ανεκδιήγητος κεντρικός ήρωας της ταινίας «Πάρτι». Όλα ξεκινούν στα σετ μιας υπερπαραγωγής, όπου ο επίδοξος ηθοποιός εργάζεται ως κομπάρσος. Όταν ανατινάζει κατά λάθος ολόκληρο το σκηνικό ενός κάστρου, λίγο πριν η κάμερα μπει σε λειτουργία, ο σκηνοθέτης τον απολύει και ζητά τηλεφωνικώς από τον παραγωγό να φροντίσει ώστε ο Χρούνι να μην ξαναβρεί δουλειά στο Χόλιγουντ. Όμως, πάλι κατά λάθος, το όνομά του γράφεται στη λίστα των επίσημων προσκεκλημένων για το πάρτι του εν λόγω παραγωγού. Έτσι, έκπληκτος για την πρόσκληση, ο Χρούνι βάζει τα καλά του και πάει στο υπερμοντέρνο σπίτι του μεγιστάνα οικοδεσπότη. Αυτό που ακολουθεί περιγράφεται μόνο με μια λέξη: «καταστροφή». Το «Πάρτι» γυρίστηκε το 1968, την εποχή δηλαδή που οι Πίτερ Σέλερς και Μπλέικ Έντουαρντς είχαν ολοκληρώσει τις δύο πρώτες ταινίες της σειράς του «Ροζ Πάνθηρα». Χάρη στην τεράστια επιτυχία τους, είχαν κερδίσει τη δυνατότητα να γυρίσουν ό,τι ήθελαν, χωρίς κανέναν περιορισμό. Έτσι, οπλισμένοι με ένα περιληπτικό σενάριο λίγων σελίδων, αλλά και με τη σιγουριά που τους προσέφερε η γνώση του αστείρευτου ταλέντου τους, άρχισαν να γυρίζουν μία από τις πιο αστείες ταινίες στην ιστορία του σινεμά. Ως προς το κωμικό ύφος του, το «Πάρτι» διαφέρει κατά πολύ από τις σύγχρονες κωμωδίες. Δεν βασίζεται στις αστείες ατάκες ή τις ακραίες καταστάσεις που εναλλάσσονται με ταχύτητα, αλλά επιβάλλει έναν αργό ρυθμό μέσα από τον οποίο κλιμακώνονται ξεκαρδιστικά οι πολύπλοκες κωμικές σκηνές και ξεδιπλώνεται σε όλο του το μεγαλείο το ταλέντο του Πίτερ Σέλερς. Ο θεατής λοιπόν δεν κάθεται αμέτοχος να βομβαρδίζεται από τα αστεία που βλέπει στην οθόνη, αλλά συμμετέχει με τον τρόπο του, προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσει τη δαιδαλώδη πορεία του κάθε γκανγκ που γεννιέται και αναπτύσσεται σιγά σιγά, αδυνατώντας όμως να προβλέψει τη θεότρελη κατάληξή του. Ο Μπλέικ Έντουαρντς προσπάθησε -και εντέλει κατάφερε- να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες, ώστε ο Πίτερ Σέλερς να μπορέσει να «ζωγραφίσει» με την άνεσή του. Έτσι, η σκηνοθεσία είναι αφανής, κάτι που σε μια κωμωδία του είδους αποτελεί τη μεγαλύτερη επιτυχία. Στο ύφος της ταινίας συνέβαλαν ιδιαίτερα η κομψή -«lounge», όπως θα λέγαμε σήμερα- μουσική που συνέθεσε ο μεγάλος Χένρι Μαντσίνι, αλλά και το άκρως υπερβολικό ακόμη και για τα δεδομένα της εποχής τους ντεκόρ της βίλας, η οποία από μνημείο μοντερνισμού καταντά πραγματικό ρημαδιό έπειτα από την επέλαση του Πίτερ Σέλερς.