Ανεπαρκή πρόοδο σε ανταγωνιστικότητα και δημόσια οικονομικά διαπιστώνει η Κομισιόν
Η ελληνική οικονομία δεν σημείωσε επαρκή πρόοδο για να αντιμετωπίσει τα δυο βασικότερα διαρθρωτικά προβλήματα, που είναι η έλλειψη ανταγωνιστικότητας και οι δημοσιονομικές ανισορροπίες, επισημαίνει σε έκθεση της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Η περαιτέρω μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και του κρατικού χρέους, η αναμόρφωση του ασφαλιστικού συστήματος, η αύξηση της ανταγωνιστικότητας και η μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας είναι οι βασικές προκλήσεις που θα πρέπει να αντιμετωπίσει η ελληνική οικονομία τα επόμενα χρόνια, σύμφωνα με την έκθεση της Κομισιόν για τους γενικούς προσανατολισμούς της οικονομικής πολιτικής της περιόδου 2003-2005.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ανάγκη ελέγχου σε συστηματική βάση των δημοσιονομικών ανισορροπιών είναι καθοριστικής σημασίας, καθώς η Ελλάδα έχει σημειώσει ελάχιστη πρόοδο στη μείωση του υψηλού δημοσίου χρέους.
Στην έκθεση επισημαίνεται ότι οι υψηλές μισθολογικές αυξήσεις και οι μειώσεις των φόρων που προωθήθηκαν με τη φορολογική μεταρρύθμιση της προηγούμενης χρονιάς, σε συνδυασμό με το χαμηλό κόστος δανεισμού λόγω των θετικών οικονομικών συνθηκών, έδωσαν ώθηση στην ιδιωτική κατανάλωση.
Σύμφωνα με στοιχεία που περιλαμβάνονται στην έκθεση, οι πραγματικοί μισθοί στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 2,4% το 2003, αύξηση που είναι η δεύτερη υψηλότερη στην ΕΕ μετά την Ιρλανδία (3,5%). Ο κοινοτικός μέσος όρος είναι 0,9% και της ευρωζώνης 0,6%. Παράλληλα, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα το 2003 υπήρξε η υψηλότερη στην ΕΕ, σημειώνοντας αύξηση 3% σε σχέση με το 2002. Ο κοινοτικός μέσος όρος είναι 0,8% και της ευρωζώνης 0,6%.
Ακόμη, οι δημόσιες δαπάνες σε έργα που σχετίζονται με τους Ολυμπιακούς Αγώνες και την εισροή πόρων από τα Διαρθρωτικά Ταμεία, ενίσχυσαν τις δημόσιες επενδύσεις. Σύμφωνα με στοιχεία της έκθεσης, το 2003 οι δημόσιες επενδύσεις στην Ελλάδα ήταν οι τρίτες πιο υψηλές στην ΕΕ με 4% του ΑΕΠ. Προηγούνται το Λουξεμβούργο με 5,2% του ΑΕΠ και η Ιρλανδία με 4,1%. Ο κοινοτικός μέσος όρος είναι 2,2%.
Οι δημόσιες δαπάνες στην Ελλάδα ανέρχονται στο 46,3% του ΑΕΠ. Στην ΕΕ είναι 48,4% και στην ευρωζώνη 49%. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, από τις δημόσιες δαπάνες στη χώρα μας, το 36,2% προορίζεται για τις κοινωνικές παροχές (34,9% στην ΕΕ και 35,7% στην ευρωζώνη), το 8,5% για την απόκτηση αγαθών και υπηρεσιών (21,9% στην ΕΕ και 20,5% στην ευρωζώνη), το 26% για τους μισθούς (22% στην ΕΕ και την ευρωζώνη), το 0,3% για επιδοτήσεις (2,5% στην ΕΕ και 2,7% στην ευρωζώνη), το 13,3% για την πληρωμή επιτοκίων (6,9% στην ΕΕ και 7,4% στην ευρωζώνη), το 8,6% για επενδύσεις (4,9% στην ΕΕ και 5,3% στην ευρωζώνη) και το 7% για άλλες δαπάνες (6,9% στην ΕΕ και 6,4% στην ευρωζώνη).
Δημόσια οικονομικά
Επίσης, σύμφωνα με την έκθεση, μια σειρά από απρόβλεπτους παράγοντες, όπως οι υψηλότερες από ό,τι είχε αρχικά προβλεφθεί δαπάνες για τους Ολυμπιακούς Αγώνες αλλά και τα νέα κοινωνικά μέτρα που στόχο είχαν την ενίσχυση των χαμηλών εισοδημάτων, αναμένεται να ασκήσουν περαιτέρω πιέσεις στον εθνικό προϋπολογισμό. Εκφράζεται πάντως ικανοποίηση για τα προγράμματα ιδιωτικοποιήσεων που δρομολογούνται, τα οποία, όπως επισημαίνεται, θα συμβάλλουν στη μείωση του δημοσίου χρέους.
Ειδικότερα για τα δημοσιονομικά μεγέθη, η Επιτροπή διαπιστώνει μικρή μείωση του δημοσίου χρέους στην Ελλάδα που παραμένει από τα υψηλότερα στην ΕΕ. Επισημαίνει ότι οι προσπάθειες για τη μείωση του χρέους βασίζονται κυρίως στην επιτυχία του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων που έχει ανακοινωθεί, τα έσοδα του οποίου έφτασαν τα 3 δισ. ευρώ το 2003 (ή 3% του ελληνικού ΑΕΠ), ενώ αναμένεται ακόμη περαιτέρω μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος το 2004. Διαπιστώνει επίσης περιορισμένο έλεγχο των πρωτογενών δαπανών του προϋπολογισμού που σημείωσαν υπέρβαση κατά 475 εκατ. ευρώ ή 0,3% του ΑΕΠ.
Αγορά εργασίας
Σε ό,τι αφορά την αγορά εργασίας, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η κατάσταση έχει βελτιωθεί πρόσφατα, καθώς η ανεργία γνωρίζει πτωτική πορεία λόγω της δημιουργίας θέσεων απασχόλησης στον κατασκευαστικό τομέα. Ωστόσο, επισημαίνεται ότι παρά τη βελτίωση αυτή στα ποσοστά απασχόλησης, η μακροπρόθεσμη ανεργία και ειδικότερα αυτή των νέων παραμένει σημαντική, ενώ η πρόοδος στην αντιμετώπιση της ανεργίας των γυναικών παραμένει περιορισμένη.
Στην έκθεση επισημαίνονται ακόμη οι προσπάθειες που έχουν καταβληθεί για την προώθηση της μερικής απασχόλησης, οι οποίες όμως δεν είχαν επιπτώσεις στον περιορισμό του μη μισθολογικού κόστους εργασίας. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η ενίσχυση του κοινωνικού διαλόγου ήταν από τις προτεραιότητες της κυβέρνησης τα τελευταία χρόνια με έμφαση στις διαπραγματεύσεις επί των μισθών.
Υπογραμμίζεται ότι ?η νέα συλλογική σύμβαση εργασίας αναμένεται να υπογραφεί το πρώτο εξάμηνο του 2004 με την οποία όμως, ενόψει των επικείμενων βουλευτικών εκλογών, είναι απίθανο να υπάρξει σημαντική τροποποίηση του συνολικού πλαισίου για τις μισθολογικές διαπραγματεύσεις. Σε γενικές γραμμές πάντως τα εμπόδια στην πρόσβαση στην αγορά εργασίας και οι δυσκαμψίες στην προσφορά εργασίας εξακολουθούν να παραμένουν τα κύρια χαρακτηριστικά της ελληνικής αγοράς εργασίας.
Ασφαλιστικό
Σε ό,τι αφορά την αναμόρφωση του ασφαλιστικού συστήματος, η Επιτροπή αναφέρει ότι οι μεταρρυθμίσεις που προωθήθηκαν από την κυβέρνηση το 2002 δεν έλαβαν επαρκώς υπόψη τις τρέχουσες τάσεις στα δημόσια οικονομικά και ειδικότερα στο υψηλό δημόσιο χρέος.
Υπογραμμίζεται ότι, λαμβάνοντας υπόψη το κόστος από τη γήρανση του πληθυσμού που αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά στο μέλλον, η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών της Ελλάδας θα χαρακτηριστεί από υψηλό κίνδυνο, εάν δεν ληφθούν περαιτέρω μέτρα. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι κανένα τέτοιο πρόσθετο μέτρο δεν έχει προβλεφθεί ακόμη για τη μείωση του αυξανόμενου κόστους στα συστήματα κοινωνικών ασφαλίσεων και στα συνταξιοδοτικά συστήματα.
Ανταγωνιστικότητα
Σε ό,τι αφορά την ανταγωνιστικότητα, η έκθεση θεωρεί ότι έχει υπάρξει μεν βελτίωση τα τελευταία χρόνια αλλά η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει τη δεύτερη χειρότερη επίδοση κυρίως λόγω των περιορισμένων επενδύσεων σε έρευνα και τεχνολογία και της περιορισμένης αποτελεσματικότητας του εκπαιδευτικού συστήματος. Η έλλειψη ανταγωνιστικότητας οφείλεται επίσης στον περιορισμένο ανταγωνισμό σε ορισμένους τομείς της βιομηχανίας και στην έλλειψη επιχειρηματικού δυναμισμού που απορρέουν από την υψηλή γραφειοκρατία.
Τέλος, για την αγορά ηλεκτρισμού, η έκθεση σημειώνει ότι, παρά τα βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση που έγιναν, οι προσπάθειες για την υλοποίηση του πραγματικού ανταγωνισμού σε αυτό τον τομέα θα πρέπει να ενισχυθούν.
Υποψήφιο για 8 Όσκαρ είναι το ρομαντικό δράμα της Κλόι Ζάο, με τίτλο Άμνετ που κλέβει τις εντυπώσεις στις σκοτεινές αίθουσες. Αυτές είναι οι νέες ταινίες της εβδομάδας.
Σύνταξη
WIDGET ΡΟΗΣ ΕΙΔΗΣΕΩΝΗ ροή ειδήσεων του in.gr στο site σας