Δευτέρα 27 Απριλίου 2026
weather-icon 23o
Ο πρώτος δημοκρατικά εκλεγμένος πρόεδρος της Ρωσίας

Ο πρώτος δημοκρατικά εκλεγμένος πρόεδρος της Ρωσίας

Ο Μπόρις Γέλτσιν τερματίζει σήμερα (το Σάββατο) την ιστορική του θητεία ως πρώτος δημοκρατικά εκλεγμένος πρόεδρος της Ρωσίας σχολίασε την αποχώρηση του Ρώσου προέδρου ο Αμερικανός ομόλογός του, Μπιλ Κλίντον.

34

Ο Μπόρις Γέλτσιν τερματίζει σήμερα (το Σάββατο) την ιστορική του θητεία ως πρώτος δημοκρατικά εκλεγμένος πρόεδρος της Ρωσίας σχολίασε την αποχώρηση του Ρώσου προέδρου ο Αμερικανός ομόλογός του, Μπιλ Κλίντον.

Ο Γέλτσιν γεννήθηκε το 1931 και σπούδασε στο Πολυτεχνικό Ινστιτούτο των Ουραλίων.

Aπό το 1976 έως το 1985, διατελεί πρώτος Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής της κομματικής οργάνωσης του Σβερντλόφσκ του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ενωσης (ΚΚΣΕ).

Το 1985 πηγαίνει στη Μόσχα, ύστερα από πρόσκληση του πρωθυπουργού Νικολάι
Ριζκόφ, και αναλαμβάνει καθήκοντα Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ, υπεύθυνου για τεχνικοεπιστημονικά θέματα, έως το 1986.

Ωστόσο, η πολιτική του σταδιοδρομία ξεκινά ουσιαστικά το Μάρτιο του 1989, οπότε εκλέγεται στη Μόσχα μέλος του Κογκρέσου των Λαϊκών Αντιπροσώπων, με ποσοστό 89,44%.

To Mάιο συμμετέχει στο Ανώτατο Σοβιέτ, κατόπιν παραιτήσεως βουλευτή από τη Σιβηρία, ενώ τον επόμενο μήνα εκλέγεται πρόεδρος της Επιτροπής του Ανώτατου Σοβιέτ για τις Κατασκευές και την Αρχιτεκτονική.

Στις 29 Ιανουαρίου του 1990, ορίζεται υποψήφιος για Πρόεδρος του ομοσπονδιακού Ανώτατου Σοβιέτ από τους εκπροσώπους των παραγωγικών τάξεων της Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Ρωσίας. Στις 4 Μαρτίου του ίδιου χρόνου, εκλέγεται βουλευτής της Ρωσικής Ομοσπονδίας, στην πόλη Σβερντλόφσκ των Ουραλίων, με ποσοστό 80%.

Toν επόμενο μήνα, παίρνει το χρίσμα του υποψηφίου για το αξίωμα του Προέδρου του Ανώτατου Σοβιέτ της Δημοκρατίας της Ρωσίας, από την κοινοβουλευτική ομάδα Δημοκρατική Ρωσία του Ανώτατου Σοβιέτ.

Στις 24 Μαΐου του 1990, προτείνεται ως υποψήφιος για το αξίωμα του Προέδρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Κατά την ψηφοφορία, δύο ημέρες αργότερα, λαμβάνει μόλις 503 ψήφους επί συνόλου 1060.

Ωστόσο, στις 29 Μαΐου, σε επαναληπτική ψηφοφορία, εκλέγεται Πρόεδρος του ρωσικού Ανώτατου Σοβιέτ και άρα της Ομοσπονδίας, με 535 ψήφους έναντι 467 που συγκέντρωσε ο αντίπαλός του, Αλεξάντρ Βλασόφ.

Στις 12 Ιουλίου του ίδιου χρόνου, αποχωρεί από το ΚΚΣΕ για να να αφιερωθεί στην
άσκηση των καθηκόντων του ως Προέδρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Στις 5 Απριλίου του 1991, το ρωσικό Κοινοβούλιο του παραχωρεί με μεγάλη πλειοψηφία υπερεξουσίες, καθώς και το δικαίωμα να κυβερνά, ως πρόεδρος της Ρωσίας, με διατάγματα.

Στις 12 Ιουνίου του 1991, εκλέγεται Πρόεδρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας, κερδίζοντας το 57,3% των ψήφων.

Στις 10 Ιουλίου του 1991, ορκίζεται πρώτος άμεσα εκλεγμένος Πρόεδρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ενώπιον του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και πλειάδας πολιτικών και
θρησκευτικών προσωπικοτήτων, παραιτούμενος παράλληλα από το αξίωμα του
Προέδρου του ρωσικού Ανώτατου Σοβιέτ.

Στις 19 Αυγούστου του ίδιου χρόνου, αντιδρά έντονα στην πραξικοπηματική ανατροπή του Γκορμπατσόφ από οκταμελή επιτροπή και καλεί το λαό σε πολιτική ανυπακοή και γενική απεργία.

Μία ημέρα αργότερα, εκδίδει διάταγμα, βάσει του οποίου αναλαμβάνει τον πλήρη έλεγχο και τη διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων επί ρωσικού εδάφους.

Στις 22 Αυγούστου, διατάζει τη διάλυση των οργανώσεων του ΚΚΣΕ στις στρατιωτικές
μονάδες που βρίσκονται στο ρωσικό έδαφος και στις 23, με ανακοίνωση του Γκορμπατσόφ, καθίσταται ο δεύτερος στην ιεραρχία της ΕΣΣΔ, αντικαθιστά δηλαδή αυτομάτως το Σοβιετικό πρόεδρο στα καθήκοντά του, σε περίπτωση που αυτός κωλύεται να τα ασκήσει. Την ίδια ημέρα, υπογράφει διάταγμα, αγνοώντας τις αντιρρήσεις του Γκορμπατσόφ, με το οποίο αναστέλλονται οι δραστηριότητες του Κομμουνιστικού Κόμματος στη Ρωσία και σφραγίζονται τα γραφεία του στη Μόσχα.

Επιπλέον, αναστέλλει προσωρινά την έκδοση της εφημερίδας Πράβντα και άλλων πέντε κομμουνιστικών εφημερίδων, καθώς και του ειδησεογραφικού πρακτορείου Τass, επειδή στήριξαν το πραξικόπημα.

Tην 1η Νοεμβρίου 1991, με απόφαση του ρωσικού Κοινοβουλίου, αποκτά την έκτακτη εξουσία να κυβερνά με διατάγματα στον οικονομικό και κοινωνικό τομέα, για να εφαρμόσει τη ριζοσπαστική οικονομική του πολιτική, η οποία, μεταξύ άλλων, προβλέπει απελευθέρωση των τιμών και ιδιωτικοποιήσεις.

Στις 7 Νοεμβρίου του 1991, με δικό του διάταγμα αναλαμβάνει πρωθυπουργός της
ρωσικής κυβέρνησης, μέχρις ότου εφαρμοστεί το πρόγραμμα οικονομικής
μεταρρύθμισης.

Ενα μήνα αργότερα, συνυπογράφει με τους ηγέτες της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας κοινή διακήρυξη για την ίδρυση Κοινοπολιτείας Ανεξάρτητων Κρατών.

Στις 16 Μαρτίου του 1992, υπογράφει διάταγμα για την ίδρυση χωριστού ρωσικού στρατού και αυτοδιορίζεται υπουργός Αμυνας της Ρωσίας. Στη συνέχεια, το αποσύρει.

Στις 13 Απριλίου του 1992, παραιτείται σύσσωμη η ρωσική κυβέρνηση, μετά την καταδίκη του οικονομικού μεταρρυθμιστικού προγράμματος από τη Βουλή.

Στις 7 Μαΐου του 1992, υπογράφει διάταγμα για τη δημιουργία ανεξάρτητου ρωσικού στρατού και διορίζει εαυτόν γενικό διοικητή.

Στις 15 Ιουνίου του ίδιου χρόνου, διορίζει υπηρεσιακό πρωθυπουργό τον Γιεγκόρ Γκαϊντάρ.

Στις 20 Μαρτίου του 1993, ανακοινώνει την απόφασή του να κυβερνήσει τη χώρα με προεδρικά διατάγματα, εκμηδενίζοντας έτσι τις εξουσίες του Κοινοβουλίου.

Στις 28 του ίδιου μήνα, επιβιώνει ψηφοφορίας στο Κογκρέσο των Αντιπροσώπων του Λαού για την αποπομπή του.

Στις 25 Απριλίου του 1993, στο δημοψήφισμα πο διεξάγεται, αποσπά με ποσοστό 58,7% την εμπιστοσύνη του λαού και με 53% έγκριση της μεταρρυθμιστικής του πολιτικής.

Στις 12 Ιουλίου του 1993, συγκαλεί Συντακτική Συνέλευση, η οποία εγκρίνει με 433 ψήφους σε σύνολο 685 το σχέδιο νέου Συντάγματος, που προβλέπει αυξημένες προεδρικές εξουσίες.

Στις 21 Σεπτεμβρίου του 1993, με διάγγελμά του στην τηλεόραση, ανακοινώνει τη διάλυση της Βουλής και την προκήρυξη εκλογών για τις 11-12 Δεκεμβρίου, ενέργεια που καταδικάζεται ως αντισυνταγματική και πραξικοπηματική από τους πολιτικούς του αντιπάλους, οι οποίοι καταλαμβάνουν το κτίριο του Κοινοβουλίου.

Στις 3 και 4 Οκτωβρίου του 1993, κηρύσσει τη Μόσχα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, καθώς οι απόπειρες διαλόγου και συμβιβασμού με τους έγκλειστους στη Βουλή αποτυγχάνουν. Κάνει χρήση στρατιωτικής βίας για να διαλύσει τους διαδηλωτές,
Τερματίζεται η κατάληψη της Βουλής και οι πρωταίτιοι της εξέγερσης εναντίον
του συλλαμβάνονται.

Στις 8 Νοεμβρίου, αποφασίζει να αναβάλει τις προεδρικές εκλογές και να εξαντλήσει
την προεδρική του θητεία έως το 1996.

Στις 12 Δεκεμβρίου, διεξάγονται κοινοβουλευτικές εκλογές και δημοψήφισμα για το νέο Σύνταγμα, το οποίο εγκρίνεται από την πλειονότητα.

Στις 20 Ιανουαρίου του 1994, υπογράφει διάταγμα για το διορισμό της νέας κυβέρνησης υπό τον Βίκτορ Τσερνομίρντιν.

Τη 1η Δεκεμβρίου 1994, ρωσικά στρατεύματα εισβάλλουν στην Τσετσενία. Ο ίδιος δηλώνει ότι η στρατιωτική επέμβαση αποσκοπεί στην εξεύρεση πολιτικής λύσης στην αποσχισθείσα αυτή δημοκρατία.

Στις 3 Νοεμβρίου του 1995, αναθέτει στον Τσερνομίρντιν το μερικό έλεγχο τεσσάρων βασικών υπουργείων (Εσωτερικών, Εξωτερικών, Αμυνας και Ασφάλειας).

Στις 17 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου, διεξάγονται βουλευτικές εκλογές. Πρώτο αναδεικνύεται το Κομμουνιστικό Κόμμα υπό τον Γκενάντι Ζιουγκάνοφ.

Στις 29 του ίδιου μήνα, επιστρέφει στα καθήκοντά του στο Κρεμλίνο.

Στις 16 Ιουνίου του 1996 και στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών λαμβάνει ποσοστό 35,28%, έναντι 32,04% του Ζιουγκάνοφ και 14,52% του στρατηγού Αλεξάντερ Λέμπεντ. Την επομένη των εκλογών, χρίζει τον Λέμπεντ Γραμματέα του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, ενώ απολύει τον υπουργό Αμυνας και άλλους αξιωματούχους.

Στις 3 Ιουλίου και στο δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών υπερισχύει άνετα του
Ζιουγκάνοφ με 54% έναντι 40% και αναθέτει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον πρωθυπουργό Τσερνομίρντιν.

Στις 9 Αυγούστου του 1996, ορκίζεται πρόεδρος και την επομένη απομακρύνει τον προηγούμενο προσωπικό του αντιπρόσωπο στην Τσετσενία και διορίζει στη θέση του τον Λέμπεντ. Πέντε ημέρες αργότερα, του χορηγεί με διάταγμα υπερεξουσίες, για να επιλύσει την κρίση στην Τσετσενία.

Στις 10 Σεπτεμβρίου του 1996, παραδίδει τη διακυβέρνηση στον Τσερνομίρντιν, ενόψει της εγχείρησης μπαϊπάς στην οποία πρόκειται να υποβληθεί, διατηρεί όμως το κόκκινο κουμπί, τον έλεγχο δηλαδή των πυρηνικών όπλων. Ωστόσο, εννέα ημέρες αργότερα, παραδίδει και τον έλεγχο των πυρηνικών όπλων στον Τσερνομίρντιν.

Στις 17 Οκτωβρίου του 1996, καθαιρεί τον Λέμπεντ από Γραμματέα του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, μερικές μέρες μετά το διορισμό του ως επικεφαλής της ρωσικής
αντιπροσωπείας για τις συνομιλίες με τους Τσετσένους αυτονομιστές.

Στις 6 Νοεμβρίου του 1996, υπογράφει διάταγμα με το οποίο αναλαμβάνει εκ νέου τα προεδρικά του καθήκοντα.

Στις 23 του ίδιου μήνα, υπογράφει διάταγμα για την πλήρη αποχώρηση του ρωσικού στρατού από την Τσετσενία.

Ενα μήνα αργότερα, επιστρέφει στα καθήκοντά του στο Κρεμλίνο.

Στις 14 Ιανουαρίου του 1997, η Δούμα ανακοινώνει ότι αρχίζει τη διαδικασία απομάκρυνσής του για λόγους υγείας.

Mία ημέρα αργότερα, η Δούμα καθιστά σαφές ότι οποιαδήποτε απόφαση επί της απομάκρυνσής του από την εξουσία δεν έχει νομική ισχύ.

Στις 22 Ιανουαρίου, επισκέπτεται αιφνιδίως το Κρεμλίνο, ενόψει της κρίσιμης ψηφοφορίας στη Δούμα για την απομάκρυνσή του από την εξουσία. Στην πρώτη ψηφοφορία εγκρίνεται η απομάκρυνσή του από την εξουσία, στη δεύτερη όμως η τελική απόφαση παραπέμπεται στον επόμενο μήνα.

Στις 5 Μαρτίου του 1997, διορίζει τον προσωπάρχη του Κρεμλίνου Ανατόλι Τσουμπάις στο αξίωμα του αναπληρωτή πρωθυπουργού.

Στις 11 του ίδιου μήνα, υπογράφει νομοθετικό διάταγμα για τον ανασχηματισμό της κυβέρνησης.

Στις 30 Ιανουαρίου του 1998, δηλώνει ότι δεν σχεδιάζει να είναι υποψήφιος στις προεδρικές εκλογές του 2000 και ότι έχει ήδη επιλέξει το διάδοχό του, το όνομα του
οποίου δεν έχει αποφασίσει ακόμη πότε θα ανακοινώσει.

Στις 23 Μαρτίου 1998, ανακοινώνει την αποπομπή ολόκληρης της κυβέρνησης, περιλαμβανομένου και του πρωθυπουργού Τσερνομίρντιν. Διορίζει προσωρινό πρωθυπουργό τον 35χρονο υπουργό Ενέργειας Σεργκέι Κιριγιένκο.

Τέσσερις ημέρες αργότερα, απειλεί με διάλυση τη Δούμα, εάν δεν εγκρίνει την υποψηφιότητα του εκλεκτού του για την πρωθυπουργία.

Στις 24 Απριλίου, η υποψηφιότητα του Κιριγιένκο εγκρίνεται στην τρίτη και τελευταία μυστική ψηφοφορία, στη Δούμα. Ο Κιριγιένκο αναλαμβάνει με προεδρικό διάταγμα την πρωθυπουργία.

Στις 19 Ιουνίου του 1998, η Δούμα υπερψηφίζει τη σύσταση κοινοβουλευτικής επιτροπής που θα διερευνήσει τις καταγγελίες εναντίον του για το ρόλο που διαδραμάτισε στη διάλυση της ΕΣΣΔ το 1991 και τη χρήση βίας κατά της Βουλής και των μελών της το 1993.

Στην 23 Αυγούστου, αποπέμπει ολόκληρη την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό Κιριγιένκο, και ενώ η χώρα διέρχεται βαθειά οικονομική κρίση, η οποία έχει οδηγήσει στη ντε φάκτο υποτίμηση του εθνικού νομίσματος. Διορίζει προσωρινό πρωθυπουργό τον Βίκτορ Τσερνομίρντιν και την επομένη τον χρίζει υποψήφιο διάδοχό του στην προεδρία.

Στις 28 του ίδιου μήνα, δηλώνει ότι δεν πρόκειται να παραιτηθεί και ότι θα παραμείνει στην προεδρία έως το τέλος της συνταγματικής του θητείας, το 2000.

Στις 31 Αυγούστου του 1998, η Δούμα καταψηφίζει την επιλογή Τσερνομίρντιν για την πρωθυπουργία, ο ίδιος όμως επιμένει στην υποψηφιότητά του.

Στις 7 Σεπτεμβρίου, η Δούμα απορρίπτει και στη δεύτερη ψηφοφορία την υποψηφιότητα Τσερνομίρντιν.

Στις 10 του ίδιου μήνα και προ της κρίσιμης τρίτης ψηφοφορίας στη Δούμα, προτείνει ως υποψήφιο πρωθυπουργό τον έως τότε υπουργό Εξωτερικών, Γεβγκένι Πριμακόφ. Ο διορισμός του Πριμακόφ εγκρίνεται την επόμενη ημέρα.

Στις 12 Οκτωβρίου του 1998, διακόπτει λόγω αδιαθεσίας την επίσκεψή του στο Καζακστάν και επιστρέφει στη Μόσχα με τραχειοβρογχίτιδα.

Στις 7 Δεκεμβρίου, βγαίνει για τρεις ώρες από το νοσοκομείο, όπου νοσηλεύεται από τις 26 Οκτωβρίου, μεταβαίνει στο Κρεμλίνο, απολύει τον προσωπάρχη του και τρεις βοηθούς του και επιστρέφει στο νοσοκομείο.

Στις 25 του ίδιου μήνα, υπογράφει με τον πρόεδρο της Λευκορωσίας, Αλεξάντερ Λουκασένκο, διακήρυξη για την ένωση μέσα στο 1999.

Στις 12 Απριλίου του 1999, αναβάλλεται για το Μάιο η ψηφοφορία για την καθαίρεσή του, η συζήτηση επί της οποίας επρόκειτο να ξεκινήσει στις 15 Απριλίου.

Ενα μήνα αργότερα, αποπέμπει τον πρωθυπουργό Πριμακόφ και σύσσωμη την κυβέρνηση. Διορίζει πρωθυπουργό τον Σεργκέι Στεπάσιν, έως τότε υπουργό Εσωτερικών και πρώτο αντιπρόεδρο της κυβέρνησης.

Στις 13-15 Μαΐου του1999, διεξάγεται η συζήτηση στη Δούμα για την καθαίρεσή του. Το Σώμα απορρίπτει μία προς μία όλες τις κατηγορίες εναντίον του: της γενοκτονίας
εναντίον του ρωσικού λαού, της διάλυσης της ΕΣΣΔ, της κατάρρευσης του στρατού,
της επίθεσης εναντίον του Κονοβουλίου το 1993 και της κήρυξης πολέμου στην
Τσετσενία.

Στις 9 Αυγούστου του ίδιου χρόνου, αποπέμπει τον πρωθυπουργό Στεπάσιν και διορίζει στη θέση του τον Βλαντιμίρ Πούτιν, έως τότε επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ασφαλείας (πρώην ΚGB).

Την 1η Οκτωβρίου του 1999, Ρώσοι στρατιώτες με την υποστήριξη αρμάτων μάχης
εισέρχονται στην Τσετσενία.

Στις 18 Νοεμβρίου, αναχωρεί αιφνιδίως από τη Διάσκεψη Κορυφής του ΟΑΣΕ, στην Κωνσταντινούπολη, λόγω της διαφαινόμενης συμπερίληψης, στο τελικό ανακοινωθέν της διάσκεψης, αναφοράς στο πρόβλημα της Τσετσενίας.

Στις 8 Δεκεμβρίου του 1999, υπογράφει με τον πρόεδρο της Λευκορωσίας, Αλεξάντερ Λουκασένκο, συμφωνία για την ένωση των δύο χωρών.

Στις 19 Δεκεμβρίου, συγχαίρει το νεοσυσταθέν φιλοκυβερνητικό κόμμα Ενότητα για τη δεύτερη θέση στις βουλευτικές εκλογές, με ποσοστό 23,94% και 72 έδρες, έναντι 24,29% και 72 εδρών του Κομμουνιστικού Κόμματος.

ΑΠΕ

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

in.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθύντρια Σύνταξης: Αργυρώ Τσατσούλη

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 800745939, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: in@alteregomedia.org, Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

ΜΗΤ Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ.232442

Δευτέρα 27 Απριλίου 2026
Cookies