Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδίκασε την Ελλάδα για άνιση αντιμετώπιση των φύλων
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδίκασε την Ελλάδα γιατί δεν έχει καταργήσει αναδρομικά εθνικές ρυθμίσεις, που δημιουργούν δυσμενείς διακρίσεις εις βάρος των εργαζομένων γυναικών και ιδιαίτερα στην ισότητα των αμοιβών μεταξύ των δύο φύλων, στα επιδόματα οικογενειακών βαρών, στα επιδόματα γάμου και
στις συντάξεις γήρατος.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδίκασε την Ελλάδα γιατί δεν έχει καταργήσει αναδρομικά εθνικές ρυθμίσεις, που δημιουργούν δυσμενείς διακρίσεις εις βάρος των εργαζομένων γυναικών και ιδιαίτερα στην ισότητα των αμοιβών μεταξύ των δύο φύλων, στα επιδόματα οικογενειακών βαρών, στα επιδόματα γάμου και
στις συντάξεις γήρατος.
Οι ευρωδικαστές δέχθηκαν την Πέμπτη την προσφυγή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που υποστήριξε, ότι η Ελλάδα έχει παραβεί τις κοινοτικές διατάξεις και έχει θέσει στις έγγαμες εργαζόμενες γυναίκες προϋποθέσεις τις οποίες δεν θέτει για τους έγγαμους εργαζόμενους άνδρες.
Η απόφαση δίνει τη δυνατότητα στις εργαζόμενες Ελληνίδες να διεκδικήσουν αναδρομικά δικαιώματα -επιδόματα και συντάξεις- με τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος και με αποτέλεσμα να υπολογιστούν με νέα κριτήρια και να καταβληθούν εργοδοτικές και ασφαλιστικές εισφορές παρελθόντων ετών. Η Ελλάδα μπορεί να επικαλεστεί ενδεχόμενες παραγραφές, που προβλέπει η ελληνική νομοθεσία για τις περιπτώσεις αυτές, αλλά με αβέβαιο αποτέλεσμα. Σημειώνεται ότι η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου δεν έχει πάρει σαφή θέση για την παραγραφή.
Στην απόφαση αναφέρεται ότι η Ελλάδα έχει παραβεί τα σχετικά άρθρα της Συνθήκης και τις κοινοτικές οδηγίες 117 του 1975 για την ισότητα αμοιβής και 7 του 1979 για την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης.
Η ελληνική πλευρά υποστήριξε, ότι στην Ελλάδα από την ένταξή της ισχύει ένα σύνολο νομικών κανόνων, που εξασφαλίζει την αρχή της ίσης αμοιβής ανδρών και γυναικών για εργασία ίσης αξίας. Αναφέρθηκε στα άρθρα 22 παρ. 1 και 116 παρ. 3 του ελληνικού Συντάγματος και στις διατάξεις του νόμου 1414 του 1984, που καλύπτουν την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου για την ισότητα των φύλων. Επικαλέστηκε, όμως την ελληνική νομολογία, που δεν έχει, ακόμη, ξεκαθαρίσει αν τα οικογενειακά επιδόματα υπάγονται στην έννοια της αμοιβής και θα πρέπει να καταβάλλονται ακέραια και στους δύο συζύγους με τεράστιο οικονομικό κόστος.
Επίσης, υπενθύμισε απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου σε προσφυγή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά της Γερμανίας, που είχε δεχθεί ότι το γερμανικό Σύνταγμα είχε καλύψει την οδηγία 207 του 1976 για την πρόσβαση στην απασχόληση ανδρών και γυναικών. Εξάλλου, υποστήριξε, πως τα ελληνικά δικαστήρια με αποφάσεις τους έχουν διευκρινίσει, ότι κανονιστικές διατάξεις και συλλογικές συμβάσεις, που εισάγουν διακρίσεις λόγω φύλου σε οικογενειακά επιδόματα, είναι αντίθετες με το ελληνικό Σύνταγμα και το κοινοτικό δίκαιο.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απέρριψε τα ελληνικά επιχειρήματα. Ανέφερε, ότι μολονότι οι διατάξεις του ελληνικού Συντάγματος έχουν άμεση εφαρμογή, η ειδική ελληνική ρύθμιση δεν ανταποκρίνεται στις επιταγές της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, που απαιτούν να διατυπώνονται με σαφήνεια τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των ενδιαφερομένων για να μπορούν τα δικαστήρια να εξασφαλίζουν την εφαρμογή τους.
Στην περίπτωση της Γερμανίας το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δέχθηκε, ότι είχε επιτευχθεί, ήδη, με την έναρξή της ο στόχος της οδηγίας 207. Εξάλλου, το νομικό πλαίσιο στις δύο περιπτώσεις είναι διαφορετικό, δεδομένου, ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αμφισβήτησε την εφαρμογή της οδηγίας 207. Η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να επικαλεστεί οικονομικές ή διοικητικές δυσχέρειες για να μην εφαρμόσει τις κοινοτικές οδηγίες.