Φρένο στις «κόκκινες» κληρονομιές, που συνοδεύονται από σημαντικά χρέη σε δάνεια, οφειλές στην Εφορία, τον ΕΦΚΑ και αλλού, που πολύ συχνά ξεπερνούν την αξία των κληρονομούμενων ακινήτων, έρχεται να βάλει το νέο κληρονομικό δίκαιο. Η οικονομική κρίση και τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά έχουν άμεσο αντίκτυπο και στις κληρονομιές, που πολλές φορές, όπως έχει δείξει η ιστορία, μετατρέπονται σε θηλιά για τους κληρονόμους, ιδιαίτερα σε περίπτωση που με βάση το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο χαθούν κρίσιμες ημέρες προθεσμίας για αποποίηση της κληρονομιάς. Το αποτέλεσμα; Ο κληρονόμος βρίσκεται χρεωμένος. Και τότε αρχίζει ένας μεγάλος δικαστικός αγώνας εκ μέρους των κληρονόμων που τρέχουν στα δικαστήρια για να σώσουν την ατομική περιουσία και τα σπίτια  τους.

Όλα αυτά λοιπόν αλλάζουν με τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στο νέο κληρονομικό νομοσχέδιο, καθώς τα μέλη της Ομάδας Εργασίας αναγνώρισαν κατά τη διάρκεια του σύνθετου έργου τους ότι ο «μεγάλος ασθενής» στο συγκεκριμένο πεδίου του δικαίου δεν είναι μόνο οι ιδιόγραφες διαθήκες, για τις οποίες ελήφθη μέριμνα με τη θέσπιση νέων δικλίδων ασφαλείας, αλλά και οι αποκαλούμενες «κόκκινες» κληρονομιές, δηλαδή οι υπερχρεωμένες κληρονομιές.

Τι αλλάζει

Τι ισχύει για τα χρέη αυτά με βάση τον νόμο; Αν αποδεχθεί κάποιος την κληρονομιά, γίνεται οφειλέτης, τα χρέη του θανόντος μεταφέρονται στις δικές του πλάτες και ευθύνεται πλέον έναντι των δανειστών με την προσωπική περιουσία του.

Το νέο κληρονομικό δίκαιο φέρνει αλλαγές που επιδιώκουν να προστατεύσουν τους κληρονόμους από «αυτόματα» χρέη, αλλάζοντας προς όφελος των κληρονόμων.

Το κλειδί των αλλαγών βρίσκεται στο κεφάλαιο του νομοσχεδίου που αφορά την ικανοποίηση των δανειστών της κληρονομίας. Και σε αυτό ξεκαθαρίζεται το σκηνικό σε ό,τι αφορά την ευθύνη του κληρονόμου.

Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι «ο κληρονόμος δεν ευθύνεται με την ατομική του περιουσία για τις υποχρεώσεις της κληρονομίας, εκτός αν δηλώσει στον γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας ότι θα τη διαχειρίζεται και θα τη διαθέτει ελεύθερα».

Ο εκκαθαριστής

Ξεχωριστό κεφάλαιο στη νέα εποχή του κληρονομικού δικαίου αποτελεί η διαδικασία εκκαθάρισης της κληρονομίας μέσα από τη δικαστική οδό. Ο εκκαθαριστής που ορίζεται από τον κατάλογο που υπάρχει στη γραμματεία του δικαστηρίου γνωστοποιεί με κάθε πρόσφορο μέσο την αποδοχή του διορισμού του σε κάθε δανειστή. Ο ίδιος, δηλαδή ο εκκαθαριστής, επαληθεύει τις απαιτήσεις των δανειστών που αναγγέλθηκαν, διοικεί την ομάδα της κληρονομίας και εισπράττει τις όποιες απαιτήσεις του κληρονομούμενου. Για το έργο του βέβαια έχει δικαίωμα να λάβει αμοιβή. Φτάνοντας στο τέλος της εκκαθάρισης, αν το προϊόν δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών που αναγγέλθηκαν, ο εκκαθαριστής έχει υποχρέωση πριν εξοφλήσει οποιονδήποτε να συντάξει πίνακα κατάταξης σύμφωνα με τον νόμο.

Μέσα σε έναν μήνα από την πληρωμή των δανειστών που αναγγέλθηκαν, ο εκκαθαριστής οφείλει να δηλώσει στο δικαστήριο της κληρονομιάς το πέρας της εκκαθάρισης και εφόσον έχει απομείνει κληρονομική περιουσία, την αποδίδει στους κληρονόμους ανάλογα με τις κληρονομικές τους μερίδες.

Ο διαχωρισμός της κληρονομικής περιουσίας από την ατομική περιουσία του κληρονόμου θεωρείται – και όχι άδικα – ως η μεταρρύθμιση με τη μεγαλύτερη επίδραση στην οικονομία.

Όπως έχει τονίσει επανειλημμένως ο αρμόδιος υφυπουργός Δικαιοσύνης Ιωάννης Μπούγας: «Μέχρι σήμερα, ο κληρονόμος έφερε απεριόριστη ευθύνη για τα χρέη του κληρονομούμενου. Η αβεβαιότητα αυτή είχε ως αποτέλεσμα ατέρμονες αποποιήσεις κληρονομιάς, ακόμη και περιουσιών με σημαντική οικονομική αξία. Με το νέο πλαίσιο, θεσπίζεται ο απόλυτος διαχωρισμός: τα χρέη εξοφλούνται αποκλειστικά από την κληρονομιά και δεν επιβαρύνουν την ατομική περιουσία του κληρονόμου».

Οικονομικές συνέπειες

– Μείωση αποποιήσεων και επανένταξη μεγάλου όγκου περιουσίας στην οικονομική δραστηριότητα.

– Ενίσχυση της ρευστότητας του κληρονόμου και της εμπορευσιμότητας των ακινήτων, καθώς οι επενδυτές και οι αγοραστές λειτουργούν πλέον σε περιβάλλον μεγαλύτερης ασφάλειας.

– Στήριξη οικογενειακών επιχειρήσεων, που δεν κινδυνεύουν πια από άγνωστα χρέη και οι κληρονόμοι μπορούν να συνεχίσουν τη λειτουργία τους, διατηρώντας θέσεις εργασίας.

– Αύξηση της παραγωγικότητας και σταθερότητα της αγοράς, μέσω της ενεργοποίησης αδρανών περιουσιών.

– Ενίσχυση των δημόσιων εσόδων από μεταβιβάσεις και επενδύσεις.

Premium έκδοση ΤΑ ΝΕΑ