Οι φωτογραφίες που τέθηκαν προς δημοπρασία στο ebay και φαίνεται να απεικονίζουν τη στιγμή που έλληνες κομμουνιστές οδηγούνται από τους ναζί τον Μάιο του 1944 στην Καισαριανή έχουν προκαλέσει σειρά συναισθημάτων και έχουν ανοίξει τον δημόσιο διάλογο για το τι πρέπει να κάνει η Πολιτεία από εδώ και πέρα.

Οι περισσότερες απόψεις που έχουν κατατεθεί δημοσίως συμφωνούν πως «η ιστορική μνήμη δεν δημοπρατείται»

Ο ιστορικός, Μενέλαος Χαραλαμπίδης, γράφει τις πρώτες σκέψεις του για τις φωτογραφίες από την εκτέλεση στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, που εμφανίστηκαν χθες προς δημοπρασία στο eBay.

«Να γίνει προσπάθεια ώστε αυτές οι φωτογραφίες να αποκτηθούν»

«Οι φωτογραφίες είναι συγκλονιστικές. Τα λόγια μοιάζουν φτωχά για να περιγράψουν τα συναισθήματα που μας δημιουργούν. Πρέπει να γίνει προσπάθεια ώστε αυτές οι φωτογραφίες να αποκτηθούν και να κατατεθούν σε επίσημο αρχειακό φορέα, με τον όρο ότι θα είναι διαθέσιμες στην έρευνα και ότι τα ψηφιακά τους αντίγραφα θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς αντίτιμο σε εκδόσεις, εκθέσεις, ντοκιμαντέρ κ.ά (…)» σημειώνει.

Οι φωτογραφίες αυτές «χρειάζονται επιστημονική τεκμηρίωση», συνεχίζει. «Βλέπουμε λήψεις από το στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου, από τα γερμανικά φορτηγά που μετέφεραν τους κρατουμένους και από το Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Πρέπει να εξασφαλίσουμε ότι απεικονίζουν κάποιους από τους 200 εκτελεσμένους της Πρωτομαγιάς του 1944, γιατί η ίδια διαδικασία επαναλήφθηκε λίγες ημέρες αργότερα, στις 10 Μαΐου 1944, με την εκτέλεση άλλων 100 πολιτικών κρατουμένων. Συνεπώς, πρέπει να αναγνωρίσουμε τουλάχιστον ένα από τα πρόσωπα που διακρίνονται σε αυτές».

«Έχουμε ηθική υποχρέωση να τιμούμε τη μνήμη τους»

Μενέλαος Χαραλαμπίδης συνεχίζει, γράφοντας: «Αν θέλουμε να αφηγηθούμε την ιστορία των κομμουνιστών πολιτικών κρατουμένων που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, αφετηρία μας δεν μπορεί να είναι η περίοδος της Κατοχής, αλλά εκείνη της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου 1936, που επιβλήθηκε από τον Ιωάννη Μεταξά με την υποστήριξη του βασιλιά. Και αυτό διότι οι 157 από τους 200 εκτελεσμένους ήταν κομμουνιστές πολιτικοί κρατούμενοι που είχαν συλληφθεί από τις αρχές ασφαλείας του δικτατορικού καθεστώτος του Ιωάννη Μεταξά την περίοδο 1936–1939 και είχαν παραδοθεί από τις ελληνικές αρχές στα γερμανικά στρατεύματα, όταν αυτά εισέβαλαν στη χώρα τον Απρίλιο του 1941».

Όμως, λέει, «και μετά την κατάληψη της χώρας από τους Γερμανούς και τους συμμάχους τους, η διοίκηση των χώρων κράτησης των κομμουνιστών παρέμεινε στα χέρια της Ελληνικής Χωροφυλακής. Με άλλα λόγια, αυτοί οι άνθρωποι ήταν πρωτίστως θύματα του αντικομμουνιστικού ελληνικού κράτους και δευτερευόντως των Γερμανών κατακτητών.

Εκτός από τους 157 προπολεμικούς κομμουνιστές πολιτικούς κρατουμένους (από αυτούς, τρεις ήταν αρχειομαρξιστές και τέσσερις τροτσκιστές), μεταξύ των εκτελεσμένων της Πρωτομαγιάς του 1944 υπήρχαν και τουλάχιστον 22 μέλη του ΕΑΜ, τα οποία είχαν συλληφθεί κατά τη διάρκεια της Κατοχής από την Ελληνική Χωροφυλακή, η οποία τα παρέδωσε στους Γερμανούς προς εκτέλεση».

Καταλήγει αναφέροντας: «Θα μπορούσαμε να έχουμε μια σαφέστερη εικόνα για τα θύματα αυτά, καθώς έχουμε ηθική υποχρέωση να τιμούμε τη μνήμη τους. Όμως το ελληνικό κράτος εξακολουθεί να κρατά κλειστά τα πολύτιμα για την έρευνα αρχεία των ελληνικών υπηρεσιών ασφαλείας, παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει 80 χρόνια από τη λήξη του πολέμου και 85 χρόνια από την περίοδο της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά».