Και στις ΗΠΑ και στη Βραζιλία οι εισβολείς φορούσαν τα εθνικά χρώματα (της σημαίας στη μία περίπτωση, της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου στην άλλη), μιλούσαν και δρούσαν στο όνομα του «λαού και του έθνους»

Στην αρχή του νέου χρόνου ζήσαμε μια ανατριχιαστική αλλά διόλου αναπάντεχη επανάληψη: ανοιχτή αμφισβήτηση εκλογικού αποτελέσματος, προετοιμασία στο φως της ημέρας για βίαιες ενέργειες, επίθεση σε «ναούς της Δημοκρατίας» από έξαλλους οπαδούς ηττημένου πρώην προέδρου, μηδενική αντίσταση της Αστυνομίας, εκτεταμένοι βανδαλισμοί, σοκ και δέος (ως την επόμενη φορά). Οι ομοιότητες ανάμεσα στην εισβολή στο Κογκρέσο στην Ουάσιγκτον, στις 6 Ιανουαρίου 2021, και στο Προεδρικό Μέγαρο, το Κογκρέσο και το Συνταγματικό Δικαστήριο στην Μπραζίλια, στις 8 Ιανουαρίου 2023, βρίσκονται όχι μόνο στην επιλογή και εκτύλιξη της βίας, αλλά και στην προαναγγελία της και, εκ των υστέρων, στην πολύ χλιαρή «καταδίκη» από αυτούς στο όνομα των οποίων ασκήθηκε.

Το αμερικανικό «παράδειγμα» υπήρξε πηγή έμπνευσης για τη βραζιλιάνικη παραλλαγή, σε βαθμό που οι διαφορές να έρχονται σε δεύτερη μοίρα: ο βραζιλιάνος πρώην πρόεδρος έλειπε από τη χώρα, ο αντίπαλός του είχε ήδη αναλάβει τα καθήκοντά του, η Βουλή δεν βρισκόταν σε διάσκεψη και τα κτίρια ήταν άδεια, ο στρατός και η αστυνομία κατηγορούνται επίσημα ότι συνέβαλαν στην επίθεση, η καταστολή υπήρξε πολύ πιο γρήγορη και σκληρή (1.500 συλλήψεις, παύση του κυβερνήτη της Μπραζίλια για 60 ημέρες, κινήσεις για δίωξη και «πάγωμα» λογαριασμών του πρώην προέδρου).

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Εξοδα δεκάδων χιλιάδων ευρώ από το κρατικό ταμείο για προσωπικά έξοδα έκανε ο Μπολσονάρο

Το κρίσιμο για τη δημοκρατία – όχι μόνο στη Βραζιλία, αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο – είναι αν αυτή η μετάβαση από την «απόλυτη εξαίρεση» (γεγονότα της Ουάσιγκτον) στην «προαναγγελθείσα μίμηση» (Μπραζίλια) προοιωνίζεται τη γενίκευση μιας «δημοκρατίας υπό αίρεση»: αν και όταν νικά ο εκλεκτός των δυνάμεων που είναι πιο πρόσφορες να ασκήσουν βία (ακροδεξιοί, εθνικιστές), τότε η δημοκρατική νομιμότητα γίνεται αποδεκτή, στην περίπτωση ήττας η κατάλυση της νομιμότητας αποτελεί όχι απλώς δυνατότητα αλλά μονόδρομο.

Και στις ΗΠΑ και στη Βραζιλία οι εισβολείς φορούσαν τα εθνικά χρώματα (της σημαίας στη μία περίπτωση, της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου στην άλλη), μιλούσαν και δρούσαν στο όνομα του «λαού και του έθνους». Και στις ΗΠΑ και στη Βραζιλία, μοχλοί της βίας ήταν η υποδαύλιση του μίσους από αυταρχικούς ηγέτες (και κατά τη διάρκεια της θητείας τους και όταν έχασαν την εξουσία), η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (με ακόμα πιο οργανωμένο και ανοιχτό τρόπο στη Βραζιλία: τρεις μέρες πριν από την εισβολή είχαν «στηθεί» πολλές χιλιάδες ειδικοί «λογαριασμοί» με παροτρύνσεις και πρακτικές οδηγίες) και, κυρίως και πιο απειλητικά, η χαλάρωση της ίδιας της έννοιας της «δημοκρατίας» για μεγάλα στρώματα του πληθυσμού. «Δημοκρατία είναι το αποτέλεσμα που θέλουμε και που για να έρθει παίρνουμε την κατάσταση στα χέρια μας»: η αίσθηση αυτή είναι ασφυκτική όχι απλώς για το πολίτευμα αλλά για την ίδια την κοινωνική συμβίωση.

Και δυστυχώς δεν περιορίζεται σε λίγες περιπτώσεις και δεν τυγχάνει εκμετάλλευσης μόνο από ακροδεξιές δυνάμεις: συγκρούσεις και θανάτους είχαμε αυτές τις μέρες στο Περού μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του αριστερού προέδρου που αποπέμφθηκε, ενώ το φαινόμενο των «Αγανακτισμένων» οδήγησε σε αντιδημοκρατικές εκδηλώσεις σε πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της δικής μας. Ολο και περισσότερο φθίνει η απαραίτητη διάκριση ανάμεσα σε νόμιμη διαφωνία – ειρηνική αντίσταση και σε πραξικοπηματική αυτοδικία. Η επανασύνδεση με τα θεμελιώδη της δημοκρατίας απαιτεί όχι μόνο εκπαίδευση, αλλά και παράδειγμα από αυτούς που ασκούν την εξουσία. Στο μεταξύ χάνεται η νομιμοποίηση, δηλαδή η αποδοχή, και η ανάγκη, της δημοκρατίας από τους πολίτες.

Ο Κώστας Μποτόπουλος είναι συνταγματολόγος

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr