Στην περιφέρεια των επίσημων εκδηλώσεων για τη δισεκατονταετηρίδα από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 εμφανίστηκε μια συζήτηση για την αποικιοκρατία και το πώς το νεαρό επαναστατημένο έθνος ταυτόχρονα εξεγειρόταν απέναντι σε ξένο δυνάστη και διεκδικούσε να είναι στην πρώτη γραμμή του αγώνα της λευκής Ευρώπης απέναντι σε μια «Ανατολή» που ταυτιζόταν με τη βαναυσότητα και την καθυστέρηση. Η χώρα μας δεν ήταν η μόνη όπου το αίτημα της εθνικής συγκρότησης διαπλέχθηκε με το ερώτημα μιας αποικιακής οπτικής, ενώ η αρχαιολογία έπαιξε και παίζει σημαντικό ρόλο στην επιχείρηση ανακατασκευής ιστορικών ταυτοτήτων, ιδίως όταν πρέπει να υποστηρίξουν αφηγήματα εθνικής συνέχειας ή ιστορικά δικαιώματα παρουσίας.

Αυτά καθιστούν ιδιαίτερα ενδιαφέρον το βιβλίο των Γιάννη Χαμηλάκη και Ράφαελ Γκρίνμπεργκ, «Αρχαιολογία, έθνος και φυλή. Αναμέτρηση με το παρελθόν, αποαποικιοποίηση του μέλλοντος στην Ελλάδα και το Ισραήλ», που κυκλοφόρησε σε μετάφραση του Μιχάλη Λαλιώτη και επιμέλεια του Δημήτρη Χατζηχαραλάμπους από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου. Πρόκειται για έναν διάλογο ανάμεσα στον έλληνα αρχαιολόγο και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Brown και τον ισραηλινό αρχαιολόγο και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ, με τους δυο μελετητές να αποτιμούν πώς η αρχαιολογία συνέβαλε στο να διαμορφωθούν ευρωκεντρικά μοντέλα και για τον Ελληνισμό και για τον Εβραϊσμό.

Εθνικά αφηγήματα

Παρότι η ανάδυση του ελληνικού εθνικισμού προηγήθηκε του σιωνιστικού κινήματος και της διαμόρφωσης του σύγχρονου Ισραήλ, οι δυο συγγραφείς εντοπίζουν κοινά σημεία, κυρίως στον τρόπο που μια αποικιοκρατική προσέγγιση για την αρχαιολογία συνέβαλε στη διαμόρφωση των αντίστοιχων εθνικών αφηγημάτων, π.χ. με τον τρόπο που, όπως υπογραμμίζει ο Γκρίνμπεργκ, η εποικιστική πολιτική του Ισραήλ συνοδευόταν από την παραγωγή αρχαιολογικών δεδομένων για τις υπό εποικισμό περιοχές.

Σημαντική πλευρά αποτελεί ο τρόπος που και στα δύο κράτη, παρά τις ιστορικές διαφορές, υπήρξε ενσωμάτωση μιας ευρωκεντρικής και αποικιοκρατικής οπτικής, στην περίπτωση της Ελλάδας ως «κρυπτοαποικιοκρατικού» αναχώματος απέναντι στην Ανατολή, στην περίπτωση του Ισραήλ απέναντι στην παρουσία αραβικών πληθυσμών. Η αρχαιολογία διευκόλυνε την ταύτιση εδάφους και έθνους, την ίδια ώρα που συσκότιζε την ίδια τη συνθετότητα των υπό ανάδυση και συγκρότηση εθνών.

Ιδιαίτερη σημασία δίνουν στον τρόπο που η αρχαιολογία λειτουργεί ως μηχανισμός αποκάθαρσης. Με αφορμή περιπτώσεις όπου στο όνομα της ανάδειξης της αρχαιολογικής κληρονομιάς περιοχές «καθαρίζονται» από την παρουσία ζωντανών ανθρώπων ή από όλα τα υλικά χνάρια ιστορικών περιόδων και περιόδων άλλων από αυτές που είναι προς ανάδειξη, στέκονται στον τρόπο που η αρχαιολογία συμβάλλει τελικά στο να παρουσιάζεται αποστειρωμένη εικόνα του ιστορικού παρελθόντος, είτε μιλάμε για την προσπάθεια να επιστρέψουν περιοχές γύρω από την Ιερουσαλήμ στην αρχαία προπαλαιστινιακή τους κατάσταση, είτε για τον τρόπο που στην Ελλάδα ολόκληρα στρώματα ιστορικού παρελθόντος αφαιρούνταν, ξεκινώντας από τον τρόπο που αντιμετωπίστηκαν για δεκαετίες τα οθωμανικά μνημεία. Σε αυτές τις πρακτικές αντιπαρατάσσουν διάφορες προϋπάρχουσες εγχώριες ή αυτόχθονες αρχαιολογίες, δηλαδή διαφορετικούς τρόπους συλλογής ή καταγραφής καταλοίπων του παρελθόντος ή ένταξης αυτών των καταλοίπων σε ιστορικά αφηγήματα, ένα είδος «δημώδους αρχαιοδιφισμού» με ιδιαίτερη σημασία.

«Λεύκανση» του έθνους

Ξεχωριστό ενδιαφέρον έχει η ενότητα στην οποία ο Χαμηλάκης και ο Γκρίνμπεργκ συζητούν πώς η αρχαιολογία συνδέθηκε με διαδικασίες φυλετικοποίησης και ειδικά την προσπάθεια να συνδεθεί πρώτα η ελληνική αρχαιότητα αλλά και αργότερα ο Εβραϊσμός με μια ορισμένη εκδοχή «λευκότητας», που πολιτικά αναλογούσε και στην προσπάθεια ταύτισης με τη Δύση και την Ευρώπη. Μάλιστα, όπως επισημαίνει ο Χαμηλάκης στην ελληνική περίπτωση αξίζει να δούμε πώς η «λεύκανση» του νεαρού ελληνικού έθνους συνδυαζόταν με την αντίστοιχη προσπάθεια «λεύκανσης» της ελληνικής αρχαιότητας που πραγματοποιούσαν αρχαιολόγοι, ιστορικοί και λόγιοι, δείχνοντας πώς η αρχαιολογία μπορεί να εμπλέκεται και με βιοπολιτικές σε τελική ανάλυση κατευθύνσεις. Οπως επισημαίνουν, στις μέρες μας αυτό έχει πάρει και μια επιπλέον διάσταση μέσα από την αρχαιογενετική, ως μέσο για την απόδειξη μορφών «φυλετικής συνέχειας» που προβάλλονται από όλες τις παραλλαγές της Ακροδεξιάς και στις δύο χώρες.

Παλίμψηστα

Ολα αυτά αποτυπώνουν πόσο επίκαιρο παραμένει το αίτημα της αποαποικιοποίησης. Δεν είναι απλώς κάποια «θεωρητική μόδα» ή μια παραλλαγή «πολιτικής ορθότητας». Είναι στην πραγματικότητα η ανάγκη για μια κριτική και σε τελική ανάλυση χειραφετητική σχέση με το παρελθόν, μια σχέση που δεν «κατασκευάζει» ταυτότητες, αλλά παραδέχεται ότι το παρελθόν όπως και τα υλικά ίχνη του είναι τελικά παλίμψηστα, ακριβώς γιατί η Ιστορία ξαναγράφεται διαρκώς μέσα στη συνεχή μεταβλητότητά της. Σε μια περίοδο όπου η πρόκληση είναι να αποδεχτούμε ότι οι μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές σημαίνουν ότι νέες εμπειρίες και νέες ιστορίες εντάσσονται στις κοινωνίες μας, αυτή η αποαποικιακή οπτική αποκτά ξεχωριστή επικαιρότητα.

Η αποαποικιοποίηση του μέλλοντος

Η αρχαιολογία σε τελική ανάλυση δεν αφορά το παρελθόν. Το πώς βλέπουμε το παρελθόν έχει να κάνει και το πώς βλέπουμε το παρόν και πάνω από όλα το μέλλον. Αυτό σημαίνει ότι η αποαποικιοποίηση της αρχαιολογίας αφορά την αποαποικιοποίηση του μέλλοντος. Μια διαφορετική σχέση με το παρελθόν, με κριτική επίγνωση του ρόλου που έπαιξαν εθνικιστικές ιδεολογίες και πρακτικές φυλετικοποίησης, σημαίνει μια διαφορετική στάση στο μέλλον, μια κοινωνία πιο δημοκρατική και πιο συμπεριληπτική.

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr