Η Γωγώ και η Μαίρη είναι δύο αγαπημένες αδελφές, φίλες μου πολλά χρόνια. Γυναίκες, αυτό που λέμε, η χαρά της ζωής. Δυναμικές, ανεξάρτητες, με χιούμορ, «καπετάνισσες» στις παρέες, κοσμοπολίτισσες, επιτυχημένες στη δουλειά τους. Και συντρέχτρες. Στα τρυφερά χρόνια της εφηβείας έχασαν τον πατέρα τους και μεγάλωσαν με τη μητέρα τους και τη θεία τους. Μαζί έμεναν από τότε που τα κορίτσια ορφάνεψαν. Τέσσερις γυναίκες που δεν συγκατοικούσαν απλώς λόγω των συνθηκών αλλά έφτιαξαν μια καινούργια οικογένεια. Οχι μόνο από τις πιο αγαπημένες και ταιριαστές που έχω γνωρίσει αλλά και που μπορώ να φανταστώ.

Αυτή η δυναμική τετράδα θα μπορούσε να είναι το βασικό καστ ενός απολαυστικού σίριαλ. Οπου η διαφορά της ηλικίας ανάμεσα στις δύο γενιές θα ήταν απλώς το άλλοθι. Ακόμη και όταν οι φιλενάδες μου μεγάλωσαν (η Γωγώ δεν παντρεύτηκε, η Μαίρη, μετά το διαζύγιό της, γύρισε, με τον γιο της που τώρα σπουδάζει στο εξωτερικό, στην οικογενειακή εστία) πάντα έβρισκαν χρόνο για εξόδους, ταξίδια, διακοπές με τη μαμά και τη θεία. Ηταν πια τα «κορίτσια» τους, στα ώπα ώπα τις είχαν. Βέβαια τα τελευταία χρόνια η θεία είχε κάπως βαρύνει, είχε κινητικά προβλήματα, πλησίαζε πια τα ενενήντα. Μια ενενηντάρα με μυαλό ξυράφι και με το σχόλιο επί παντός (από την υποψηφιότητα του Γιώργου Παπανδρέου στις εκλογές του ΚΙΝΑΛ έως τις φετινές επιδόσεις του Παναθηναϊκού) στην άκρη της γλώσσας της που οι δύο ανιψιές της τη φρόντιζαν λες και την προετοίμαζαν για νύφη.

Ολα αυτά έως πριν από λίγες μέρες. Εως που ο κορωνοϊός τρύπωσε στο σπίτι των τεσσάρων γυναικών – εμβολιασμένες και οι τέσσερις. Πρώτα νόσησαν η μαμά και η θεία. Χρειάστηκε να μεταφερθούν και οι δύο στο νοσοκομείο. Λίγο μετά αρρώστησαν και οι φίλες μου. Με ελαφρά συμπτώματα αλλά με πολύ μεγάλη αγωνία αφού έπρεπε να μείνουν περιορισμένες στο σπίτι, μακριά από τα «κορίτσια» τους που νοσηλεύονταν. Κι εκεί, στο σπίτι, τις βρήκε η είδηση ότι η θεία έφυγε. Η γυναίκα που τους αφοσιώθηκε και της αφοσιώθηκαν, που έζησαν μαζί όλα τους, σχεδόν, τα χρόνια, που κάλυψε, με κάποιον τρόπο, το κενό του χαμένου γονιού, πέθανε ολομόναχη αν και ελάχιστα χιλιόμετρα μακριά τους. Το «μαζί» μίας ολόκληρης ζωής που εμψύχωνε αυτές τις γυναίκες έγινε θρύψαλα λίγα εκατοστά πριν από το τέλος αφού ακόμη και η σορός της θείας έπρεπε να «περιμένει» μέχρις ότου επιτραπεί στις ανιψιές να βγουν από το σπίτι ώστε να μη γίνει αυτή η διαδικασία μόνο με την επαγγελματική μεσολάβηση ενός γραφείου κηδειών.

Οι «άνθρωποι πίσω από τους αριθμούς» της πανδημίας, όπως λένε πια η Γωγώ και η Μαίρη, είναι το βλέμμα της θείας που, πάντα, το θυμούνταν σπινθηροβόλο, να τις κοιτάει σαν τρομαγμένο σπουργίτι την τελευταία φορά που την κράτησαν στα χέρια τους καθώς τη μετέφεραν από το καροτσάκι στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Σαν να φοβόταν, περισσότερο κι από τον θάνατο, τη μοναχική αποχώρηση από μια ζωή που την έζησε στο «μαζί».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr