Από τις επίμονες αιγαιοπελαγίτικες οφθαλμαπάτες, που κατέκλυζαν τα πρώτα βιβλία του Οδυσσέα Ελύτη, ως τις ταραγμένες σελίδες του «Ημερολόγιου ενός αθέατου Απριλίου», που υπαγόρευσε, μέσα στην αυτογνωσία και στην αγωνία μιας τελεσίδικης κρίσης, ο ώριμος νους του ποιητή, έχουν περάσει πενήντα ολόκληρα χρόνια. Το έργο που μας έχει παραδοθεί αφορά άμεσα και μας αλλά κι αυτούς που έρχονται. Ο Οδυσσέας Ελύτης θέλησε, κατ’ αρχήν, να απεικονίσει, με τον καλύτερο και αποδοτικότερο τρόπο, όλα τα όνειρα και τις φιλοδοξίες των Ελλήνων εκείνων που πίστεψαν στις όποιες δυνατότητες της πραγμάτωσης του νεοελληνικού θαύματος. Με τον καιρό μάλιστα κι άσχετα με το αν δικαιώθηκαν ή όχι όλα αυτά, ένα σημαντικό τμήμα του έργου του κατέληξε να γίνει κτήμα ενός ευρύτερου μέρους του λαού μας: τραγουδιέται χωρίς να εκμαυλίζει, απομνημονεύεται χωρίς να ναρκώνει κι ανθολογείται στις συνειδήσεις των περισσότερων χωρίς ν’ αφήνει, τελικά, πίσω του εκείνη τη στυφή γεύση των επικαιρικών συλλήψεων και των εύκολων, ανίερων μεγαλοστομιών.

Κι εδώ έγκειται ακριβώς η μεγάλη επιτυχία του Οδυσσέα Ελύτη. Παρά τις όποιες εσωτερικές κι εξωτερικές αντιφάσεις του έργου του, που προκάλεσαν αλλά και μέχρι σήμερα ακόμα προκαλούν σκληρές κι άδικες κρίσεις/επιθέσεις, ο ποιητής του «Φυλλομάντη», χωρίς κατά βάθος να αισιοδοξεί σφόδρα για τίποτα, καταφέρνει να προσδώσει στα οράματά του ποιητική σάρκα κι αμίαντα οστά. Δεν είναι καθόλου λίγο αυτό, όσο κι αν κάποιοι στενόκαρδοι, φιλόλογοι ή μη, θέλησαν να το υποβιβάσουν και να το παραβάλουν με το μικρό ή κι ελάχιστο, μερικές φορές, μέγεθός τους.

Ο Οδυσσέας Ελύτης θα καλεί πάντα μέσα απ’ το «Άξιον Εστί» σε μια συνεχή εγρήγορση τον ελληνισμό, που προ των πυλών του όλο και κάποιοι καραδοκούν. Είναι μια ηρωική κι ευγενική παρότρυνση για μια διηνεκή αναδίπλωση, τόσο στο ατομικό όσο και στο φυλετικό επίπεδο — ο ασφαλέστερος οιωνός της μελλοντικής μας επιβίωσης. Ο ίδιος θα στηλιτεύει πάντα, μέσα απ’ το έργο του, όσα η πατριδοκαπηλεία μόνο μπορεί να μηχανεύεται. Από την άλλη όχθη ας φωνασκούν οι αμύητοι κι οι ατάλαντοι. Ο αμετανόητος κήρυκας της αποθέωσης του υψηλού γούστου, του γλωσσικού τακτ και της αψεγάδιαστης παρρησίας ποτίζει το «Φωτόδεντρό» του.

Βέβαια, μερικές φορές, μας δίνεται η εντύπωση ότι ο Οδυσσέας Ελύτης δεν αντιστάθηκε στον πειρασμό και βάλθηκε με το ζόρι να μπει δυο φορές μέσα στην ίδια ροή του ποταμού κι είτε νωρίς είτε αργά άλλαξε γνώμη. Αρκεί, για παράδειγμα, να αναλογιστούμε ότι μετά από τη «Μαρία Νεφέλη» μάς προσφέρει τα έξοχα «Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας». Δεν ήταν ίσως υπερβολή αν παραδεχόμασταν ότι η πρώτη απ’ τις δύο αυτές ποιητικές συλλογές είναι βεβαρημένη με επισφαλείς ωραιοποιήσεις, παρωχημένους συναισθηματισμούς, ευφυολογήματα και, το κυριότερο, άσφαιρα λεκτικά πυρά. Διαβάζοντας προσεκτικά τις δήθεν εκρηκτικές εξομολογήσεις της ηρωίδας στη «Μαρία Νεφέλη» και τις αμήχανες, επιτηδευμένες «απαντήσεις» του αντιφωνητή, μπορούμε να διαισθανθούμε ότι πίσω απ’ όλα αυτά ο ποιητής ασθμαίνει και πάσχει, ματαιοπονώντας να καταλάβει σε βάθος τους κραδασμούς του ψυχισμού τών κατά πολύ νεωτέρων του ατόμων της εποχής μας. Εκτός κι αν ο Οδυσσέας Ελύτης θέλησε, για πολύ προσωπικούς του και συνεπώς ανεξιχνίαστους λόγους, να μας παραδώσει το «αρνητικό» αντίτυπο μιας άλλης Μαρίας Νεφέλης, που ποτέ δεν θα ‘χουμε την τύχη να γνωρίσουμε και ν’ απολαύσουμε από κοντά.

Αντίθετα, στα «Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας», η πλούσια πείρα του ποιητή, σε συνέργεια τώρα με τη μαθητεία του στην προχωρημένη και καλώς εννοούμενη αφομοίωση του Ezra Pound, έκανε πάλι το θαύμα της, χαρίζοντάς μας μιαν ποίηση που για μια ακόμα φορά, ακμαία, πληθωρική και υπερήφανη μέσα στην καλώς ελεγχόμενη καλλιέπειά της, βγαίνει απ’ το στενό ελλαδικό περιθώριο στην αγορά του κόσμου. Ούτε κι αυτό είναι λίγο. Όλοι οι Έλληνες ξαναγίνονται κοσμοπολίτες μέσα απ’ τους στίχους του «Αμυγδάλου του κόσμου», του «Ad libitum» και του ποιήματος «Ο Κήπος βλέπει».

Ο Οδυσσέας Ελύτης, ως τα περασμένα του εβδομήντα, υπήρξε πράγματι πολύ σπάταλος: δεν κράτησε για τον εαυτό του ούτε ένα δράμι ηδονής. Την έχυσε όλη στην ποίησή του, χαρίζοντάς μας κατά καιρούς ιδιαίτερα λαμπρές αναγνώσεις. Τα δε εικονοφιλικά του ποιήματα είναι αρκετά για να δείξουν στους επόμενους από πού πρέπει ν’ αρχίσουν, αν τύχει και τους ενδιαφέρει σοβαρά η λεγόμενη «ελληνικότητα της γραφής».

Ίσα ίσα ο Οδυσσέας Ελύτης μάς παρέχει καθημερινά ένα εύχρηστο εμβόλιο κατά της καθημερινής γλωσσικής και λοιπής αποβλάκωσης. Κι αυτό ακόμα είναι προς τιμή του.

Από την άλλη πάλι πλευρά, ο ποιητής του «Μονογράμματος» ποτέ του δε θέλησε να ιδρύσει ένα εργοστάσιο στιχουργικής, που τα ποιητικά του απόβλητα θα μας έπνιγαν την όποια αισθητική έχουμε διατηρήσει τα μεταπολεμικά χρόνια. Δε θέλησε, με τον ενδεχόμενο κραταιό ιμπεριαλισμό μιας εύκολης κι ασυγκράτητης ποιητικής, να μας κρατήσει ασφυκτικά προσηλωμένους στο όχι και τόσο τυχαίο μοντέλο της γραφής του. Κι αυτό ακόμα είναι προς τιμή του.

Τέλος, πιστεύω πως όσο θα υπάρχει και κάποιος Έλληνας, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, που θα μπορεί και θα «στέκεται και θα θεωρεί τα κύματα» κατανοώντας βαθιά μέσα του ότι έχει μπροστά του «ό,τι πιο τέλειο πιο ανεπίδεκτο φθοράς ποτέ του υπήρξε», θα μένει ζωντανή η ελπίδα πως η βαριά σκιά του Κ. Καρυωτάκη δε θα στρίψει μαζί μας στη γωνία του δρόμου για τον εικοστό πρώτο αιώνα.

*Συντάκτης του εξαίρετου αυτού κειμένου για τον Οδυσσέα Ελύτη υπήρξε ο βραβευμένος συγγραφέας, κριτικός και νυν πρέσβης επί τιμή Γιώργος Βέης. Το κείμενο, που έφερε τον τίτλο «Τι οφείλουμε στον Οδυσσέα Ελύτη», είχε περιληφθεί σε αφιερωματικό (διπλό) τεύχος της μηνιαίας επιθεώρησης τέχνης, κριτικής και κοινωνικού προβληματισμού «Γράμματα και Τέχνες», που είχε κυκλοφορήσει το Νοέμβριο – Δεκέμβριο του 1985 (αρ. διπλού τεύχους 43-44).

Ο Οδυσσέας Ελύτης τιμήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 1979 με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr