«Το δάσος εδώ δεν ήταν τουριστική ατραξιόν. Το δάσος ήταν η ζωή μας. Μαζί του καήκαμε κι εμείς». Τα «γιατί» στους κατοίκους της Βόρειας Εύβοιας είναι πάρα πολλά. Και δεν μπορούν να απαντηθούν ακόμα και από τις «λογικές εξηγήσεις» που μπορεί να δώσει κάποιος απαριθμώντας τις εκατοντάδες εστίες πυρκαγιών των τελευταίων ημερών, εξηγώντας τον σχεδιασμό και λέγοντας ρεαλιστικά ότι με βάση τα μέσα που έχεις είσαι «αναγκασμένος να κάνεις μία επιλογή». «Αυτά μπορεί να τα καταλάβει κάποιος και να δείξει κατανόηση όταν είναι μακριά. Οταν είσαι μέσα στη φωτιά και προσπαθείς όχι να μείνεις απλώς ζωντανός αλλά να σώσεις τη ζωή σου, την ύπαρξή σου, το μέλλον σου τότε αυτά σε εξοργίζουν, δεν απαντούν στα «γιατί»». Ο Γιάννης είναι 23 χρονών. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Αρτεμίσιο. Και επέλεξε να ζήσει στο χωριό. Συνειδητά. Οπως και τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας του στην περιοχή. Αυτοί που σήμερα κοιτάζοντας τι άφησε πίσω η πυρκαγιά αναζητούν τον τρόπο να στηρίξουν την επιλογή τους και να μη γίνουν πρόσφυγες στον τόπο τους.

Τις τρεις ημέρες που έμεινα εκεί, θεώρησα αρκετές φορές ότι όσα ακούω είναι υπερβολικά. Για να διαψευστώ μεγαλοπρεπώς, όταν τα μάτια μου αντίκριζαν ό,τι δεν δεχόταν το μυαλό μου, όσα συνειδητά υποτιμούσα στις περιγραφές. Οσα είδα στην επιστροφή για την Αθήνα, κάνοντας τη διαδρομή μέσα από τα καμένα με το αυτοκίνητο, ήταν εικόνες απόλυτης καταστροφής. Το «ολοκαύτωμα» για το οποίο μού μιλούσαν. Εικόνες που η λογική μου ακόμη δεν μπορεί, δεν αντέχει να αποδεχθεί. Η θάλασσα έχει γίνει καφέ από τη στάχτη. Χιλιάδες στρέμματα δάσους καμένα. Η γη γκρίζα να αχνίζει και σε ορισμένα σημεία μικρές εστίες να επιμένουν να κάψουν ό,τι απέμεινε. Το τοπίο απόκοσμο. Ούτε καν το σκοτάδι που πέφτει μπορεί να καλύψει την καταστροφή. Και αυτή η απόλυτη σιωπή που έδωσε τη θέση της στους ήχους του δάσους σού κόβει την ανάσα. Η ατμόσφαιρα μυρίζει θάνατο. Τον θάνατο της φύσης. Σε μια διαδρομή που κάνω 15 χρόνια, ξαφνικά δεν μπορώ να συνειδητοποιήσω πού βρίσκομαι. Εχω χάσει τον προσανατολισμό μου. Απλώς βλέπω δρόμο και οδηγώ. Παλεύω να μην κοιμηθώ. Και είναι σαν να ακούω τα ουρλιαχτά από τις ψυχές των ανθρώπων που άφησα πίσω. Δεν έχουν ήχο αλλά μου τρυπάνε το μυαλό.

Ολοι αναρωτιούνται ποια θα είναι η επόμενη μέρα. Θα μπορούσε να είναι και χειρότερα; Ναι. Θα μπορούσε να είχαμε μετρηθεί και να μην είμαστε όλοι εδώ. Αλλά θα μπορούσε να είναι και καλύτερα. Οι άνθρωποι στην Εύβοια ένιωσαν μόνοι και απροστάτευτοι. Ειδικά τις πρώτες μέρες. Η μάχη ήταν αποκλειστικά δική τους και την έδωσαν με μοναδικό όπλο τα χέρια, το κουράγιο τους και το πείσμα τους. Ηξεραν ότι η άρνησή τους να εκκενώσουν τα χωριά στον Δήμο Ιστιαίας – Αιδηψού μπορεί να τους κόστιζε τη ζωή. Και πάλεψαν. Πάνω στις στέγες των σπιτιών έριχναν νερό. Στα αγροτικά φορτώθηκαν βυτία και προσπαθούσαν να προλάβουν κάθε σπίθα. Τα μηχανάκια μπήκαν στη φωτιά για να δείξουν τον δρόμο στους πυροσβέστες. Να δείξουν τα «πατήματα» του δάσους. Να παλέψουν μαζί με πυροσβέστες και εθελοντές. Τα τρακτέρ και τα αλυσοπρίονα δεν σταμάτησαν μερόνυχτα να ανοίγουν αντιπυρικές ζώνες και να κόβουν δέντρα για να μην έχει οξυγόνο η φωτιά. Και όλοι οι υπόλοιποι έγιναν περίπολος στα χωριά, 24 ώρες το 24ωρο, στήνοντας μπλόκα σε κρίσιμα σημεία αλλά και κινούμενοι μέσα στους οικισμούς, ώστε να ξέρουν ποιος περνάει και γιατί. Η άρνηση της φυγής έσωσε ό,τι απέμεινε. Και η άρνηση της φυγής στην προσφυγιά μετά την πυρκαγιά είναι η μόνη ελπίδα να μείνει ο τόπος ζωντανός. Η μάχη της επόμενης μέρας είναι η πιο σκληρή από όλες και οι άνθρωποι της Εύβοιας δηλώνουν έτοιμοι να τη δώσουν, γνωρίζοντας ότι θα είναι πάλι μόνοι τους. Εγώ ελπίζω να διαψευστούν…

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο