Περί τα τέλη του 1605, στον κολοφώνα της δημιουργικής του ορμής, ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ έγραψε και πρωτόπαιξε την περίφημη τραγωδία του «Βασιλιάς Ληρ».

Ο πρωταγωνιστής του δράματος, ο γεροντικής πλέον ηλικίας Βασιλιάς Ληρ, έχει περάσει όλη του τη ζωή χωρίς να κοπιάσει και χωρίς να νοιαστεί ούτε κατ’ ελάχιστον για τους γύρω του, απλώς προστάζοντας.

Ο βασιλιάς της Βρετανίας είναι ένας άνθρωπος αυταρχικός, μια ψυχή τυφλωμένη από τη φιλαυτία.

Αυτή ακριβώς η φιλαυτία του Ληρ, που του έχει χαρίσει έναν ξένοιαστο έως τότε βίο, είναι όμως εκείνη που θα τον παιδέψει στα γεράματά του.

Η απόφαση του βασιλιά να παραιτηθεί από το θρόνο του και να μοιράσει στις τρεις κόρες του το βασίλειό του γίνεται η αφετηρία μιας τραγικής διαδρομής, που τον οδηγεί στα πρόθυρα της τρέλας, αλλά και στην προσέγγιση των εννοιών της ανθρωπιάς και της αξιοπρέπειας, εννοιών που του ήταν παντελώς άγνωστες έως τότε.

Η άρνηση της μικρότερης κόρης του, της χαϊδεμένης, να πορευτεί όπως οι δύο μεγαλύτερες αδελφές της το δρόμο της υποκρισίας, η γενναία σιωπή της αντί του ψέματος, η σιωπή ενός ανθρώπου που σέβεται τον εαυτό του και τους άλλους, κάνουν το βασιλιά να συνειδητοποιήσει επιτέλους ότι μοναδική ευτυχία στον κόσμο είναι να αγαπάς και να σε αγαπούν.

Το ηθικό δίδαγμα που εξάγεται από το «Βασιλιά Ληρ» είναι πως η μεγαλύτερη ευτυχία στη ζωή είναι να σε αγαπούν, και πως την ευτυχία αυτήν την αποκτάς αγαπώντας.

Η παράσταση του Βασιλικού Θεάτρου – Ο Αιμίλιος Βεάκης

Το φημισμένο δράμα του Σαίξπηρ «Βασιλεύς Ληρ» (τραγωδία εις πράξεις πέντε) ανέβηκε στο Βασιλικό Θέατρο τη θεατρική περίοδο Οκτώβριος 1938-Μάιος 1939.

Στην εν λόγω παράσταση (μετάφραση Βασίλη Ρώτα, σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη, σκηνογραφίες Κλεόβουλου Κλώνη, ενδυμασίες Αντώνη Φωκά) συμμετείχαν σπουδαίοι ηθοποιοί, όπως ο Αλέξης Μινωτής, ο Μάνος Κατράκης, ο Αλέκος Δεληγιάννης, ο Στέλιος Βόκοβιτς, ο Θάνος Κωτσόπουλος, ο Νικόλαος Ροζάν, ο Άρης Μαλλιαγρός, ο Νίκος Χατζίσκος, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, η Κατίνα Παξινού, η Ελένη Παπαδάκη και η Βάσω Μανωλίδου.

Τον πρωταγωνιστή, το Βασιλιά Ληρ, είχε υποδυθεί ο αξεπέραστος Αιμίλιος Βεάκης.

Ο μεγάλος ηθοποιός, ο μεγάλος δάσκαλος της τέχνης κατά την Κατίνα Παξινού, γεννήθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 1884 και έφυγε από τη ζωή πριν από 70 χρόνια, στις 29 Ιουνίου 1951.

Ο Άγγελος Τερζάκης έγραψε για τη λαμπρή πορεία που κατάφερε να διαγράψει ο Βεάκης:

«Άρχιζε από την αττική τραγωδία και έφθανε στην νεοελληνική ηθογραφία, από το νατουραλιστικό δράμα στην κλασική κωμωδία. Χειριζόταν με άπειρη δεξιοτεχνία όλα τα είδη του δραματικού θεάτρου δίχως εξαίρεση ο Βεάκης. Παίζοντας στο ελεύθερο θέατρο, είχε κινηθεί από την βουλβαρδιέρικη κωμωδία ως τη φάρσα. Το Εθνικό Θέατρο τού έδωσε την ευκαιρία να σταθεί στο βάθρο που του ταίριαζε. Σπάνια ιδιοφυΐα, προικισμένη με όλα τα εφόδια περιεχομένου και μορφής που μπορεί ποτέ να συμπέσουν σε ένα και το ίδιο πρόσωπο. Αν ζούσε σ’ άλλη, μεγαλύτερη χώρα, και είχε για μητρική του γλώσσα μια από τις σήμερα παγκόσμιες, θα ήταν αστέρι πρώτου μεγέθους στον διεθνή καλλιτεχνικό ορίζοντα. Εδώ, έλαμψε, μα και πέρασε δύσκολες ώρες. Αυτό δεν εμποδίζει να στέκεται στο καλλιτεχνικό μας πάνθεον μορφή μυθική. Το όνομά του έχει γίνει κιόλας θρύλος».

*Οι φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στο παρόν άρθρο προέρχονται στο σύνολό τους από το διαδικτυακό τόπο του Εθνικού Θεάτρου (Ψηφιοποιημένο αρχείο/www.nt-archive.gr).

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο