Βαρσοβία, Δεκέμβριος 1941

[…] Όλα είχαν γίνει πολύ γρήγορα.

Σε επτά ημέρες, μετά από έναν πόλεμο-αστραπή, η Βέρμαχτ είχε φτάσει στα περίχωρα της Βαρσοβίας. Στις 28 Σεπτεμβρίου 1939 η πόλη συνθηκολόγησε. Την ίδια στιγμή, ο Κόκκινος Στρατός καταλάμβανε τις ανατολικές επαρχίες και το κράτος της Πολωνίας εξαφανιζόταν για τέταρτη φορά στην ιστορία του.

Στις 5 Οκτωβρίου ο υπεύθυνος αυτής της τραγωδίας κατευθυνόταν προς το προάστιο της Κρακοβίας και την οδό Νόβι Σβιατ για να παρευρεθεί σε μια στρατιωτική παρέλαση. Ο Φίρερ, καθισμένος στην ξεσκέπαστη Μερσεντές του, δεν είχε συναντήσει το βλέμμα των ηττημένων, γιατί οι κάτοικοι είχαν κλειστεί στα σπίτια τους και είχε δοθεί εντολή να πυροβολούν όποιον έβλεπαν στα παράθυρα. Η παρέλαση της νίκης έγινε λοιπόν μέσα σε άδειους δρόμους, ανάμεσα στα ερείπια μιας ρημαγμένης πόλης.

[…]

Η Ιρένα και οι συνάδελφοί της που εργάζονταν στην Πρόνοια, στο δημαρχείο, είχαν ανταποκριθεί αυθόρμητα στο κάλεσμα. Μερικοί υπάλληλοι είχαν αναλάβει να φτιάξουν κέντρα μέριμνας σε όλη τη Βαρσοβία, για να βοηθούν όσους έρχονταν από το Πόζναν, την Πομερανία και άλλες περιοχές. Δυστυχώς, όλη η θέληση του κόσμου και το μεγαλύτερο θάρρος δε θα μπορούσαν να κάνουν τίποτα ενάντια στο πυροβολικό του Ράιχ και στο ατσάλινο ιππικό του. Οι συνεχείς βομβαρδισμοί είχαν προκαλέσει φοβερές ζημιές, χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες και εκατοντάδες καμένα σπίτια. Έθαβαν τα πτώματα σε πρόχειρους τάφους που άνοιγαν μες στη μέση των πλατειών και των δημόσιων κήπων. Η Ιρένα ακόμα άκουγε τις σειρήνες συναγερμού και τις φωνές των ετοιμοθάνατων. Πώς ήταν δυνατόν να ξεχάσει;

Το τραμ μόλις είχε περάσει την οδό Μιοντόβα, που γειτόνευε με την κόλαση. Πώς αλλιώς να χαρακτήριζε κανείς εκείνο το άντρο όπου ζούσαν πάνω από τετρακόσιες πενήντα χιλιάδες γυναίκες, άντρες, παιδιά, γέροι, στοιβαγμένοι στο 8% της επιφάνειας της πόλης, και που είχαν καταντήσει φαντάσματα; Εξόριστοι του κόσμου. Εκεί ζούσαν μόνο οι Εβραίοι της Βαρσοβίας. Αλλά κι εκείνοι της υπαίθρου και των γειτονικών μικρών πόλεων είχαν μεταφερθεί εκεί χωρίς τη θέλησή τους, αναγκασμένοι να εγκαταλείψουν τα πάντα.

Εκείνο το μέρος το έλεγαν γκέτο. Ήταν ένα φρούριο επονείδιστο, μια αυλή για τους παρίες, κλειστή στον εαυτό της. Πολύ γρήγορα, μόλις οι μπότες τους ήχησαν στο λιθόστρωτο της Βαρσοβίας, οι Γερμανοί είχαν διατάξει τους εκατό χιλιάδες κατοίκους που δεν ήταν Εβραίοι να μεταφερθούν στην πλευρά όπου ζούσαν οι Άριοι. Όσο για τους εκατόν ογδόντα χιλιάδες Εβραίους του εξωτερικού, είχαν έναν μήνα διορία για να επιστρέψουν και να γλιτώσουν έτσι χειρότερες τιμωρίες.

Ήταν κάτι τρομερό. Έβλεπες ολόκληρες οικογένειες, λυγισμένες κάτω από το βάρος των βαλιτσών και των μπόγων, να διασχίζουν τους δρόμους της Βαρσοβίας και άλλους, πάνω σε κάρα, στριμωγμένους μαζί με τα έπιπλά τους.

Οι επτά είσοδοι του γκέτο γρήγορα κορέστηκαν. Οι άνθρωποι μετακόμιζαν ακόμα και τη νύχτα. Λόγω έλλειψης καταλυμάτων, στοιβάζονταν δέκα δέκα σε κάθε κάμαρα, κοιμούνταν στα πλατύσκαλα, κάτω από υπόστεγα, μέσα σε υπόγεια, έστηναν πρόχειρες σκηνές στα σοκάκια. Οι άνθρωποι κοιμόνταν σε κατοικίες υγρές, δίχως φως και θέρμανση, καμιά φορά χωρίς παράθυρα, χωρίς καμία εγκατάσταση υγιεινής. Μερικές φορές ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν την ανάγκη τους στη γωνιά μιας κάμαρας όπου κοιμόταν όλος ο κόσμος.

Όταν η μετεγκατάσταση του πληθυσμού ολοκληρώθηκε, οι Γερμανοί διόρισαν ένα «εβραϊκό συμβούλιο», ένα Γιούντενρατ, και διέταξαν να χτιστεί ένα τείχος τρία μέτρα ψηλό γύρω από την εβραϊκή συνοικία και από πάνω να βάλουν συρματοπλέγματα. Έτσι, οι μελλοντικοί φυλακισμένοι έχτισαν οι ίδιοι τη φυλακή τους. Η ειρωνεία είναι ότι η οικοδόμηση του τείχους ολοκληρώθηκε στις 12 Οκτωβρίου 1940, ημέρα της εβραϊκής γιορτής του Γιομ Κιπούρ. Και στις 16 Νοεμβρίου, ο Χανς Φρανκ, ο κυβερνήτης της Βαρσοβίας, διορισμένος από τον ίδιο τον Χίτλερ, ανακοίνωσε ότι απαγορευόταν επίσημα πια στους Εβραίους να βγαίνουν από το γκέτο και ότι όποιος επιχειρούσε να τους βοηθήσει θα τιμωρούνταν με θάνατο.

[…]

Ένας συνάδελφός της είχε εξηγήσει μια μέρα στην Ιρένα ότι η λέξη «γκέτο» ήταν δάνειο από το βενετικό «ghetto», «χυτήριο», από το όνομα ενός μικρού νησιού της Βενετίας στο οποίο διέμεναν υποχρεωτικά οι Εβραίοι. Όρος ο οποίος προερχόταν από το ρήμα gettare, «ρίχνω, πετώ». Ποια άλλη έκφραση θα μπορούσε να χαρακτηρίσει αυτά τα όντα που τα είχαν μαντρώσει σαν ζώα; Οι «παραπεταμένοι». Το κατακάθι της ανθρωπότητας.

[…]

Από πού προερχόταν αυτή η οργή εναντίον των Εβραίων; Προσπαθώντας να απαντήσει σ’ αυτό το ερώτημα, η Ιρένα μόνο απαντήσεις παράλογες και γελοίες έβρισκε: Οι Εβραίοι ντύνονταν παράξενα· ήταν «διαφορετικοί», πολύ καλοαναθρεμμένοι, πολύ μορφωμένοι, πολύ πλούσιοι· ήταν τραπεζίτες, τοκογλύφοι, υπεύθυνοι για όλα τα οικονομικά προβλήματα της χώρας· τους κατηγορούσαν ότι ήταν συμπαθούντες των μπολσεβίκων κομμουνιστών και των επικίνδυνων αναρχικών που απειλούσαν την εσωτερική ασφάλεια της χώρας! Ούτε οι λόγοι του στρατάρχη Πιλσούντσκι, που υπενθύμιζε ότι πολλοί Εβραίοι είχαν δώσει τη ζωή τους κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου και του Ρωσο-Πολωνικού Πολέμου, ούτε οι διαβεβαιώσεις πατριωτισμού της ίδιας της εβραϊκής κοινότητας δεν κατάφεραν να διώξουν αυτές τις απαίσιες προκαταλήψεις.

*Αποσπάσματα από το βιβλίο του Ζιλμπέρ Σινουέ με τίτλο «Ιρένα Σέντλερ» (μετάφραση Βασιλική Κοκκίνου, εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2018).

Ιρένα Σέντλερ, 1942, Βαρσοβία

Από το 1942, με κίνδυνο της ζωής της, η Ιρένα Σέντλερ, υπάλληλος της Κοινωνικής Πρόνοιας στη Βαρσοβία, κατάφερε να φυγαδεύσει περίπου δυόμισι χιλιάδες παιδιά από το εβραϊκό γκέτο, ενώ φυλάσσονταν νύχτα και μέρα από τους Ναζί. Ξεγελώντας τις Αρχές, κατάφερε να τα περάσει μέσα από υπόγεια ή υπονόμους, μέσα σε κούτες από χαρτόνι, σε βαλίτσες, σε σακίδια, σε μαξιλαροθήκες, κάτω από σκουπίδια. Το 1965 ανακηρύχθηκε «Δίκαιη των Εθνών». Μέσα από τη γλαφυρή του γραφή, ο Ζιλμπέρ Σινουέ φέρνει στο φως την άγνωστη για πολλούς αληθινή ιστορία μιας γυναίκας που αψήφησε τον φόβο και τον θάνατο και ανέδειξε το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Το τέλος των Εβραίων της Βαρσοβίας

Στις 19 Απριλίου 1943 μερικές εκατοντάδες Εβραίων τόλμησαν να αντισταθούν στις δυνάμεις των γερμανικών και λετονικών SS και της Αστυνομίας που επιχειρούσαν να εισβάλουν στο γκέτο της Βαρσοβίας.

Προηγουμένως, το καλοκαίρι του 1942, οι Εβραίοι του γκέτο της Βαρσοβίας, στη μεγάλη τους πλειονότητα (περί τις 300.000), είχαν οδηγηθεί σε ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης και είχαν εκτελεστεί.

Μόλις 50.000 είχαν επιζήσει, και αυτοί ένιωθαν ότι πλησίαζε η ώρα και του δικού τους τέλους.

Η ηρωική αντίσταση των εξεγερθέντων, με τα λιγοστά μέσα που είχαν στη διάθεσή τους, διήρκεσε έως τα μέσα Μαΐου, είχε δε ως κατάληξη μια ακόμα θηριωδία από πλευράς των κατακτητών.

Ο στρατηγός των SS Jürgen Stroop (1895-1952) πυρπόλησε κάθε οικοδομικό τετράγωνο του γκέτο, διατάσσοντας να καταστραφεί αυτό ολοσχερώς.

Η κατεδάφιση του κτιρίου της Μεγάλης Συναγωγής στις 16 Μαΐου 1943 σηματοδότησε το τέλος του γκέτο της Βαρσοβίας.

Σε αναφορά του την ίδια ημέρα, ο Stroop έγραψε στον Χάινριχ Χίμλερ, τον επικεφαλής των SS, ότι «δεν υπάρχει πλέον εβραϊκή συνοικία στη Βαρσοβία».

Το γκέτο της Βαρσοβίας είχε χαθεί από προσώπου γης.

*Στην κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου, ο Jürgen Stroop στο φλεγόμενο γκέτο της Βαρσοβίας.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο