Αν και έχει γίνει πια καθεστώς, εξακολουθεί να εξοργίζει όσο και τα πράγματα που έρχεται κανείς αντιμέτωπος μαζί τους για πρώτη φορά και είχε αισθανθεί να βγαίνει από τα ρούχα του. Μιλάμε για το σύνολο σχεδόν των τηλεοπτικών εκπομπών που φιλοξενούν λογής πρόσωπα του καλλιτεχνικού κυρίως χώρου, ώστε σε μια ημίωρη ή τριών τετάρτων συζήτηση μαζί τους, να μας κάνουν γνωστές τις σκέψεις τους για ζέοντα ζητήματα πολιτικής και κοινωνικής υφής πασπαλισμένες με λίγη άχνη μιας εξομολόγησης αυτοβιογραφικού χαρακτήρα. Το περίεργο είναι μια σύμπτωση ώστε όλοι τους να έχουν περάσει δύσκολα ή δυστυχισμένα παιδικά χρόνια, αλλά όλοι τους – ή έστω η πλειονότητά τους – να τα έχουν ξεπεράσει με τρόπο όμως που να κάνει τις μεταγενέστερες κατακτήσεις τους ακόμη πιο εντυπωσιακές. Ωστόσο δεν είναι μόνο η κατάσταση αυτή που εξοργίζει στο βαθμό που ήδη σημειώσαμε, όσο ο τρόπος αντιμετώπισης ή μάλλον η συμπεριφορά του παρουσιαστή ή των παρουσιαστών σε σχέση με τον εκάστοτε καλεσμένο.

Λυπάται κανείς που η πλουσιότατη ελληνική γλώσσα αποδεικνύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση τόσο φτωχή ώστε λέξεις όπως «μοναδικός», «σπουδαίος», «υπέροχος», «ασύγκριτος», «ανεπανάληπτος» σχεδόν να μην αρκούν προκειμένου να περιγράψουν το μέγεθος καλλιτεχνών που όχι σπάνια αναρωτιέται κανείς πώς είναι δυνατόν να του έχουν διαφύγει τόσο ηχηρές παρουσίες. Δεν συζητάμε για την πλήξη που προκαλεί πάντα η καταιγιστική επανάληψη ακόμη και αν πρόκειται για κάτι αριστουργηματικό όσο για τη βαριά υπονόμευση που υφίσταται η γλώσσα όταν οι λέξεις, αφού έχουν εκστομιστεί, μετεωρίζονται στην ατμόσφαιρα αναπόδεικτες. Απορεί κανείς πώς γίνεται άνθρωποι τόσο ικανοί στη διαχείριση του προφορικού λόγου όσο οι παρουσιαστές των σχετικών τηλεοπτικών εκπομπών, να μην υποψιάζονται το πόσο ναρκοθετούν την εξέλιξη μιας συχνά πολυδιαφημισμένης συζήτησής τους. Οταν εγκωμιάζοντας και σχεδόν θεοποιώντας εκ προοιμίου οποιονδήποτε πρόκειται να κουβεντιάσεις μαζί του, τον έχεις συνειδητά ή ασύνειδα δρομολογήσει σε σχέση με το τι θα σου πει ή θα σου εξομολογηθεί, δηλαδή να είναι απροκάλυπτα ή κεκαλυμμένα εγκωμιαστικός για όσα έχει ή δεν έχει πράξει.

Οσο δεν είναι σωστό ένας άνθρωπος που καλείται να συνομιλήσει δημόσια να αισθάνεται ότι το όλο πράγμα έχει οργανωθεί με τρόπο που να τον προκαλεί να εκφραστεί πάση θυσία επιθετικά, άκομψα και αλαζονικά, άλλο τόσο η φαινομενικά άνευ όρων παράδοση σε έναν θαυμασμό για το τι είναι, κάνει ό,τι και αν πει ύποπτο και διαβλητό. Μια συνομιλία, και πολύ περισσότερο στην τηλεόραση, για να έχει κάποιο ουσιαστικό ενδιαφέρον χρειάζεται ό,τι λέγεται να προκύπτει αυθορμήτως την ίδια στιγμή της απόκρισης στα ερωτήματα που τίθενται. Με έκπληξη όσον αφορά αυτόν που μιλάει ως προς το τι μπορεί να θυμηθεί κανείς όταν προσέρχεται χωρίς, έτσι κι αλλιώς, ο κορσές των ερωτημάτων να τον καταπιέζει σε σχέση με μια εικόνα του που ενδέχεται ο ίδιος να την έχει διαζευχθεί.

Βέβαια είμαστε πολύ μακριά ώστε η φράση του Τόμας Ελιοτ «Δεν αισθάνεσαι κάτι να μετακινείται απλώς και μόνο όταν σκέφτεσαι;» να ήταν δυνατόν να χαρακτηρίσει τις δημόσιες και τις ιδιωτικές μας συζητήσεις. Αλλά αυτή η συνειδητή ή ασύνειδη παραγωγή λόγου που μπορεί να διογκώνεται εις το διηνεκές, χωρίς τίποτε να μας μαθαίνει ή να μας αποκαλύπτει επί της ουσίας, επομένως ενός λόγου αδιέξοδου, στρώνει τον δρόμο ώστε τα πράγματα να χάνουν το νόημά τους. Και είτε υποφέρει είτε χαίρεται κανείς με όση ειλικρίνεια και αν εξομολογείται τη σχετική του περιπέτεια να υποβαθμίζεται πάντα αυτή σε ένα δυσάρεστο κουτσομπολιό.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο