«Κάθε χρόνο αυτή τη μέρα, θυμόμαστε τις ζωές όλων όσοι πέθαναν στη Γενοκτονία των Αρμενίων κατά την οθωμανική περίοδο και υποσχόμαστε να αποτρέψουμε μια τέτοια θηριωδία. Ξεκίνησε στις 24 Απριλίου 1915 με τις συλλήψεις αρμενίων διανοουμένων και ηγετών στην Κωνσταντινούπολη από τις οθωμανικές Αρχές. Ενάμισι εκατομμύριο Αρμένιοι εξορίστηκαν, εκτελέστηκαν ή βάδισαν προς τον θάνατό τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης». Με αυτές τις φράσεις ο αμερικανός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν όχι απλώς αναγνώρισε μια μεγάλη ιστορική αλήθεια και απέδωσε τιμή στα θύματα της Γενοκτονίας, αλλά, ταυτόχρονα, εγκαινίασε και ένα εντελώς νέο κεφάλαιο στην πολιτική της χώρας του έναντι της Τουρκίας.

Και το χτύπημα για την Αγκυρα ήταν διπλό και τόσο ισχυρό, που δεν ξέρει κανείς ποια όψη του πόνεσε πιο πολύ: η ίδια η πράξη της αναγνώρισης ή η αναφορά στην Κωνσταντινούπολη με το ελληνικό όνομά της; Και το ένα και το άλλο συνιστούν, το καθένα από μόνο του, μεγάλη στροφή. Και τα δύο μαζί είναι σεισμός για τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Που, πλέον, εισέρχονται επισήμως και οριστικά στην πιο δύσκολη περίοδο της ιστορίας τους.

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο αυτής της μεταβολής είναι ότι εγκαινιάζει μια νέα πολιτική που απέχει μακράν τόσο από εκείνη του προκατόχου του Τραμπ, όσο, εξίσου, και από την παλιά πολιτική των Δημοκρατικών, που επί δεκαετίες ήταν εξαιρετικά προσεκτικοί με την Τουρκία. Κατάλοιπο του Ψυχρού Πολέμου, η πολιτική εκείνη, που ακολούθησαν όλοι ανεξαιρέτως οι δημοκρατικοί πρόεδροι μετά τον Πόλεμο, έβλεπε την Τουρκία ως έναν ακρογωνιαίο λίθο σταθερότητας και ασφάλειας σε μια πολλαπλά στρατηγική θέση που τίποτε δεν έπρεπε να τον διασαλεύσει. Και η Αγκυρα εκμεταλλεύθηκε, εξίσου επί δεκαετίες, αυτή την αμερικανική γεωπολιτική ευαισθησία για το έδαφός της. Μέχρι που πέρασε σε ένα άλλο στάδιο μιας πρωτόγνωρης επιθετικής μεγαλομανίας, που όμως και πάλι χρειάστηκε χρόνια για να παραγάγει τα σημερινά της αποτελέσματα. Γιατί δεν είναι φυσικά μόνον η αναγνώριση ή η Κωνσταντινούπολη.

Είναι εξίσου η εγκατάλειψη ουσιαστικά του Ιντζιρλίκ, είναι η αποκοπή από το πρόγραμμα του μαχητικού F35, είναι η διαρκής στρατηγική αναβάθμιση στους αμερικανικούς σχεδιασμούς του ελληνικού, πλέον, χώρου, όπως είναι και η απουσία της «παραδοσιακής» πίεσης για κατευνασμό της Ελλάδας έναντι της Τουρκίας στο όνομα αυτής ακριβώς της σταθερότητας στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Ολα αυτά είναι πια παρελθόν. Η Αμερική σήκωσε πλέον το γάντι που με τέτοια επιμονή τής πετάει επί τόσα χρόνια η Τουρκία και το οποίο η Αγκυρα έδειχνε βέβαιη ότι η Ουάσιγκτον δεν θα το σήκωνε ποτέ, κάτι που ασφαλώς συνέβαλε στην εκτόξευση της τουρκικής αλαζονείας. Και, τώρα, μπαίνουμε σε μια νέα περίοδο, που είναι εξίσου νέα και για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η Ελλάδα είναι πλέον το «σύνορο» του δυτικού κόσμου – αυτό σημαίνουν όλα τα παραπάνω. Είναι ο τελευταίος σύμμαχος στα ανατολικά της Ευρώπης. Ξαναβρήκε την πρωτογενή γεωπολιτική της αξία. Η ελληνική πολιτική οφείλει να κατανοήσει τη μείζονα αυτή μεταβολή. Και η αλήθεια είναι, για μία φορά, ευχάριστη: μοιάζει να το έχει ήδη κάνει σε όλο της σχεδόν το εύρος.

Ηδη γράφτηκαν πολλά διεθνώς, επιχειρώντας να ερμηνεύσουν αυτή τη νέα πολιτική του αμερικανού προέδρου. Και σε γενικές γραμμές απηχούν την πραγματικότητα. Υπάρχει όμως κάτι που διέλαθε της προσοχής, επίσης διεθνώς. Ή και όταν δεν διέλαθε, η «πολιτική ορθότητα» δεν επέτρεψε να αναδειχθεί, ενώ έχει κεντρικό ρόλο στη νέα πραγματικότητα. Είναι αυτό που έδειξε ο αμερικανός πρόεδρος την ημέρα της ορκωμοσίας του, με μια πράξη πρωτοφανούς συμβολικής σημασίας, ειδικά για τα αμερικανικά δεδομένα, όταν καταθέτοντας στεφάνι στο Αρλινγκτον έκανε τον σταυρό του…

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο