Οταν οὖν ποιῇς ἐλεημοσύνην, μὴ σαλπίσῃς ἔμπροσθέν σου, ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ ποιοῦσιν ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ ἐν ταῖς ρύμαις, ὅπως δοξασθῶσιν ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν. Σοῦ δὲ ποιοῦντος ἐλεημοσύνην μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου.῞Οπως ᾖ σου ἡ ἐλεημοσύνη ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ Πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

 

Είμαι αμφιδέξιος. Γράφω και με τα δύο χέρια. Είναι μια πονεμένη ιστορία, όχι απαραίτητα ενδιαφέρουσα – γι’ αυτό και θα τη διατρέξω εν τάχει. Ξεκίνησα ως αριστερόχειρας, γεγονός που δεν πολυάρεσε στη Ρεγγίνα, τη θετή μου μητέρα. Η Ρεγγίνα ήταν δασκάλα. Οι δασκάλες τραβούσαν τότε ένα ζόρι να μη γράφουμε με το αριστερό, όχι για κανέναν άλλον λόγο, μη φανταστείτε, αλλά για να μη μουντζουρώνουμε τα γραπτά μας στο μάθημα της καλλιγραφίας, καθώς περνούσε από πάνω τους το χέρι μας ενόσω γράφαμε (οι αριστερόχειρες θα με καταλάβουν). Εντέλει εκπαιδεύτηκα – με έμφαση στο παιδεύτηκα – να γράφω τόσο με το δεξί όσο και με το αριστερό, μολονότι με το αριστερό ο γραφικός μου χαρακτήρας έχει προσκολληθεί στα οκτώ μου χρόνια, την εποχή που μεταπήδησα στο «καλό χέρι». Δεν υποπτευόμουν ότι στο εγγύς μέλλον η αμφιδεξιότητά μου θα είναι ολότελα περιττή· ότι όλοι – εγγράμματοι, ημιεγγράμματοι, αγράμματοι – θα εξισωθούμε, καθώς θα υπαγορεύουμε σε κάποιο διαβολικό μηχάνημα, το οποίο και θα διορθώνει αυτομάτως τα όποια λάθη εν τη ρύμη του λόγου μας. Τόση διορατικότητα δεν διέθετα.

Αλέγροι συνειρμοί για την αμφιδεξιότητα πέρασαν πάλι από το μυαλό μου τις προάλλες, μόλις διάβασα μια κυβερνητική ανακοίνωση για την έκτακτη (εφάπαξ) κρατική οικονομική ενίσχυση του φιλανθρωπικού έργου της Εκκλησίας μας. Θέλω να πω, με το πέρασμα του χρόνου και την ηπιότητα της ηλικίας, έχω καταφέρει να συμφιλιωθώ – να κατανοήσω, τουλάχιστον – πολλά από τα παράλογα που συμβαίνουν σε αυτή τη χώρα, μολονότι εξακολουθώ πάντοτε να βρίσκομαι προ δυσάρεστων σουρεαλιστικών εκπλήξεων. Αντιλαμβάνομαι επίσης ότι έχουμε απομακρυνθεί ανεπιστρεπτί από την ανιδιοτέλεια των ευαγγελικών ημερών, όταν ο Ναζωραίος συνιστούσε να μη διατυμπανίζουμε τις φιλανθρωπίες μας, να μη γνωρίζει καν η «αριστερά» μας τι ποιεί η «δεξιά» μας (τόση εχεμύθεια), παρότι – δεν ξέρω αν το προσέξατε – άφηνε κι Εκείνος ένα παραθυράκι ανοιχτό για την υστεροβουλία μας, εν είδει λευκής επιταγής, με τη διαβεβαίωση ότι ο επουράνιος Πατέρας μας, που παρακολουθεί αδιαλείπτως όσα πράττουμε «εν τω κρυπτώ», θα μας τα ανταποδώσει «εν τω φανερώ». Καταλαβαίνω ότι οι σύγχρονοι φιλάνθρωποι δελεάζονται από μια πιο άμεση και λιγότερο φλου υπόσχεση -μια δέσμη φοροαπαλλαγών, ας πούμε – αλλά από αυτό το σημείο έως του να φθάσουμε στο άλλο άκρο, να ελεήσουμε τον ελεήμονα, η απόσταση είναι μεγάλη. Ή κάνω λάθος;

Φαίνεται πως κάνω. Κατ’ αρχάς παραγνωρίζω ότι το παράλογο, όχι μονάχα έχει προηγούμενο, αλλά και χαρακτηρίζει συνολικά την ιδιότυπη σχέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας με το νεοελληνικό κράτος. Τοποθετούμε σε εξαιρετικά λανθασμένη – περιοριστική, για την ακρίβεια – βάση τη συζήτηση, εάν εξετάσουμε το ζήτημα στη φιλανθρωπική του διάσταση. Ετσι δεν θα μπορέσουμε ποτέ να εξηγήσουμε γιατί το κράτος αποζημιώνει τους ρασοφόρους ως δημοσίους υπαλλήλους και την ίδια στιγμή οι ρασοφόροι -δια των πλέον επισήμων χειλέων, του εκπροσώπου της Ιεράς Συνόδου, μητροπολίτου Αθηναγόρα – επαίρονται ότι με την ευκαιριακή ανυπακοή τους (στα μέτρα κατά της πανδημίας τα φετινά Θεοφάνια) απέδειξαν ότι δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι, δίχως παράλληλα να απόσχουν και από την είσπραξη του μηνιαίου μισθού τους: δεν ξέρω εάν είναι δημόσιοι υπάλληλοι· κορόιδα πάντως δεν είναι σίγουρα.

Περισσότερο θα μας βοηθήσει να λύσουμε το μυστήριο εάν εκλάβουμε την ελλαδική Ορθόδοξη Εκκλησία με τον ίδιο τρόπο που εκλαμβάνουμε έναν υπερεθνικό τραπεζικό οργανισμό – τη Lehman Brothers, λόγου χάριν – ως «πολύ μεγάλο για να καταρρεύσει». Τηρουμένων των βαλκανικών μας αναλογιών, βεβαίως – βεβαίως.

Αγνοώ ποιος χαρακτήρισε πρώτος την Εκκλησία μας ως «Δεξιά του Κυρίου», θέλοντας προφανώς να αναδείξει τους ακατάλυτους δεσμούς της με τη δεξιά παράταξη, τόσο σε πελατειακό/εκλογικό όσο και σε ιδεολογικό/οικονομικό επίπεδο (φανταστείτε όλα αυτά τα επίπεδα σαν συγκοινωνούντα δοχεία). Ο χαρακτηρισμός είναι ακριβής, αλλά παρωχημένος – και, αν μου επιτρέπετε το οξύμωρο σχήμα, θα έλεγα πως ήταν παρωχημένος ευθύς εξαρχής.

Πιο κοντά στην αλήθεια θα βρεθούμε εάν χαρακτηρίσουμε την Εκκλησία ως «κυβερνητική». Με ελάχιστες ατομικές τιμητικές εξαιρέσεις, η Εκκλησία υπηρετούσε πιστά όποιον κατείχε την εξουσία, είτε καίσαρας της ανατολικής ρωμαϊκής (βυζαντινής) αυτοκρατορίας ήταν, είτε σουλτάνος της οθωμανικής, είτε ελέω Θεού κι αργότερα συνταγματικός έλληνας μονάρχης, είτε γερμανός γκαουλάιτερ· ακόμη και στις εαμοκρατούμενες περιοχές κατά την περίοδο της Κατοχής υπήρχαν παπάδες που δεν δίσταζαν να ζωστούν τα φυσεκλίκια και να φωτογραφηθούν καμαρωτοί δίπλα στους μαυροσκούφηδες του Αρη Βελουχιώτη. Ολα κι όλα. Για τα πάντα μπορείς να μεμφθείς τους ρασοφόρους μας, εκτός από έλλειψη πνεύματος προσαρμογής.

Το στερεότυπο για τη στενή σχέση της ελλαδικής Ορθόδοξης Εκκλησίας με τη δεξιά πλευρά του πολιτικού φάσματος εδραιώθηκε στα χρόνια της επτάχρονης δικτατορίας. Οι παλαιότεροι θυμούνται τα χαρωπά ενσταντανέ του τότε αρχιεπίσκοπου Ιερώνυμου με τους απριλιανούς συνταγματάρχες, τον ροδομάγουλο Χριστόδουλο, νεαρό γενικό γραμματέα της Ιεράς Συνόδου επί χούντας, τόσο μελετηρό και προκομμένο που δεν πήρε χαμπάρι το Πολυτεχνείο, καθώς και τον παλιό αντάρτη του Ναπολέοντα Ζέρβα, τον αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, που με την ίδια ανεπιτήδευτη χάρη και αμεροληψία όρκιζε τόσο τα ανδρείκελα του αόρατου ταξίαρχου Δημητρίου Ιωαννίδη όσο και την πρώτη μεταπολιτευτική κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή…

Αυτό το κλισέ θα άντεχε στα χτυπήματα του πολιτικού κισμέτ κι επί Ανδρέα Παπανδρέου (ήταν η εποχή που ορισμένοι σοσιαλιστές δημαγωγοί, συμπεριλαμβανομένου του αρχηγού τους, κόντραραν τους συντηρητικούς σε γονυκλισίες και σταυροκοπήματα), αλλά δέχτηκε τη χαριστική βολή με την Πρώτη Φορά Αριστερά κυβέρνηση που ως γνωστόν, όχι μονάχα ήταν και Ολίγον από Ακροδεξιά, αλλά και δεν θα ελάμβανε ποτέ την κοινοβουλευτική Δεδηλωμένη χωρίς τη στήριξη της Ακροδεξιάς. Ακόμη και αν λησμονήσουμε τα ταρτούφικα μασκαριλίκια του κατά δήλωσή του άθρησκου πρωθυπουργού μας (την ευλαβή περισυλλογή του μπροστά στο αγιορείτικο εικόνισμα του «Αξιον Εστί», το περιστέρι του κατά τον αγιασμό των υδάτων κ.ο.κ.), δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσουμε την ηχηρή, την εκκωφαντική σιωπή του όταν ενώπιόν του ο υπουργός Εθνικής Αμυνας υποσχέθηκε στον Αρχιεπίσκοπο πως θα ρίξει την κυβέρνηση, εάν και όποτε του το ζητήσει. Δικαίως θα εορτάζεται κάποτε ως η ημέρα που η «Δεξιά του Κυρίου» αναβαπτίστηκε επισήμως σε «Αμφιδέξια».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο