Παστέλ αποχρώσεις, έξυπνο soundtrack και ίσως το πιο όμορφο μανικιούρ της χρονιάς. Τα πιο θετικά χαρακτηριστικά που μπορεί κανείς να αποδώσει στο Promising Young Woman – με φωτεινότατη εξαίρεση την καταπληκτική ερμηνεία της Κάρεϊ Μάλιγκαν – σχετίζονται με την επιφάνεια, και όχι το βάθος του. Μια ταινία που ξεκίνησε γεμάτη υποσχέσεις, ήδη από τον τίτλο της, μόνο και μόνο για να καταλήξει πολύ πιο ρηχή και εξωπραγματική από ό,τι ελπίζαμε, βρέθηκε χάρη στη φτωχή κινηματογραφική παραγωγή της πανδημίας να είναι υποψήφια για πέντε Όσκαρ.

Η επιτυχία της αυτή, στον απόηχο του #MeToo και των σημαντικών αλλαγών που επέφερε στην παγκόσμια βιομηχανία του κινηματογράφου – και κυρίως στο λίκνο της, το Hollywood – συνοδεύτηκε από ενθουσιασμό, γεμάτο από καλές προθέσεις. Στο κάτω-κάτω, για πρώτη φορά στην ιστορία του θεσμού, μια Βρετανίδα είναι υποψήφια για Όσκαρ σκηνοθεσίας. Ταυτόχρονα, χάρη στην υποψηφιότητα της σκηνοθέτιδας Έμεραλντ Φένελ, φέτος, επίσης για πρώτη φορά, οι γυναίκες που διεκδικούν το γεμάτο κύρος βραβείο, θα είναι δύο: Συνυποψήφιά της, και μεγάλο φαβορί, είναι η Κλόε Ζάο του Nomadland. Στο «τιμόνι» του Promising Young Woman, φυσικά, βρίσκεται και η υποψήφια για Όσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου, Κάρεϊ Μάλιγκαν, ενώ η ταινία διεκδικεί επίσης τα Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, Πρωτότυπου Σεναρίου και Μοντάζ. Καθόλου μικρά επιτεύγματα για μια ταινία με τόσες «φεμινιστικές περγαμηνές».

Ένας επιφανειακός, ποπ φεμινισμός

Πού είναι, λοιπόν, το πρόβλημα; Κατά κάποιο τρόπο, παντού και πουθενά. Για να είμαστε ξεκάθαροι, πρόκειται για μια ταινία που χωρίς αμφιβολία αξίζει να δει κανείς: Γρήγορη, σε πολλές στιγμές της διασκεδαστική και σε κάθε περίπτωση ξεκούραστη, είναι ιδανική επιλογή για τα βράδια του lockdown. Τόσο έξυπνη όσο χρειάζεται για να μην νιώθεις ότι πέταξες το χρόνο σου και τόσο επιφανειακή, ώστε να μην σου προσθέσει επιπλέον δυσάρεστες σκέψεις. Δυστυχώς, αυτός δεν μοιάζει να ήταν και ο αρχικός της στόχος. Και σίγουρα φαίνεται αναντίστοιχος με τις διθυραμβικές κριτικές και τις υποψηφιότητες σε μερικές από τις πιο «βαριές» κατηγορίες των Όσκαρ – και κυρίως σε αυτή του σεναρίου.

Σε περίπτωση που δεν έχετε δει ακόμη την ταινία, να τι χρειάζεται να ξέρετε: Μια έξυπνη (και, εννοείται, υποσχόμενη) γυναίκα 30 ετών, η Cassandra (Κάρεϊ Μάλιγκαν), έχει εγκαταλείψει την ιατρική μετά από μια τραυματική εμπειρία σεξουαλικής βίας εις βάρος μιας φίλης της. Ζει με τους γονείς της σε ένα κλασικό αμερικανικό προάστιο και εργάζεται ως barista. Όμως τα βράδια, μεταμορφώνεται σε τιμωρό: Παριστάνοντας την μεθυσμένη στα μπαρ και τα κλαμπ της μικρής της πόλης, παρασύρει τους άνδρες που αναζητούν ευάλωτα θύματα. Όταν τελικά βρεθεί στο σπίτι τους και διαπιστώσει ότι εκείνοι είναι απολύτως πρόθυμοι να εκμεταλλευτούν την φαινομενική της αδυναμία να αντιδράσει και να τη βιάσουν, τους επιφυλάσσει μια δυσάρεστη έκπληξη.

Από εδώ και στο εξής, το κείμενο περιλαμβάνει σημαντικά spoilers.

Στα πρώτα πλάνα της ταινίας, όταν η Cassandra ανοίγει ξαφνικά διάπλατα τα μάτια της την ώρα που ο επίδοξος βιαστής της της αφαιρεί το εσώρουχο, οι περισσότεροι περιμέναμε μια εξέλιξη μάλλον Ταραντινική. Στην πραγματικότητα, όμως, είχαμε ήδη παρακολουθήσει ολόκληρη τη στρατηγική της Cassandra: Απλώς, να ανοίγει τα μάτια της. Κι έτσι να σοκάρει, υποτίθεται, τους άνδρες που μέχρι πριν από λίγα δευτερόλεπτα την αντιμετώπιζαν ως εύκολη λεία και να τους αναγκάζει να εγκαταλείψουν το στόχο του βιασμού.

Στην εσωτερική λογική της ταινίας, η κατόπιν αναίμακτη αποχώρηση της πρωταγωνίστριας από τον τόπο του μη-εγκλήματος, εξηγείται ως εξής: Οι άνδρες αυτοί δεν είναι βίαιοι. Θεωρούν τους εαυτούς τους «καλά παιδιά» και, επιλέγοντας μεθυσμένες γυναίκες ως θύματά τους, όχι απλώς αποφεύγουν την ασχήμια της αντίστασης και της βίας, αλλά δεν χρειάζεται καν να αντιμετωπίσουν τους εαυτούς τους ως βιαστές.

Και πράγματι, αμέτρητοι τέτοιοι άνδρες υπάρχουν. «Οι βιαστές δεν είναι ράτσα ειδική», λέει ένα από τα πιο γνωστά φεμινιστικά συνθήματα, είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας και συχνά οι συμπεριφορές τους όχι απλώς δεν απέχουν από εκείνες του μέσου όρου, αλλά είναι ο ορισμός του mainstream.

Αυτό δεν σημαίνει, όμως, σε καμία περίπτωση ότι μια γυναίκα, οπλισμένη μόνο με το… βλέμμα της, θα μπορούσε να αντιμετωπίσει έναν άνδρα απολύτως πρόθυμο να τη βιάσει, χωρίς να κινδυνεύσει. Εξάλλου, τα «καλά παιδιά» δεν βιάζουν μόνο. Ενίοτε κακοποιούν, δολοφονούν, εκμεταλλεύονται.

Μια αδύνατη ισορροπία

Δυστυχώς, η ταινία επιδιώκει κάτι εκ των πραγμάτων αδύνατο: Να γίνει edgy και ενοχλητική, ενώ παραμένει vanilla και κατάλληλη για ανηλίκους.

Η Cassandra καταφέρνει να «επιβιώσει» ως ρόλος αποκλειστικά χάρη στην Μάλιγκαν. Κατά τα άλλα, ο χαρακτήρας κινείται αποκλειστικά σε δύο επίπεδα: Χαριτωμένα outfit, ξανθές μπούκλες και – ας το ξαναπούμε – υπέροχα νύχια, που παραπέμπουν στην πιο στερεοτυπική θηλυκότητα, την οποία έρχεται να «ανατρέψει» η dark πλευρά της, η σημαδεμένη από το τραύμα και την επιθυμία για εκδίκηση.

Δεν ξέρω αν εν έτει 2021 θεωρείται φεμινιστική προσέγγιση η απλή παρατήρηση ότι το styling ίσως δεν έχει σχέση με την ουσία των ανθρώπων. Δυστυχώς, υποθέτω ότι μπορεί και να θεωρείται. Πάντως σίγουρα δεν πρόκειται πια και για κανένα τρομερό σεναριακό εύρημα.

Επιπλέον, δεν ξέρω κατά πόσον οι φεμινιστικές αναγνώσεις της ταινίας μπορούν να βρουν τρόπο να χωρέσουν και τις διαφορές στον τρόπο που η Cassandra εκδικείται εκείνους που ενεπλάκησαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στον βιασμό της κολλητής της. Τι μάθημα ακριβώς λαμβάνει μια γυναίκα που αφήνεται να πιστεύει επί ημέρες ή εβδομάδες ότι έπεσε και η ίδια θύμα βιασμού; Και γιατί αυτή η στρατηγική δεν ακολουθήθηκε με κανέναν από τους εμπλεκόμενους άνδρες;

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, είναι η πεποίθηση ότι η πρακτική της Cassandra θα μπορούσε να σταθεί στον πραγματικό κόσμο.

Δυστυχώς, όσο και αν θα μας άρεσε να μπορούμε να αντιμετωπίσουμε όλους τους κινδύνους με ένα βλέμμα, η αλήθεια είναι ότι η μόνη ουσιωδώς ρεαλιστική σκηνή της ταινίας, είναι η τελευταία σκηνή της Cassandra. Το να προσποιούμαστε ότι αυτό δεν ισχύει, σχεδόν μεταθέτει την ευθύνη στα θύματα: Αν είναι τόσο εύκολο να ξεφύγουν, ίσως θα έπρεπε απλώς να μάθουν να κατακεραυνώνουν με τα μάτια.

Κι είναι κρίμα, γιατί αν η ταινία δεν προσπαθούσε τόσο σκληρά να αρέσει σε όλους, θα μπορούσε να μετατραπεί σε αριστούργημα. Σε ταραντινικό comedy horror, απλώς με την προσθήκη λίγου (εντάξει, όχι και τόσο λίγου) αίματος. Σε δράμα, αν επεδίωκε να βουτήξει έστω και λίγο πιο βαθιά στο τραύμα της Cassandra. Ή σε μια αξιοπρεπέστατη κοινωνική ταινία, χωρίς το εύρημα της νυχτερινής μεταμόρφωσης της Cassandra, το οποίο ούτως ή άλλως παραμένει ένα επιφανειακό τρικ.

Όμως αποφεύγοντας σχεδόν κάθε αμφιλεγόμενη σεναριακή επιλογή, το Promising Young Woman καταλήγει τόσο φλατ όσο και υποσχόμενο. Όταν πέφτουν οι τίτλοι, σίγουρα δεν έχουμε μετανιώσει που επιλέξαμε να το δούμε – και σίγουρα έχουμε εμπεδώσει ότι οι βιαστές είναι συχνά άνδρες της διπλανής πόρτας. Όμως αυτό στην πραγματικότητα το ξέραμε, τουλάχιστον σε αυτό το ανώδυνο, θεωρητικό επίπεδο, που δεν αφορά τον άνδρα που μένει στη δική μας διπλανή πόρτα, εκείνον που ίσως είναι φίλος ή συγγενής μας, εκείνον που μάλλον θα δυσκολευόμασταν περισσότερο να καταδικάσουμε.

Εντέλει, το μόνο που μας μένει, είναι μια φανταστική ερμηνεία, το πιο ωραίο μανικιούρ του σύμπαντος, και ίσως η καλύτερη διασκευή του Toxic.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο