[…]

Τώρα προσμένοντας να ζωντανέψουνε μες στον καιρό τα πρόσωπά μου

επιμένοντας τα πρόσωπά μου ν’ αποκριθούν σε τούτο το κάλεσμα

το κάλεσμα ν’ ακούσουνε να σηκωθούνε απ’ τη σιωπή

προσμένοντας να ιδώ τα πρόσωπά μου να γυρίζουνε

φοβέρα κι απειλή αψηφώντας να γυρίζουνε

μες στο φεγγάρι που χωρίζει το δρόμο

σε δρόμο απ’ εδώ και σε δρόμο απ’ εκεί

να σύρουνε το μάνταλο που τρίζει

και να γυρέψουνε την πείνα τους όχι την πείνα του ψωμιού

τη ζωή τους να γυρέψουνε δίπλα στον ίσκιο του ψωμιού

προσμένοντάς τους να ’ρθουνε και να παραμερίσουνε το θρήνο μου

θρηνώ κι υπάρχω μάρτυρας

στ’ απέραντα τούτα βουνά τη νύχτα μαρτυρώντας τον αχό του τύμπανου

σε τόπους όπου η πέτρα χάνεται και το χορτάρι χάνεται

και πιο κάτω τα δέντρα χάνονται όλα μαζί και τα πρινάρια

και πιο κάτω το δάσος που υπήρχε χάνεται

τιρ-λιρ

γυρεύοντας δροσιά μέσ’ απ’ τα κάψαλα

εγώ που ξέρω αυτά τ’ αμετακίνητα βουνά

που ξέρω τι θα πει η φωνή ν’ ανασηκώνει τα βουνά

ανακαλύπτοντας την αλυσίδα των βουνών την αλυσίδα της σιωπής

την αλυσίδα του έργου που ετοιμάζεται

πέρα μακριά από τούτα τα βουνά

μες στη σιωπή

σ’ άλλα βουνά που καίνε

εγώ μονάχος ο επιζών

ο μάρτυρας εγώ

τη νύχτα τούτη μαρτυρώ

που κατεβαίνει.

*Απόσπασμα από το ποίημα του Τάκη Σινόπουλου «Ο επιζών», που ανήκει στη συλλογή «Η νύχτα και η αντίστιξη» (1959), το έκτο κατά σειράν ποιητικό βιβλίο του.

Η φωτογραφία στη φοιτητική ταυτότητα του Σινόπουλου το 1939 (πηγή: περ. «Η λέξη», τχ. 9, Νοέμ. 1981)

Ο βίος του Τάκη Σινόπουλου

Ο Τάκης Σινόπουλος, ένας από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους της μεταπολεμικής ελληνικής ποίησης, γεννήθηκε στην Αγουλινίτσα Ηλείας, πλησίον του Πύργου, στις 17 Μαρτίου (30 Μαρτίου με το νέο ημερολόγιο) 1917.

Ο πρωτότοκος γιος του ηλείου φιλολόγου Γιώργη Σινόπουλου και της εκ Γορτυνίας ορμωμένης Ρούσας – Βενέτας Αργυροπούλου έλαβε το βαφτιστικό όνομα Πάικος (έτσι ονομαζόταν ο εκ μητρός παππούς του).

Το 1920 η οικογένεια Σινόπουλου εγκαταστάθηκε στον Πύργο Ηλείας, και εκεί γεννήθηκαν ο αδελφός του ποιητή Νούλης (Αθανάσιος) και οι δίδυμοι Παύλος και Μαρία.

Ο Σινόπουλος πέρασε τα μαθητικά χρόνια του στον Πύργο (στα γυμνασιακά χρόνια έλαβε χώρα η πρώτη, δειλή επαφή του με το γράψιμο) και το φθινόπωρο του 1934 αναχώρησε για την Αθήνα, προκειμένου να σπουδάσει ιατρική.

Ενόσω ήταν φοιτητής, δημοσίευσε ποιήματα, πεζά, κριτικά σημειώματα και μεταφράσεις σε λογοτεχνικά περιοδικά της Αθήνας και της επαρχίας.

Τον Ιανουάριο του 1941 επιστρατεύτηκε ως λοχίας του Υγειονομικού.

Επί Κατοχής έλαβε μέρος σε ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις και συνέχισε να γράφει και να δημοσιεύει μεταφράσεις και ποιήματα.

Πέραν τούτων, φυλακίστηκε από τις ιταλικές κατοχικές Αρχές ως αντιστασιακός, το καλοκαίρι του 1942, και πήρε το πτυχίο του από την Ιατρική Σχολή, το Μάρτιο του 1944.

Τον Ιανουάριο του 1945 κατετάγη στο στρατό ως λοχίας του Υγειονομικού, ακολούθως δε, τον Αύγουστο, τοποθετήθηκε στη Λάρισα, όπου παρέμεινε ένα χρόνο και προήχθη σε έφεδρο ανθυπίατρο.

Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου ο Σινόπουλος βρέθηκε με το τάγμα του στο Αγιόφυλλο, ένα χωριό στην ευρύτερη περιοχή της Καλαμπάκας, όπου παρέμεινε έως τον Οκτώβριο του 1947, δημοσιεύοντας εκ παραλλήλου ποιήματα και αλληλογραφώντας με ανθρώπους των γραμμάτων.

Στη συνέχεια επέστρεψε στην Αθήνα, όπου υπηρέτησε ως γιατρός στη Σχολή Ευελπίδων.

Αφού δημοσίευσε πολλά ποιήματα και μεταφράσεις του κατά τη διάρκεια του 1948, αναχώρησε τον Ιανουάριο του 1949 για το Βίτσι, απ’ όπου απολύθηκε το Μάιο του ίδιου έτους.

Στο μετέπειτα βίο του ο Σινόπουλος εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως γιατρός.

Τον Ιούλιο του 1972 νυμφεύτηκε τη Μαρία Ντότα, πτυχιούχο αγγλικής φιλολογίας, με κουμπάρο τον Γ. Π. Σαββίδη.

Ο Τάκης Σινόπουλος απεβίωσε αιφνιδίως (από συγκοπή) στον Πύργο στις 26 Απριλίου 1981, ανήμερα του Πάσχα.

Αυτόγραφο του ποιήματος «Μάγδα» («Νεκρόδειπνος» 1972, πηγή: Εθνικό Κέντρο Βιβλίου)

Ο ποιητής

Ο Σινόπουλος πρωτοεμφανίστηκε στο χώρο της λογοτεχνίας το 1934 με το ψευδώνυμο Αργυρός Ρουμπάνης, δημοσιεύοντας το ποίημα «Προδοσία» και το διήγημα «Η εκδίκηση ενός ταπεινού» σε καλοκαιρινό φύλλο της εφημερίδας του Πύργου «Νέα Ημέρα».

Το 1937 δημοσιεύτηκαν στη λογοτεχνική επιθεώρηση «Νεοελληνικά Γράμματα» τρία κριτικά σημειώματά του, καθώς και η πρώτη ποιητική μετάφρασή του στη «Νέα Εστία».

Τον Οκτώβριο του 1944 δημοσιεύτηκε στα «Φιλολογικά Χρονικά» το ποίημα του Σινόπουλου «Ελπήνωρ», που έμελλε να αποτελέσει και το πρώτο ποίημα της πρώτης συλλογής του.

Γι’ αυτό το ποίημα ο ίδιος ο Σινόπουλος έγραψε το 1965 τα εξής:

«Θα μου επιτρέψετε να σας αφηγηθώ τη μικρή ιστορία του δικού μου Ελπήνορα. Ένα με­σημέρι, καλοκαίρι 1944, με φοβερό ήλιο και ζέστη, περνώντας μέσα από το πεδίο του Άρεως, κάθησα εξαντλημένος από την πείνα και την κούραση της κατοχής σ’ ένα παγκάκι. Πρέπει να με είχε ζαλίσει πολύ ο ήλιος κι η εξάντληση. Ξαφνικά στον άσ­προ μικρό δρόμο, μες στο φως, πέρασε μπροστά μου η φιγούρα ενός φίλου μου ποιητή που τον σκότωσαν οι Γερμανοί έπειτα από φριχτά βασανιστήρια στην Πάτρα το 1942. Ήταν ο Φώτης Πασχαλινός [= Θοδωράκης Ζώρας]. Γυρίζοντας στο σπίτι μου έ­γραψα τον Ελπήνορα. Αλλά εκείνο που για μένα είχε σημα­σία είναι πως το όραμα αυτό σφράγισε αποφασιστικά ένα με­γάλο μέρος, το μεγαλύτερο μέρος της ποίησής μου».

Η πρώτη ποιητική συλλογή του Σινόπουλου (με ποιήματα της περιόδου 1944-1950), που είχε τον τίτλο «Μεταίχμιο» και ήταν αφιερωμένη στον αδελφό του Παύλο, κυκλοφόρησε σε ιδιωτική έκδοση στα τέλη του 1951.

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών ο Σινόπουλος συνεργάστηκε με τη συντακτική επιτροπή του τόμου «Δεκαοχτώ Κείμενα» και συμμετείχε στη συντακτική επιτροπή των τόμων «Νέα Κείμενα» (1 & 2), εκδόσεων με αντιστασιακό περιεχόμενο.

Στο ποιητικό έργο του Σινόπουλου, που είναι συνυφασμένο με τις ιστορικές περιπέτειες της μεταπολεμικής και μετεμφυλιακής Ελλάδας, περιλαμβάνονται δύο συγκεντρωτικές («Συλλογή Ι» του 1976 και «Συλλογή ΙΙ» του 1980) και δύο μεταθανάτιες («Το γκρίζο φως» του 1982 και «Ποιήματα για την Άννα» του 1999) εκδόσεις.

Ποιήματα του Σινόπουλου μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά).

Ο Σινόπουλος διδάχτηκε πρώτη φορά σε ελληνικό πανεπιστήμιο, στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ, από τον Δ. Ν. Μαρωνίτη το ακαδημαϊκό έτος 1977-1978.

Στην όλη ποιητική διαδρομή του Σινόπουλου διακρίνονται δύο φάσεις.

Στην πρώτη φάση (1940-1965) κυριαρχούν το περιγραφικό και το λυρικό στοιχείο, η στοχαστική γραφή, οι επιρροές από τους Έλιοτ, Σεφέρη και Πάουντ.

Στη δεύτερη (από το 1965 και έως το τέλος της ποιητικής παραγωγής του), το θεματολογικό πλαίσιο, αυτό της φθοράς, του πόνου και του θανάτου, παραμένει το ίδιο, όμως παρατηρείται μια μεταστροφή στη χρήση του γλωσσικού υλικού, με την υιοθέτηση ενός αντιποιητικού, επιθετικού και συχνά ειρωνικού λόγου.

Ο μεταφραστής, ο κριτικός, ο ζωγράφος

Εξάλλου, ο Σινόπουλος καταπιάστηκε με τη μετάφραση λογοτεχνικών κειμένων, αλλά και δοκιμίων από τα γαλλικά και τα αγγλικά, ενώ δημοσίευε κατά περιόδους βιβλιοκρισίες σε σημαντικά λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής του («Σημερινά Γράμματα», «Κριτική», «Εποχές», «Η Συνέχεια»).

Τέλος, κατόπιν παροτρύνσεως της ποιήτριας και τεχνοκριτικού Ελένης Βακαλό, ο Σινόπουλος ασχολήθηκε κατά τα έτη 1960-1964 και με τη ζωγραφική, εκθέτοντας μάλιστα έργα του στην γκαλερί «Ζυγός».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο