Εφτασε, λοιπόν, αυτό που όλοι ζητούσαν – δικαίως. Αυτό που από το περασμένο Σάββατο  ονομάζεται «η ώρα του εισαγγελέα». Κι αυτή είναι μία από τις λίγες αλήθειες μέσα στην προσομοίωση θεάματος που παρακολουθούμε το τελευταίο διάστημα. Μέχρι να φτάσει, όμως, η στιγμή που ανέλαβε η τρίτη -διακριτή – εξουσία είχαν αναλάβει πολλοί εθελοντές να την «υποδυθούν». Ζητούσαν δικαιοσύνη, αλλά διψούσαν για λαϊκό δικαστήριο.

Ελεγαν «τιμωρία» και εννοούσαν αυτοδικία. «Είμαι της άποψης ότι δεν παίρνουμε τον νόμο στα χέρια μας, αλλά στην περίπτωση του παιδιού μου εγώ τον νόμο τον παίρνω στα χέρια μου» δήλωνε μόλις προχθές κωμικός ηθοποιός. Πίσω από την ανάγκη να ξηλωθούν οι εξουσιαστικές δομές ή το «σάπιο βασίλειο», μακιγιαρίστηκε η εγχώρια εκδοχή μιας κουλτούρας ακύρωσης. Οι λίγες φωνές που ζητούσαν να ανοίξουν τα στόματα, χωρίς να ανοίξει η άβυσσος, καταγγέλθηκαν σε κλίμακα δυσανάλογη με τη θεατρική (μα)θητεία που έχουν να επιδείξουν οι ιαβέρηδές τους (αν θέλει να επικαλεστεί κανείς σ’ αυτό το σημείο τον γνωστό λαϊκισμό «δεν έχει σημασία αν είσαι ηθοποιός, αρκεί να καταγγέλλεις», ας το κάνει τώρα).

Παγιώνεται και αυτό ως σημείο των καιρών: οι αποφάσεις του κράτους δικαίου να επικυρώνονται ή να προκαταλαμβάνονται από τον όχλο – των social media, των αριστεριστών, των ακροδεξιών. Στο μεσοδιάστημα ο ίδιος όχλος και οι τοποτηρητές αυτού διεκδικούν μερίδιο στην ερευνητική διαδικασία. Με αναρτήσεις, πληροφορίες «με κάθε επιφύλαξη», επιθετικά πρωτοσέλιδα, χαμένα μυστικά και ντοκουμέντα. Γι’ αυτό και η αποστροφή της υπουργού Πολιτισμού ακούστηκε σαν εκκωφαντική παραφωνία στη μέχρι πρότινος υπεράσπιση του κράτους δικαίου εκ μέρους της. Φάνηκε να υποχωρεί μπροστά στις πιέσεις της απέναντι αρένας για ηθική καταδίκη.

Η αξιωματική αντιπολίτευση και οι συγγενείς παραφυάδες της έδωσαν αγώνα για να ταυτιστεί η υπόδειξη αδικημάτων με τον πολιτικό χώρο της Δεξιάς. Ανοιξε έτσι τον δρόμο στην ιεροεξεταστική ηθικολογία που απειλεί να σκεπάσει ακόμη και τις φωνές των θυμάτων. Η δική τους μαρτυρία σχεδόν δεν αρκεί. Χρειάζονται τα πρόθυμα αντηχεία για να μεταλλάξουν τον ήχο σε ανάθεμα προς το «σύστημα», την κυβέρνηση, τα πολιτιστικά ιδρύματα. Να στήσουν σκηνικό ηθικής κρίσης, όπου «ταλαντούχοι σκηνοθέτες» θα παίζουν τους μπροστάρηδες, ο αλλόφρων Χορός θα ζητάει την παραίτηση της Μενδώνη, το αίτημα για κάθαρση θα συνδέεται με τα αρχαία της Θεσσαλονίκης και το τσιμέντο στην Ακρόπολη.

Στο ιδίωμα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ακόμη και η νομική διαδικασία που ακολουθήθηκε ως το περασμένο Σάββατο περιγραφόταν σαν προπομπός κουκουλώματος. «Πιο γρήγορα, πιο βαριά, πιο μαζικά»: αυτό είναι το σλόγκαν της κερκίδας. Μαζί με το «όλοι ήξεραν», που καταλήγει πλέον κύμβαλο αλαλάζον. Ή ισχύει για κανέναν ή ισχύει για όλους. Γιατί καλείται, αλήθεια, μία υπουργός ή «ανώτερα κυβερνητικά κλιμάκια» να παραδώσουν πιστοποιητικό ελέγχου σκοτεινού παρελθόντος και δεν εγκαλούνται όσοι συνεργάστηκαν με τον κατηγορούμενο, υπέγραψαν μαζί του συμβάσεις και μοιράζονταν τη σκηνή;

Το ότι ήρθε η ώρα της δικαιοσύνης δεν σημαίνει ότι πρέπει να πάψουμε να την προστατεύουμε. Αν το MeToo συνιστά ήδη κίνημα – ή βρίσκεται στη διαδικασία σχηματισμού -, έχει ανάγκη από τους μηχανισμούς δικαίου για να συνεχίσει. Διαφορετικά θα ξεφτίσει σε διατυπώσεις τύπου Αλέξανδρου Μπουρδούμη και Νατάσσας Μποφίλιου. Ορισμένες φορές πιο δύσκολες από τους μεγάλους ρόλους, που απαιτούν μεγάλους ερμηνευτές, είναι οι ερμηνείες που ψάχνουν έναν ρολάκο.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο