Το καλοκαίρι του 1919, λίγον καιρό μετά την αποβίβαση των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη (2/15 Μαΐου 1919), το Αϊδίνι, μια από τις ωραιότερες και πλέον φιλόξενες πόλεις τής καθ’ ημάς Ανατολής, δέχτηκε τη βάρβαρη επίθεση δυνάμεων του τακτικού Τουρκικού Στρατού αλλά και τούρκων ατάκτων.

Η πόλη είχε καταληφθεί στις 14 Μαΐου 1919 από απόσπασμα του 4ου Συντάγματος Πεζικού, χωρίς να σημειωθεί κανένα επεισόδιο από πλευράς των τουρκικών δυνάμεων που βρίσκονταν μέχρι τότε σε αυτήν.

Όμως, στις 16 Ιουνίου, ισχυρές τουρκικές δυνάμεις που είχαν συγκεντρωθεί στην κοιλάδα του ποταμού Μαιάνδρου περικύκλωσαν την πόλη, υποστηριζόμενες και από μονάδες Πυροβολικού.

Ακολούθησαν σκληρές μάχες μεταξύ των τουρκικών δυνάμεων και του ελληνικού αποσπάσματος που υπερασπιζόταν την πόλη, καθ’ όλη τη διάρκεια της 16ης Ιουνίου και έως το μεσημέρι της επομένης, 17ης Ιουνίου, όταν ο διοικητής των ελληνικών δυνάμεων, ο συνταγματάρχης Σχοινάς, υποχρεώθηκε να διατάξει την εκκένωση του Αϊδινίου.

Το Αϊδίνι ανακατελήφθη από τις ελληνικές δυνάμεις στις 20 Ιουνίου, αλλά στο μεταξύ διάστημα οι εισβολείς είχαν προβεί σε απίστευτης έκτασης και αγριότητας σφαγές, βιασμούς γυναικών, λεηλασίες, ληστείες και πυρπολήσεις.

Από ένα σύνολο 7.500 κατοίκων του Αϊδινίου και 3.500 προσφύγων των γειτονικών χωριών, μόνο 4.500 ανευρέθησαν από τα ελληνικά στρατεύματα.

Οι υπόλοιποι είτε εσφάγησαν είτε κάηκαν ζωντανοί είτε απήχθησαν ως όμηροι στη μικρασιατική ενδοχώρα, ενώ σε διάφορα σημεία της πόλης εντοπίστηκε σημαντικός αριθμός ακρωτηριασμένων πτωμάτων.

Μεταξύ των θυμάτων που προκάλεσαν οι άνδρες του Τουρκικού Στρατού και τα στίφη των ατάκτων που είχαν εισβάλει στην πόλη συγκαταλέγονταν οι νέοι που αποτελούσαν το σώμα των ελλήνων προσκόπων.

Τα διαδραματισθέντα στο Αϊδίνι, αλλά και όσα ακολούθησαν με πρωταγωνιστή τον Γεώργιο Κονδύλη, περιγράφονται γλαφυρά στα κατωτέρω αποσπάσματα του βιβλίου του Γιάννη Π. Καψή «Χαμένες πατρίδες» (εκδόσεις Λιβάνη):

Το απόγευμα της 15ης Ιουνίου, απόσπασμα, κινούμενο κατά μήκος του Μαιάνδρου, δέχεται την επίθεση 400 ατάκτων. Συμπλέκεται, τους απωθεί προσωρινά, αλλά συμπτύσσεται, ενώ παρακολου­θείται από τον εχθρό, που καταλαμβάνει τις νότιες παρυφές του Αϊδινίου. Η απειλή είναι άμεση, ο κίνδυνος μεγάλος. Κι όμως η νύχτα περνά χωρίς καμία αντίδραση από τη μεριά του Στρατού μας. Και μόλις ξημερώνει, αρχίζει μια μάχη σκληρή, μέσα στην πόλη, χωρίς σχέδιο, χωρίς συντονισμό. Οι Τούρκοι του Αϊδινίου, που είχαν έτοιμα τα όπλα τους, μόλις ακούγονται οι πρώτες ντουφεκιές, ανοίγουν τα παράθυρα των σπιτιών τους κι αρχίζουν να κτυπούν τους στρατιώτες μας πισώπλατα. Κάτω από τις συνθήκες αυτές δεν είναι περίεργο πως το Αϊδίνι έπεσε. Απορίας άξιο είναι πώς, με την ψυχολογία του πανικού, οι στρατιώτες μας πολέμησαν μια ολόκληρη μέρα μέσα στην κόλαση εκείνη. Το τι έγινε στις 17 Ιουνίου στην μαρτυρική πόλη του Αϊδινίου, είναι δύσκολο να συλλάβει ο ανθρώπινος νους. Αλλ’ υπάρχει μια γλαφυρή αδιάψευστη μαρτυρία, η αφήγηση του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου του Β’, ενός από τους τελευταίους εκπροσώπους της στρατευμένης Εκκλησίας μας, που είχε αναπτύξει υπέροχη εθνική δράση τα δύσκολα εκείνα χρόνια. Ο σεβαστός ιεράρχης, τοποτηρητής της Μητρόπολης Ηλιούπολης και Θείρων (Αϊδινίου) την εποχή εκείνη, σ’ ένα από τα έγγραφα του αρχείου του, αναφέρει:

«… Ο συνταγματάρχης Σχοινάς και το περί αυτόν επιτελείον επανικοβλήθησαν και διέταξαν εγκατάλειψιν των φυλακίων και συγκέντρωσιν του στρατού εντός της πόλεως. Εφήρμοσαν, δηλαδή, άνευ αντιστάσεως το σχέδιο των επιτεθέντων, οίτινες επεδίωκον να μεταφέρωσι την μάχην εντός της πόλεως, της οποίας το μέγα πλήθος ωπλοφόρει. Ηναγκάσθη, ούτως, ο ελληνικός Στρατός να αποδυθή εις οδομαχίαν, βαλλόμενος πανταχόθεν, εκ των οικιών, των μιναρέδων, των δημοσίων καταστημάτων κλπ. Εις επίμετρον και εκ μέρους του Στρατού και εκ μέρους των Τούρκων κατοίκων ηνάφθησαν πυρκαιαί, πολλαπλασιασθέντος ούτω του τρόμου και του πανικού των ημετέρων […]

Αλλ’ ο συνταγματάρχης έχασε την ψυχραιμίαν και πρωτοβουλίαν του εις τοιούτον βαθμόν, ώστε παρέταξεν, εξοπλίσας, τους προσκόπους, διά να κρατήσουν άμυνα, ίνα ασφαλώς υποχωρήση και εκκενώση την πόλιν, αφήσας ούτως εις το έλεος του Θεού τους κατοίκους και δή τους προσκόπους, οίτινες, ως ήτο φυσικόν, απεδεκατίσθησαν, κατακρεουργηθέντος και του αρχηγού αυτών, αειμνήστου Αυγερίδου.

Οι Τούρκοι πλέον ακάθεκτοι εισήλασαν εις την ελληνικήν συνοικίαν.

Πυρ και σφαγαί και απαγωγαί και ληστεία και ατιμώσεις γυναικών και παρθένων και αρρένων επηκολούθησαν, διαρκέσασαι επί τετραήμερον…

Αι γενόμεναι παρά των Τούρκων καταστροφαί ήσαν τεράστιαι. Πλην των οικιών της ελληνικής συνοικίας, αι οποίαι, ανεξαιρέτως, εγένοντο παρανάλωμα πυρός και που εκάησαν ζώντες πολυάριθμοι πολίται πάσης τάξεως και ηλικίας, οι επιζήσαντες παρουσίαζαν αξιοθρήνητον θέαμα, ημίγυμνοι και με συντετριμμένον το ηθικόν, περιφερόμενοι και θρηνούντες τούς απολεσθέντας και τας περιουσίας των.

Αιχμάλωτοι και όμηροι ως αγέλαι λύκων απήχθησαν εις το εσωτερικόν, ων η τραγική περιπέτεια χρήζει ιδιαιτέρας λεπτομερούς αφηγήσεως…»

Ανατριχιαστική ήταν η συμφορά που έπληξε το Αϊδίνι. Πάγωσε το αίμα των στρατιωτών μας, όταν πληροφορήθηκαν την καταστροφή. Κι ασφαλώς θα τραυματιζόταν ανεπανόρθωτα το ηθικό τους, αν δεν υπήρχε ο Κονδύλης. Ο τολμηρός εκείνος πολέμαρχος κινήθηκε σαν αστραπή κι έδωσε ένα καλό μάθημα στους Τούρκους και τους προστάτες τους.

Το Αϊδίνι ήταν ζωσμένο απ’ τις φλόγες. Ο Σχοινάς πανικόβλητος φεύγει κι οι άνδρες του, χωρίς ηγέτη, τον ακολουθούν. Κι όμως δεν έφυγαν όλοι. Μια διλοχία μάχεται επί των Τράλλεων και των βορειοανατολικών υψωμάτων της πόλης. Ποιοι είναι; Μα ποιοι άλλοι απ’ τους Ευζώνους του 38ου τάγματος του Τζαβέλλα. Απτόητοι, γενναίοι, σαν ήρωες του Ομήρου, έχουν τραβήξει τις ξιφολόγχες κι αποδεκατίζουν τους Τσέτες. Ο διοικητής της διλοχίας, λοχαγός Γ. Λαμπράκης, τρέχει από μετερίζι σε μετερίζι κι εμψυχώνει τους άνδρες του. Περιττό, οι άνδρες εκείνοι δεν είχαν ανάγκη από ενθαρρυντικά λόγια. Μπαρούτι και σφαίρες ήθελαν, τ’ άλλα ήταν δική τους δουλειά. Μια δουλειά που την ήξεραν καλά.

Ο Σχοινάς έχει τόσο πανικοβληθεί, που εγκαταλείπει την πόλη χωρίς να ειδοποιήσει τη διλοχία. Κι άξαφνα, οι Τσολιάδες μας βρίσκονται κυκλωμένοι από τετραπλάσιο εχθρό: Τσέτες, μεθυσμένους από την εύκολη νίκη, από αίμα χιλιάδων αθώων. Αλλ’ ο Λαμπράκης δεν χωράτευε κι έδωσε τη μόνη διαταγή που μπορεί να δώσει ένας άξιος ηγήτορας σε παρόμοιες στιγμές: Ειδοποίησε τους διμοιρίτες του ότι θ’ άνοιγαν δρόμο με την λόγχη, θα έπεφταν μέχρις ενός, αλλά δεν θα παραδίνονταν, δεν θ’ άφηναν τους πληγωμένους τους στα χέρια των Τούρκων. Τρεις ώρες πολεμούσαν οι Εύζωνοι του Λαμπράκη, τρεις ώρες άνοιγαν το δρόμο τους, ξεκοιλιάζοντας Τσέτες. Κάποτε, διέσπασαν τον κλοιό κι έφθασαν δυτικά της πόλης. Ο δρόμος ήταν ανοιχτός, μπορούσαν να φύγουν.

Είδαν, όμως, ένα θέαμα που σπάραξε την ψυχή τους: Στους δυτικούς πρόποδες των Τράλλεων έχουν συγκεντρωθεί εκατοντάδες γυναικόπαιδα — όσα κατόρθωσαν να γλυτώσουν την μανία των Τούρκων. Δεν έχουν συνέλθει ακόμη από την τραγική συμφορά, κι όταν βλέπουν τους Ευζώνους μας να φεύγουν, αφήνουν το πικρό παράπονο να ξεχειλίσει: «Πού φεύγετε; Πού μας αφήνετε;» Κι ο Λαμπράκης δεν φεύγει. Μένει κι αναχαιτίζει, για μια ακόμη φορά, τους Τούρκους.

Στο Αϊδίνι, μια από τις πλέον ανεπτυγμένες ελληνικές πόλεις της Ανατολής, τα νεαρά Ελληνόπουλα είχαν ιδρύσει δύο προσκοπικές ομάδες, που ήταν το καύχημα της Ανατολής. Ο Αντνάν ο Μαινάδριος (Μεντερές) ζήλεψε, θέλησε να τους μιμηθεί. Κι ίδρυσε την τουρκική προσκοπική ομάδα του Αϊδινίου. Αλλ’ η τύχη της ήταν κωμικοτραγική. Ακολουθώντας το παράδειγμα του θηλυπρεπούς αρχηγού τους, οι Τούρκοι πρόσκοποι του Αϊδινίου προκαλούσαν τα γέλια, όταν έκαναν παρέλαση με τα φεσάκια τους. Κι η ομάδα του Μεντερές άρχισε να τροφοδοτεί με «πεσκίρ- τσογλάν» όλα τα χαμάμ του Αϊδινίου και της Σμύρνης. Ο Μεντερές ήταν από τους πρώτους που ακολούθησαν το κεμαλικό Κίνημα, όχι από πατριωτισμό, αλλά από ανθελληνικό μίσος.

Ήταν μαζί με τους Τσέτες που επιτέθηκαν στο Αϊδίνι. Με τις πρώτες τουφεκιές οι Έλληνες πρόσκοποι τρέχουν να βοηθήσουν το Στρατό μας. Δεν είναι πολλοί — μόλις 31, αλλ’ ο ηρωισμός τους είναι υπέροχος. Οι μεγαλύτεροι αρπάζουν τα όπλα και πολεμούν μαζί με τους στρατιώτες, οι μικρότεροι μεταφέρουν πολεμοφόδια, παίρνουν τους τραυματίες και μεταδίδουν μηνύματα. Μόνο το θέαμα των μικρών αυτών ηρώων, με τα γυμνά γόνατα, θα έπρεπε να εμψυ­χώσει τον Σχοινά. Κι όμως φεύγει, αφήνοντας αυτός, ένας μόνιμος αξιωματικός, τους μικρούς προσκόπους να καλύψουν την υποχώρησή του. Πολλοί από τους Προσκόπους έπεσαν την ώρα της μάχης.

Ήταν οι πιο τυχεροί. Όσοι δεν πρόφθασαν, έπεσαν στα χέρια της ομάδας των δημίων του Μεντερές κι οδηγήθηκαν ανατολικά της πόλης, στις όχθες του Εύδωνος ποταμού, που έγινε κι ο τόπος του μαρτυρίου τους. Οι Τσέτες καλούν τον αρχηγό τους, τον τοπικό έφορο Νικόλαο Αυγερίδη, ν’ απαρνηθεί τον εθνισμό του, να προσκυνήσει τον Μωάμεθ, αν ήθελε να σωθεί. «Ζήτω η Ελλάδα!» ήταν η απάντηση του ήρωα εκείνου. Φρύαξαν οι Τσέτες, λύσσαξαν από το κακό τους. Στο πρόσταγμα του Μεντερές, ένας Τσέτης τραβά το μαχαίρι του και βγάζει το μάτι του Αυγερίδη. Το αίμα πετάγεται με ορμή, πιτσιλίζει και τον βασανιστή του. Αλλ’ ο Αυγερίδης δεν λυγίζει. Τον καλούν και πάλι ν’ αρνηθεί την πατρίδα του. Κι αυτήν τη φορά απαντούν όλοι μαζί, βροντοφωνούν: «Ζήτω η Ελλάδα!» Τα δύσμοιρα παιδιά βάδιζαν προς το θάνατο σαν να πήγαιναν σε πανηγύρι, κι ήταν πράγματι πανηγύρι για τους Έλληνες της εποχής εκείνης ο θάνατος για την πατρίδα. Οι Τσέτες δεν μπορούν πια να συγκρατηθούν. Ο Αυγερίδης κομματιάζεται, ο Φιλοκτήτης Αργυράκης γδέρνεται κυριολεκτικά, ο Βεϊνόγλου αποκεφαλίζεται, κανείς δεν γλυτώνει.

Τόση ήταν η μανία των Τούρκων, που και νεκρούς ακόμη τους βασανίζουν. Παλουκώνουν τα πτώματά τους, τα ευνουχίζουν, επιδίδονται σ’ ένα όργιο φρικιαστικό — όργιο που δεν μπορεί να συλλάβει ο ανθρώπινος νους. Κι όταν, δυο ημέρες αργότερα, οι στρατιώτες μας ξαναπαίρνουν το Αϊδίνι, δεν μπορούν να κρύψουν τη συγκίνησή τους. Με δακρυσμένα μάτια, οι σκληροτράχηλοι πολεμιστές σηκώνουν στην αγκαλιά τους τα τυραννισμένα πτώματα των μικρών ηρώων για να τα θάψουν. Ας είναι ελαφρό το χώμα που τα σκεπάζει. Στο Αϊδίνι δεν ηττήθηκε ο Στρατός μας, νικήθηκε ο Σχοινάς. Κι απόδειξη είναι ότι οι ίδιοι οι νικημένοι, αυτοί που έφευγαν πανικόβλητοι, επιστρέφουν. Έχουν ενισχυθεί από τους υπόλοιπους λόχους των Ευζώνων του Τζαβέλλα και άλλα τμήματα και με διοικητή τον αντισυνταγματάρχη Σταυριανόπουλο ξαναπαίρνουν το Αϊδίνι. Οι Τούρκοι δεν αντιτάσσουν αξιόλογη άμυνα. Έχουν πληροφορηθεί ότι μία ταξιαρχία κινείται από Βορρά εναντίον τους και προσπαθούν να σωθούν με τη φυγή.

Το θέαμα της κατεστραμμένης πόλης ήταν τραγικό. Η ελληνική συνοικία είχε μεταβληθεί σε σωρό από ερείπια, που κάπνιζαν ακόμη. Από τις 11.000 Έλληνες κατοίκους —ντόπιους και πρόσφυγες του εξωτερικού— 6.500 σφάγησαν με τον πιο άγριο τρόπο.

Γυναίκες ατιμάστηκαν, παρθένες και παιδιά βιάστηκαν και περιουσίες αρπάχτηκαν, όπως είδαμε στην περιγραφή του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου. Αλλ’ η τιμωρία των φονιάδων δεν θ’ αργούσε. Την ημέρα που έπεφτε το Αϊδίνι, στη Σμύρνη αποβιβαζόταν το 3ο σύνταγμα πεζικού, που επέστρεφε από την Ρουμανία. Τη δράση του συντάγματος αυτού στην Ουκρανία τη δίνει ένα άγνωστο περιστατικό — ένα επεισόδιο που συνέβη όταν οι Λευκορρώσοι κι οι Στρατοί των Συμμάχων, ακόμη κι αυτή η στρατιά του Βράγκελ, υποχωρούσαν τρέχοντας. Το 3ο σύνταγμα δεν μπορούσε να κρατήσει το απέραντο εκείνο Μέτωπο μόνο του. Υποχωρούσε, αλλ’ υποχωρούσε συντεταγμένο, χωρίς να χάσει ούτε μια μάχη. Αντίθετα, μάλιστα. Σταματούσε κι ανέτρεπε τις επιθέσεις των επαναστατών, δίνοντας τον καιρό στους άλλους να φύγουν. Ήταν το ίδιο σύνταγμα που κράτησε το περιχαρακωμένο στρατόπεδο της Οδησ­σού —το στρατόπεδο της φυγής— δίνοντας μια τρομερή μάχη. Και στο κορύφωμά της κτύπησε το τηλέφωνο του σταθμού διοίκησης.

Τα καλώδια δεν είχαν κοπεί, στη βιασύνη της φυγής, κι ακούσθηκε μια φωνή, από την άλλη άκρη του Μετώπου. Ζητούσε το διοικητή, αλλ’ εκείνος βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή. Κι ο άγνωστος είπε στον λοχαγό Γιαννιό, που τον αντικαθιστούσε: «Εδώ Αταμάνος Γκρηγκόριεφ… Γιατί, μωρέ Έλληνες, μας πολεμάτε; Εσάς δεν μπορούμε να σας νικήσουμε… Αφήστε μας να τσακίσουμε τους άλλους». Αυτό ήταν το 3ο σύνταγμα. Διοικητής του ήταν ο Γεώργιος Κονδύλης. Αυτός διετάχθη να τιμωρήσει τους σφαγείς του Αϊδινίου.

Οι ορεσίβιοι πολεμιστές του είναι ταλαιπωρημένοι από το υγρό στοιχείο, με το οποίο ουδέποτε τα είχαν πολύ καλά. Μόλις όμως πληροφορούνται ότι θα κτυπήσουν τους Τούρκους, τα πόδια κάνουν φτερά. Ο Κονδύλης, που δεν ήταν μόνο πολεμιστής, αλλά κι ευφυής αξιωματικός, μ’ επιτελικό δαιμόνιο, ενεργεί κεραυνοβόλα. Μεταφέρει το σύνταγμα του σιδηροδρομικά μέχρι το Οδεμήσι, βόρεια του Αϊδινίου, και με ταχύτητα αστραπής περνά τα Θείρα, δρασκελίζει τον ορεινό όγκο της Μεσωγίδας και φθάνει ανατολικά του Αϊδινίου. Θέλει ν’ ανακόψει την υποχώρηση των Τούρκων. Δεν θέλει να τους διώξει, θέλει να τους τσακίσει. Αλλ’ οι Τούρκοι έχουν υποχωρήσει νότια του Μαιάνδρου, ζητώντας προστασία στην ιταλική ζώνη Κατοχής. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η συνενοχή των Ιταλών στην επίθεση κατά του Αϊδινίου είναι αναμφισβήτητη. Οι Τσέτες εξόρμησαν από το στρατόπεδο της Τζίνας σε βάθος 50-60 χιλιομέτρων από τον Μαίανδρο. Κι ασφαλώς η κίνησή τους δεν πέρασε απαρατήρητη. Ξαναπέρασαν τον Μαίανδρο, όπου οι Ιταλοί είχαν εγκαταστήσει φυλάκια, χωρίς και πάλι να ενοχληθούν. Αλλ’ η χειροπιαστή απόδειξη της ενοχής τους ήταν οι ιταλικές επωμίδες κι άλλα ιταλικά εφόδια, που βρέθηκαν στο πεδίο της μάχης. Κι οι καταθέσεις αιχμαλώτων, που ομολόγησαν ότι οι Τσέτες είχαν επιτεθεί υποστηριζόμενοι από μια ιταλική πολυβολαρχία και τμήμα πολυβόλων. Αυτοί ήταν οι Ιταλοί «σύμμαχοί» μας…

Ο Κονδύλης, φθάνοντας στο Αϊδίνι, δεν είχε δώσει ακόμη μάχη κατά των Τούρκων, μικροσυμπλοκές με ομάδες ατάκτων δεν μπορούσαν να κορέσουν το μένος του. Και παίρνει μια απόφαση που το στρατηγείο ενέκρινε… εκ των υστέρων: Διατάζει τους άνδρες του να περάσουν την πέτρινη γέφυρα του Μαιάνδρου και να εισβάλουν στην ιταλική ζώνη Κατοχής. Μόλις αρχίζει η διάβαση του Μαιάνδρου φθάνει λαχανιασμένος ένας Ιταλός ταγματάρχης με δύο άλλους αξιωματικούς και ζητεί να συναντήσει τον Κονδύλη, ο οποίος τον δέχεται… έφιππος. Και με διερμηνέα —ο Κονδύλης μόνο τη… θεσσαλική μιλούσε άπταιστα— του ζητάει να σταματήσει την προέλασή του, γιατί εκεί, στην περιοχή του Μαιάνδρου, ήταν η ιταλική ζώνη.

«Πες του», λέγει ο Κονδύλης στο διερμηνέα, «ότι θα σταματήσω μόνο αν μου παραδώσουν τους Τούρκους».

«Μα αυτό είναι αδύνατο» απαντά ο Ιταλός.

«Τότε εγώ θα προχωρήσω».

Ο ιταλός ταγματάρχης, με το τηλέφωνο του διπλανού φυλακίου, ζητεί οδηγίες από τους ανωτέρους του και επιστρέφοντας ζητεί από τον Κονδύλη να περιμένει μέχρις ότου γίνουν συνεννοήσεις μέσω της Αρμοστείας. Αλλ’ αυτό εξοργίζει τον Κονδύλη:

«Να του πεις ότι εγώ δεν ξέρω από υψηλή διπλωματία. Ώσπου να συνεννοηθούν αυτοί, εγώ θα έχω πιάσει τους Τούρκους».

«Αν προχωρήσετε», απειλεί ο Ιταλός, «έχω διαταγή να διατάξω πυρ».

«Δεν πειράζει» απαντά ο Κονδύλης.

Και σπηρουνίζοντας τ’ άλογό του τίθεται επικεφαλής των ανδρών του, περνά τον Μαίανδρο, χωρίς, φυσικά, να τολμήσουν αντίσταση οι Ιταλοί, και ξεκινά την καταδίωξη των Τούρκων.

Η εκδίκηση του Κονδύλη ήταν τρομερή, όπως τρομερός ήταν κι ο ίδιος. Σαν κεραυνός πέφτει πάνω στο τουρκικό στρατόπεδο της Τζίνας και το διαλύει. Και χωρίς καθυστέρηση συνεχίζει την προέλασή του, καταλαμβάνει τον ορεινό όγκο Σαπουντζά Νταγ και κάνει μια κυκλωτική κίνηση προς Δυσμάς, στρέφει προς Βορρά κι επιστρέφει στις γραμμές μας από την κατεύθυνση των Σωκίων. Στο πέρασμα του —γιατί να το κρύψει κανείς;— τίποτε δεν μένει όρθιο. Όποιο χωριό τουρκικό τολμά ν’ αντισταθεί, καταστρέφεται, οι αντάρτικες ομάδες, που προσπαθούν να τον αναχαιτίσουν, συντρίβονται. Σπείρει τον τρόμο, τον πανικό στους Τούρκους, προκαλεί ακόμη και το δέος των δικών μας. Κι ο συνταγματάρχης Σταυριανόπουλος εξομολογείται σε Μικρασιάτη δημοσιογράφο:

«Μπαίνοντας στον σιδηροδρομικό σταθμό του Ντεμερτζίκ, είδα μερικούς Τούρκους συγκεντρωμένους. Αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Πίστευα ότι από εκεί που πέρασε ο Κονδύλης δεν είχε μείνει Τούρκος, ούτε για δείγμα».

*Ο ευρυτάνας στρατιωτικός και πολιτικός Γεώργιος Κονδύλης απεβίωσε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 1936, σε ηλικία 57 ετών.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο