Η σημερινή επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάικ Πομπέο, στη χώρα μας, όπως άλλωστε και ανάλογες επισκέψεις υψηλόβαθμων αμερικανών αξιωματούχων κατά το πρόσφατο ή και το απώτερο παρελθόν, αποτελεί μια καλή αφορμή για να προβεί κανείς σε μια ανασκόπηση και επαναξιολόγηση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων.

Χωρίς αμφιβολία, οι σχέσεις αυτές γνώρισαν στο διάβα του χρόνου πολλές διακυμάνσεις, γεγονός που έμελλε να επηρεάσει σε καθοριστικό βαθμό όχι μόνο την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας αλλά και το γενικότερο πολιτικό κλίμα στην πατρίδα μας, με τη διαμάχη μεταξύ των υποστηρικτών και των ιδεολογικών αντιπάλων των ΗΠΑ να προσλαμβάνει συχνά-πυκνά άκρως πολωτικό και διχαστικό χαρακτήρα.

Ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια των μεταπολεμικών ελληνοαμερικανικών σχέσεων, αλλά και ταυτόχρονα ένας από τους κυριότερους λόγους οξείας αντιπαράθεσης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων στη χώρα μας, υπήρξε το περίφημο Σχέδιο Μάρσαλ (Πρόγραμμα Ευρωπαϊκής Ανόρθωσης ήταν ο επίσημος τίτλος του).

Η παροχή εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων από τις ΗΠΑ προς την Ελλάδα στο πλαίσιο του Σχεδίου Μάρσαλ αποσκοπούσε στην ανοικοδόμηση της χώρας και τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής γεωργίας και βιομηχανίας.

Η βοήθεια αυτή ήταν τμήμα ενός γιγαντιαίου οικονομικού πακέτου που χορήγησαν οι ΗΠΑ σε δεκαέξι ευρωπαϊκές χώρες κατά τα έτη 1948-1952, προκειμένου να υποστηρίξουν τη δημιουργία μιας ισχυρής και οικονομικά ανθηρής Δυτικής Ευρώπης, που θα αποτελούσε ανάχωμα στη σοβιετική επέκταση προς δυσμάς και θα μπορούσε παράλληλα να απορροφήσει τα εξαγόμενα αμερικανικά προϊόντα, βιομηχανικά και γεωργικά.

Μέσω του Σχεδίου Μάρσαλ, που πρέπει να ιδωθεί ως ένα σημαντικό επεισόδιο του Ψυχρού Πολέμου, οι ΗΠΑ επιχείρησαν αφενός να συντελέσουν στην ανόρθωση των ευρωπαϊκών οικονομιών και αφετέρου να διαδώσουν την κουλτούρα τους και τον αμερικανικό τρόπο ζωής στο εξωτερικό.

Ως γνωστόν, η αντικειμενική –στο μέτρο του δυνατού– αποτίμηση των ιστορικών γεγονότων είναι ένα έργο εκ προοιμίου και εξ ορισμού δυσχερές.

Το έργο τούτο καθίσταται δυσχερέστερο όταν τα γεγονότα αυτά συνυφαίνονται με αντικρουόμενα οικονομικά συμφέροντα, αντίπαλα ιδεολογικά στρατόπεδα και, προπάντων, εμφύλιες διαμάχες.

Έτσι συνέβη και με το Σχέδιο Μάρσαλ στη χώρα μας, που για ορισμένους υπήρξε ευλογία και για κάποιους άλλους κατάρα.

Τούτου δοθέντος, έκρινα σκόπιμο να εκθέσω στο παρόν άρθρο τις απόψεις ενός ανθρώπου που όχι μόνο είχε προσωπική ανάμειξη στα γεγονότα εκείνης της περιόδου, αλλά και δε μασούσε τα λόγια του, δε φορούσε παρωπίδες και δεν είχε ιδεολογικές αγκυλώσεις.

Ηγετικό στέλεχος της αμερικανικής οικονομικής αποστολής που υλοποίησε το Σχέδιο Μάρσαλ στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του ’50, ο Τζέιμς Γουόρεν είχε παραχωρήσει συνέντευξη στον Αθανάσιο Έλις και την «Καθημερινή», στις 17 Ιουνίου 2007.

Ο 80χρονος τότε Γουόρεν, λάτρης της Ελλάδας και γνώστης της ελληνικής γλώσσας, είχε δηλώσει πικραμένος από την «παραποίηση της ιστορίας από τους περισσότερους έλληνες ακαδημαϊκούς, που γράφουν με βάση τα ιδεολογικά πιστεύω τους και όχι την αντικειμενική έρευνα και γνώση».

Ως υπεύθυνος όλων των εισαγωγών στην Ελλάδα, ο Γουόρεν ισχυρίστηκε ότι το σχέδιο που εξήγγειλε τον Ιούνιο του 1947 ο τότε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Τζορτζ Μάρσαλ, έβγαλε την Ελλάδα από την εξαθλίωση και έθεσε τα θεμέλια για μια ταχεία οικονομική ανάπτυξη, που επέτρεψε στη χώρα να ενσωματωθεί στην ενιαία Ευρώπη.

Ακολουθούν ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα της πολύ ενδιαφέρουσας αυτής συνέντευξης:

Δυστυχώς, έχει επικρατήσει ένα μονοπώλιο από εκπροσώπους μιας ομάδας που ονομάζω «η επανάσταση που χάθηκε», οι οποίοι θεωρούν ότι έχουν το δικαίωμα να ξαναγράφουν την ιστορία όπως τη βλέπουν αυτοί. Αν είσαι ένας ανεξάρτητος νεαρός ακαδημαϊκός που θέλει να διοριστεί στο ελληνικό πανεπιστήμιο, είσαι αναγκασμένος να επαναλαμβάνεις τα ψέματά τους, αλλιώς είσαι καταδικασμένος. Δυστυχώς, στην Ελλάδα η πραγματική και σε βάθος ακαδημαϊκή έρευνα γύρω από την περίοδο εκείνη είναι πολύ φτωχή. Ό,τι έχει γραφτεί προέρχεται από τους ιδεολογικούς υποστηρικτές της «επανάστασης που χάθηκε». Είναι μια συνεχής και επίπονη προσπάθεια ανάδειξης των σφαλμάτων που έγιναν, και έγιναν μερικά, και πιεστικής υποβάθμισης της σημασίας του σχεδίου, για το οποίο δεν χρειάζεται να απαντήσω εγώ, αρκεί όλοι να κοιτάξουν την Ελλάδα του 1947 και στη συνέχεια την Ελλάδα του 1954, και θα διαπιστώσουν μια απίστευτη διαφορά.

[…] Η Ελλάδα βγήκε από τον πόλεμο κατεστραμμένη. Το 1948 η Ελλάδα χρειαζόταν εισαγωγές αξίας 480 εκατομμυρίων δολαρίων για τροφή, καύσιμα και τις βασικές λειτουργίες της οικονομίας, αλλά είχε τη δυνατότητα απορρόφησης μόλις 150 εκατομμυρίων. Τα τραπεζικά αποθέματα ήταν σχεδόν ανύπαρκτα. Οι άνθρωποι έδιναν μάχη να επιβιώσουν.

[Οι έλληνες πολιτικοί] ήταν σαν να χορεύουν στο κατάστρωμα ενός βυθιζόμενου πλοίου. Εθελοτυφλούσαν και απέφευγαν τη λήψη των αναγκαίων αποφάσεων. Έδειχναν να μην ξέρουν τι να κάνουν. Και φυσικά υπήρχε διαφθορά και εκμετάλλευση των απλών ανθρώπων.

Όταν ήρθε η αμερικανική αποστολή, γνώριζε ότι για να σωθεί η χώρα χρειάζονταν σκληρά μέτρα. Κατέληξαν με την κυβέρνηση Τσαλδάρη σε μια πολύ αυστηρή συμφωνία, πολλές πτυχές της οποίας αποτελούσαν σαφή παρέμβαση στα εσωτερικά της Ελλάδας. Μπορεί κάλλιστα να πει κανείς ότι επρόκειτο όχι για απλή παρέμβαση, αλλά για επέμβαση στην εθνική κυριαρχία της χώρας. Προσωπικά πιστεύω ότι επρόκειτο για μια πολύ έξυπνη και επιτυχή κίνηση από την πλευρά των ελλήνων ιθυνόντων. Ήταν μια μικρή ομάδα ελλήνων πατριωτών –και δεν χρησιμοποιώ τη λέξη τυχαία– που τόλμησαν να κάνουν βήματα που θα απέτρεπαν την καταστροφή της χώρας τους, η οποία κινδύνευε να εξελιχθεί σε Αλβανία ή Βουλγαρία. Η επιτυχία ήταν ότι έφεραν τους Αμερικανούς όχι απλώς ως συμβούλους, αλλά ως ελεγκτές και υπευθύνους των αποφάσεων. Για τα επόμενα χρόνια η Ελλάδα έπρεπε να καταπιεί την περηφάνια της και να αποδεχθεί ευρείες παρεμβάσεις. Αυτό ήταν το πνεύμα της συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών.

[…] Και χρειάζονταν δραστικά μέτρα, που θα χτυπούσαν το κακό στη ρίζα του. Αυτό σήμαινε αποκατάσταση τηλεπικοινωνιών, δημιουργία ενιαίου συστήματος παραγωγής και παροχής ηλεκτρικής ενέργειας που θα προερχόταν από ελληνικές πηγές, δίκτυο μεταφορών μέσω σιδηροδρόμων, οδικών αρτηριών, γεφυρών, λιμανιών.

Το δεύτερο κύμα επενδύσεων αφορούσε τη γεωργία. Στόχος ήταν η αλματώδης αύξηση της οικονομικής πίτας, όχι απλώς η αναδιανομή της. Δεν υπήρχε ούτε ένας τομέας της ελληνικής οικονομίας που να μην επηρεάστηκε από το Σχέδιο Μάρσαλ. Ακόμη και ο φορολογικός κώδικας έπρεπε να γίνει λιγότερο άδικος. Μεγάλη μάχη, που ήταν επιτυχής, δόθηκε στον τομέα της υγείας. Εξαλείφθηκε η ελονοσία, σημειώθηκε δραστική μείωση των περιστατικών φυματίωσης, πνευμονίας και τύφου.

[Οι Αμερικανοί ήθελαν να λύσουν τα προβλήματα των Ελλήνων] επειδή η Ελλάδα βρισκόταν σε ένα στρατηγικό σημείο. Και παρέμενε στρατηγικά σημαντική έως το 1989, όταν κατέρρευσε η Σοβιετική Ενωση.

Η [αμερικανική] κοινή γνώμη είχε πολύ μεγάλη σημασία για την υλοποίηση του Σχεδίου Μάρσαλ, που διήρκεσε τέσσερα χρόνια. Ήταν ένα τεράστιο πρόγραμμα. Εάν μεταφράσουμε τα ποσά στη σημερινή τους αξία, το σχέδιο Μάρσαλ για την Ευρώπη ήταν ύψους 130 δισ. δολαρίων, από τα οποία τα 20 δισ. αφορούσαν την Ελλάδα. Αν προσθέσουμε και τη στρατιωτική βοήθεια, που δεν περιλαμβανόταν στο σχέδιο Μάρσαλ, ήταν άλλα 10 δισ. Μιλάμε για συνολική βοήθεια 30 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε σημερινές τιμές. Αν για την Ευρώπη ήταν ένα πολύ χρήσιμο πρόγραμμα, για την Ελλάδα ήταν καθοριστικό.

Νομίζω ότι οι Αμερικανοί παρενέβησαν υπερβολικά στα εσωτερικά της Ελλάδας. Έμειναν περισσότερο και έκαναν επεμβάσεις, όχι απλώς παρεμβάσεις. Θα έλεγα ότι αρκετές φορές λειτουργούσαν ως ταύρος εν υαλοπωλείω. Όμως από την άλλη, αν είμαστε δίκαιοι, πρέπει να δούμε τα αποτελέσματα. Μέσα σε επτά χρόνια άλλαξε ριζικά η δομή της ελληνικής οικονομίας. Από τη σχεδόν μηδενική παραγωγική δυνατότητα φθάσαμε σε μια οικονομία που άρχισε να παράγει και να εξάγει. Η εισροή συναλλάγματος αυξήθηκε από 150 εκατ. δολάρια σε 300 εκατ.

Είμαι βέβαιος ότι υπήρξε διασπάθιση της οικονομικής βοήθειας. Γνωρίζετε ότι η Ελλάδα ήταν προσηλωμένη στον κρατισμό. Αλλά η Ελλάδα είναι σήμερα μια τελείως διαφορετική χώρα, και αυτή η διαφορά άρχισε με το Σχέδιο Μάρσαλ.

[…] Η στρατηγική μας ήταν να δημιουργήσουμε μια ενιαία Ευρώπη, μέρος της οποίας θα ήταν και η Ελλάδα. Όταν πήγα στην Ελλάδα το ’50, στους δρόμους έβλεπες μόνο «Σεβρολέτ». Όταν έφυγα, το ’55, υπήρχαν παντού «Βόλβο» και «Σιτροέν».

Νομίζω ότι [η αμφιλεγόμενη στάση αρκετών Ελλήνων έναντι του Σχεδίου Μάρσαλ] οφείλεται σε γεγονότα άσχετα προς το Σχέδιο Μάρσαλ, όπως στην πολιτική των ίσων αποστάσεων που τήρησε η Αμερική στο πογκρόμ της Κωνσταντινούπολης το ’55 και στο Κυπριακό. Μέχρι τότε ήμασταν στη συνείδηση του κόσμου η χώρα που έσωσε την Ελλάδα, και ξαφνικά στο μυαλό πολλών μετατραπήκαμε σε αντίπαλο.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο