Οι διεθνολόγοι που παρακολουθούν τις εξελίξεις στην πολυετή διένεξη Αθήνας – Σκοπίων, έως τη Συμφωνία των Πρεσπών, έχουν καταλήξει ότι η δεκαετία του ’90 χάθηκε με ευθύνη της Ελλάδας και η πρώτη δεκαετία του 2000 με ευθύνη του Νίκολα Γκρούεφσκι. Με την ψυχρή ματιά που μπορεί να επιτρέψει η παρέλευση σχεδόν τριών δεκαετιών, το Σκοπιανό ή Μακεδονικό (για όσους θέλουν να κινούνται στις ράγες της πολιτικής και ιστορικής ορθότητας) θα μπορούσε όντως να είχε επιλυθεί από το ξεκίνημα και να μην κακοφορμίζει επί χρόνια – πιέζοντας κυρίως την ελληνική διπλωματία.

Ο Κώστας Μητσοτάκης και ο Κίρο Γκλιγκόροφ ήταν το πρώτο ηγετικό δίδυμο που διαχειρίστηκε τη σύγκρουση και, παρά τις προθέσεις να καταλήξουν σε έναν συμβιβασμό, ήταν εκείνοι που συνυπέγραψαν το αδιέξοδο. Κατά τον Μητσοτάκη, ο Γκλιγκόροφ ήταν ένας σοβαρός και λογικός πολιτικός και η Αθήνα θα έπρεπε να εκμεταλλευθεί το γεγονός ότι είχε απέναντί της έναν αξιόπιστο συνομιλητή. Ο πρώτος πρόεδρος του βόρειου γείτονα δεν είχε πρωτοστατήσει μόνο για την αυτονομία και την αναγνώριση της χώρας του, αλλά αναδείκνυε και τα σλαβικά χαρακτηριστικά του λαού του. Παρά τις δύο προεδρικές θητείες του, οι δικοί του «μακεδονομάχοι» τον αντιμετώπισαν ως προδότη – είχε γίνει, άλλωστε, στόχος ακόμη και βομβιστικής επίθεσης εθνικιστικών κύκλων, με αποτέλεσμα να χάσει την όραση από το δεξί μάτι του. Οι θέσεις του Γκλιγκόροφ ήταν ένα ακόμη στοιχείο που θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί η Αθήνα, αλλά οι δίαυλοι κόπηκαν μπροστά στα εκατέρωθεν οχυρωματικά έργα. Οι διάδοχοι του Γκλιγκόροφ επένδυσαν στον Μέγα Αλέξανδρο…

Για πολλούς, η μεγάλη χαμένη ευκαιρία περνούσε μέσα από το λεγόμενο «πακέτο Πινέιρο» και χάθηκε τον Απρίλιο του 1992. Το «Νοβαματσεντόνια» που πρότεινε ο τότε πορτογάλος υπουργός Εξωτερικών, ως προεδρεύων στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων, ακούγεται προφανώς καλύτερα από το «Βόρεια Μακεδονία». Αλλά και στην περίπτωση αυτή απλώς επιβεβαιώθηκε ο κανόνας ότι μια συμφωνία ή μια λύση που «ναυαγεί» σήμερα δεν θα γίνει καλύτερη αύριο. Μπορούν να διαβεβαιώσουν γι’ αυτό και στη Λευκωσία, πεπεισμένοι πλέον ότι δεν θα έρθει ποτέ κάτι καλύτερο από το σχέδιο Ανάν. Οπως μπορούν να το διαβεβαιώσουν και όσοι τορπίλισαν την πρόταση Γιαννίτση για το Ασφαλιστικό. Εάν το 2001 είχε αναληφθεί το πολιτικό κόστος για να προχωρήσει αυτή η μεταρρύθμιση, πολλά ασφαλιστικά δικαιώματα που εξανεμίστηκαν από τις μνημονιακές ρήτρες μπορεί να είχαν διασωθεί.

Η συζήτηση για το Μακεδονικό και τις προοπτικές της Συμφωνίας των Πρεσπών επανήλθε τις τελευταίες ημέρες λόγω της επίσκεψης του Ζόραν Ζάεφ στην Αθήνα. Στο γεύμα με τον Μητσοτάκη και στο ραντεβού με τον Τσίπρα, ο πρωθυπουργός της Βόρειας Μακεδονίας κινήθηκε με τη βεβαιότητα ότι η νέα κατάσταση παγιώνεται και ουδείς – και στις δύο πλευρές των κοινών συνόρων – δεν πρόκειται να αμφισβητήσει τα συμφωνηθέντα. Παρά τις κομματικές σκοπιμότητες και το νέο πολιτικό σκηνικό που έχει διαμορφωθεί από το καλοκαίρι του 2019 στην Ελλάδα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη δείχνει πλέον αποφασισμένη να λειτουργήσει ως θεματοφύλακας όσων έχουν συμφωνηθεί, παρακάμπτοντας και τους εσωτερικούς αμφισβητίες. Ο δρόμος της λογικής που υποδεικνύει ο Κυριάκος Μητσοτάκης οδηγεί μόνο σε αυτή την κατεύθυνση. Ο Ζάεφ, μάλιστα, δείχνει να είναι εκείνη η περίπτωση πολιτικού που η Αθήνα έχει συμφέρον να στηρίξει.

Την ίδια ώρα, παρά τους σχεδιασμούς της Κουμουνδούρου για μεταχρονολογημένο αντιπολιτευτικό ροκ με φόντο τις Πρέσπες, είναι προφανές ότι η Συμφωνία αποτελεί μια επένδυση του Αλέξη Τσίπρα και για το μέλλον. Οσο και αν θεωρούν στον ΣΥΡΙΖΑ ότι η Βόρεια Μακεδονία έχει την ευθύνη της για την εκλογική ήττα του 2019, το πιθανότερο είναι ότι οι Πρέσπες συγκράτησαν απώλειες. Η επιστροφή στην αντιπολίτευση οφείλεται σε άλλες «αμαρτίες». Τρεις δεκαετίες εθνικής φαγούρας για αυτό το ζήτημα είναι αρκετές.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in. gr