Αλώβητη, με σταθερό το προβάδισμα από τον ΣΥΡΙΖΑ γύρω στις 20 ποσοστιαίες μονάδες και με θετική αξιολόγηση από την πλειοψηφία των πολιτών για τις πολιτικές της στα κυριότερα μέτωπα (κοροναϊός, Ελληνοτουρκικά, οικονομία), εξακολουθεί να είναι η κυβέρνηση, μήνες μετά την εκδήλωση της πανδημίας και εν όψει ενός πολύ δύσκολου χειμώνα, όπως φαίνεται.

Περισσότεροι από 6 στους 10 πολίτες (62,5%) εμπιστεύονται τους χειρισμούς της κυβέρνησης συνολικά, κάτι που αποτυπώνεται τόσο στην πρόθεση ψήφου (σταθερά στο 40% η ΝΔ) όσο και στην απήχηση του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη (με θετική γνώμη σχεδόν δύο στους τρεις πολίτες – 63,6%).

Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση που διενήργησε η εταιρεία Marc και την οποία δημοσιεύει σήμερα το «ΘΕΜΑ», η ΝΔ διατηρεί την πολιτική της υπεροχή και εξαιτίας της ανυπαρξίας ουσιαστικά αξιωματικής αντιπολίτευσης, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ χάνει διαρκώς έδαφος, απογοητεύοντας τους πολίτες, ενώ το ΚΙΝΑΛ φαίνεται να έχει μικρό κέρδος.

Πρόθεση ψήφου

Η δημοσκόπηση της Marc επιβεβαιώνει την ανθεκτικότητα της πολιτικής επιρροής της Ν.Δ. στα επίπεδα του 40%. Γύρω από αυτό το ποσοστό κινείται σταθερά από τις εκλογές του Ιουλίου του 2019, με μικρές αυξομειώσεις (38,3% τον Φεβρουάριο του 2020 το χαμηλότερο, 43,6% τον περασμένο Απρίλιο το υψηλότερο ποσοστό). Με το 40,1% που καταγράφει τώρα διατηρεί μία από τις μεγαλύτερες διαφορές από τον ΣΥΡΙΖΑ το τελευταίο 14μηνο. Και αυτό γιατί το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης πέφτει για πρώτη φορά κάτω από το ψυχολογικό όριο του 20%, στο 19,85%, με τη μεταξύ τους διαφορά στις 20,3 μονάδες! Από τον Δεκέμβριο του 2019, όταν ήταν στο 25,5%, ο ΣΥΡΙΖΑ καταγράφει διαρκώς μείωση των δυνάμεών του.

Το ΚΙΝΑΛ είναι όλο και πιο καθαρά τρίτο κόμμα στις έρευνες της Marc, καθώς αυξάνει τη διαφορά του από το ΚΚΕ. Πλέον είναι στο 6,4%, από το 5,7% τον Ιούλιο. Το ΚΚΕ είναι στο 5,1% από 5%, η Ελληνική Λύση του κ. Κυριάκου Βελόπουλου πιέζεται στο 3% (από 3,4%), μάλλον αδύναμη να κάνει ζημιά από τα δεξιά στη Ν.Δ., ενώ το ΜέΡΑ25 του Γιάνη Βαρουφάκη περιορίζεται στο 1,5%, από το 1,9%, που κατέγραφε τον Ιούλιο.

Το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ

Δεκατέσσερις μήνες μετά τις εκλογές η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο δεν δείχνει το παραμικρό σημάδι ανάκαμψης από τη μεγάλη εκλογική ήττα, αλλά μοιάζει ολοένα πιο προβληματική. Ουσιαστικά, αντί να φθείρεται η κυβέρνηση, υπάρχει το φαινόμενο να φθείρεται η αξιωματική αντιπολίτευση. Και μάλιστα σε μια περίοδο όπου οι δοκιμασίες για τη χώρα είναι τεράστιες και οι προκλήσεις για την κυβέρνηση ιδιαίτερα δύσκολες. Το ποσοστό στην πρόθεση ψήφου (μόλις στο 19,8%) είναι προφανώς η κορυφή του παγόβουνου.

Μόλις το 20% των πολιτών επικροτεί την αντιπολιτευτική τακτική του ΣΥΡΙΖΑ, με το 77,1% να την αξιολογεί αρνητικά. Το πρόβλημα βρίσκεται στην ίδια τη βάση του κόμματος, καθώς μόνο το 45,9% των ψηφοφόρων του δηλώνει ικανοποιημένο, ενώ το 51,1% είναι απογοητευμένο.

Ο Αλέξης Τσίπρας μετά βίας διατηρεί «θετικές» ή «μάλλον θετικές» γνώμες σε ποσοστό 31,1% – το μόνο πεδίο που κάπως προσεγγίζεται το εκλογικό ποσοστό του Ιουλίου 2012. Ωστόσο το 26,1% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ έχει αρνητική άποψη για εκείνον, κάτι που δείχνει και την αμφισβήτηση που υπάρχει για τις επιλογές του προέδρου του κόμματος.

Και μόνο το γεγονός ότι μόλις 11% των ερωτηθέντων λέει ότι τα πράγματα θα ήταν καλύτερα με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δείχνει την αδυναμία του κόμματος να εμφανιστεί ως αξιόπιστη εναλλακτική λύση. Το ποσοστό αυτό τον Οκτώβριο του 2019 ήταν υπερδιπλάσιο, στο 23%, όπερ σημαίνει ότι η όποια θετική αίσθηση για την πενταετία της Αριστεράς εξανεμίζεται σιγά-σιγά.

Η πολιτική του κ. Μητσοτάκη διεισδύει μάλιστα και στην εκλογική βάση του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς το 35,6% των ψηφοφόρων αξιολογεί θετικά την κυβέρνηση και 39% τον ίδιο τον πρωθυπουργό! Λογικό και αναμενόμενο λοιπόν το εύρημα σύμφωνα με το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ χάνει έναν στους οκτώ ψηφοφόρους (12,9%) προς τη ΝΔ.

Τα Ελληνοτουρκικά

Στην πανδημία προστέθηκε το τελευταίο δίμηνο και ο πονοκέφαλος των ελληνοτουρκικών προκλήσεων, ιδιαίτερα με την κλιμάκωση από πλευράς Τουρκίας μέσω των επιθετικών δηλώσεων, αλλά κυρίως των ερευνών που κάνει το «Oruc Reis» στην Ανατολική Μεσόγειο. Η κυβέρνηση δείχνει ανθεκτικότητα και σε αυτό το κομμάτι, παρότι πολλοί χειρισμοί βρέθηκαν στο επίκεντρο σκληρής κριτικής από την αντιπολίτευση.

Οι χειρισμοί της κρίνονται θετικοί από το 59,6% έναντι αρνητικών απόψεων του 35%. Το 43,7% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ και το 74,3% εκείνων του ΚΙΝΑΛ στέκονται θετικά απέναντι στην κυβέρνηση στο θέμα αυτό, ενώ στην εκλογική βάση της ΝΔ οι θετικές απόψεις είναι 82,6%.

Η κυβέρνηση φαίνεται να έχει εξασφαλίσει εμμέσως και μια συναίνεση για τη στάση της να μην απαντήσει με κλιμάκωση της έντασης απέναντι στην Τουρκία, αλλά να επιμείνει κυρίως στον διπλωματικό δρόμο. Το 59,3% ζητά επιμονή στον διάλογο για να αποκλιμακωθεί η ένταση, ενώ «πιο σκληρή στάση, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει στρατιωτική εμπλοκή» ζητά το 38,1%. Οι τέσσερις βασικές πολιτικές δυνάμεις της χώρας (ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΙΝΑΛ, ΚΚΕ) είναι υπέρ του διαλόγου, με τις εκλογικές βάσεις των δύο πρώτων κομμάτων να έχουν ταυτόσημη προσέγγιση.

Υπό αυτή την έννοια και τουλάχιστον στην παρούσα φάση η κυβέρνηση και ο κ. Μητσοτάκης προσπερνούν με θετικό πρόσημο και χωρίς απώλειες το συγκεκριμένο πρόβλημα.

Η πανδημία

Μικρή υποχώρηση στη θετική αξιολόγηση σημειώνει η κυβέρνηση στο διπλό μέτωπο της πανδημίας (υγειονομικό – οικονομικό), ωστόσο χαίρει ακόμα μεγάλης αποδοχής. Το 73,1% (από 81,8%) την κρίνει θετικά για την αντιμετώπιση της πανδημίας έναντι 25,5% αρνητικών γνωμών. Ποσοστό 58,6% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ και 87,1% των αντίστοιχων του ΚΙΝΑΛ είναι επίσης θετικά διακείμενοι.

Ανάλογη μικρή υποχώρηση έχει η κυβέρνηση και στο θέμα της αντιμετώπισης των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας, με την πλειοψηφία πάντως να είναι θετική: θετικά και μάλλον θετικά την κρίνει το 50,3% (από 55,1% τον Ιούλιο), ενώ αρνητικά και μάλλον αρνητικά το 44,5% (από 41,1% τον Ιούλιο).

Ενας στους τρεις ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ είναι θετικά διακείμενος απέναντι στα μέτρα της κυβέρνησης, όπως και έξι στους δέκα ψηφοφόρους του ΚΙΝΑΛ.

Αξιοσημείωτο είναι ότι οι κυβερνητικές παρεμβάσεις επικροτούνται από τους δημόσιους υπαλλήλους και τους συνταξιούχους, αλλά έχουν αρνητικό πρόσημο στους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους ανέργους.

Με το άνοιγμα των σχολείων, πάντως, υπάρχει μπέρδεμα στην κοινή γνώμη. Σε ποσοστό 56,5% οι πολίτες κρίνουν θετικά τις αποφάσεις και τους χειρισμούς της κυβέρνησης για το συγκεκριμένο θέμα, αλλά ένα 36,6%, διάκειται αρνητικά, με τις εκλογικές βάσεις του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ να είναι οι πιο απορριπτικές.

Υπέρ της χρήσης μάσκας στα σχολεία δηλώνει το 66,1%, ενώ ποσοστό 28,5% διαφωνεί – ποσοστό αρκετά μεγάλο για να είναι κανείς βέβαιος ότι θα λειτουργήσουν ομαλά όλα τα σχολεία από τη Δευτέρα.

Η πιο «φανατική» εκλογική βάση υπέρ της μάσκας στα σχολεία είναι εκείνη του ΚΙΝ.ΑΛ., με ποσοστό 88,1%.

Στην αξιολόγηση των μέτρων που λαμβάνει η κυβέρνηση για την αντιμετώπιση της πανδημίας ένα ποσοστό 43% συμφωνεί, ενώ το 33,9% ζητά ακόμη πιο αυστηρή αντιμετώπιση. Στον αντίποδα, το 17,1% των ερωτηθέντων πιστεύει ότι τα μέτρα είναι υπερβολικά αυστηρά.

Στην έρευνα καταγράφεται και ένα ποσοστό 23,9% που θεωρεί ότι ο κοροναϊός δεν είναι πιο επικίνδυνος από μια απλή γρίπη, ενώ ένα ποσοστό 1,2% πιστεύει ότι ο ιός δεν υπάρχει καν.

Με το εμβόλιο, όμως, τα πράγματα είναι περίπλοκα και μάλλον αρνητικά προς το παρόν. Μόλις το 44,6% δηλώνει ότι θα κάνει το εμβόλιο όταν είναι έτοιμο σε μερικούς μήνες, ένα 26,9% λέει ότι δεν θα το κάνει, ενώ επιφυλάξεις έχει το 28,5% των ερωτηθέντων – δηλαδή υπάρχει ακόμα πολύς δρόμος για τη συγκεκριμένη διαδικασία.

Γράψτε το σχόλιό σας