Κάθε εποχή καυχάται ή αισχύνεται για τη δική της «αθωότητα» και παρακολουθεί συνήθως εμβρόντητη το δικό της «τέλος». Εάν εξαιρέσουμε τις πολεμικές περιόδους, όπου τα όρια ανάμεσα στους ενηλίκους και τους ανηλίκους καταργούνται βάναυσα (για τι σόι «αθωότητα» να μιλήσεις σε ένα παιδί ή σε έναν έφηβο που έχει βιώσει τις ζοφερές ακρότητες του πολέμου;), τα χρόνια της αθωότητας ταυτίζονται με τη νεαρή μας ηλικία και το τέλος της με την λιγότερο ή περισσότερο δύσκολη προσαρμογή μας στον κόσμο όσων υποτίθεται πως έχει «πήξει το μυαλό» τους.

Η πλοκή του ομότιτλου μυθιστορήματος της Ιντιθ Γουόρτον (1862-1937) τοποθετείται στη Νέα Υόρκη κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1870 και, μολονότι γράφτηκε κι εκδόθηκε πενήντα χρόνια αργότερα, το ηθικό δίλημμα που ταλανίζει τον κεντρικό της ήρωα δεν ακούγεται ξεπερασμένο το 1920: διαλύεις τον αρραβώνα σου με την τόση όμορφη αλλά και τόσο naive κοπέλα με την οποία έχεις λογοδοθεί και ακολουθείς τη φωνή της καρδιάς σου ή δεν υποκύπτεις στον πειρασμό της ανεξάρτητης και συναρπαστικής, πλην – αλίμονο! – παντρεμένης, νέας γυναίκας που εισέβαλε απροσδόκητα στη ζωή σου; Πείτε μου με ποιον από τους όρους του ανωτέρω διλήμματος δεν θα έβαζε τα γέλια ένας νεαρός σήμερα.

Και όμως. Ο,τι φαινόταν «βασανιστικό» το 1870, φαινόταν «βασανιστικό» και το 1970. Οχι απαραίτητα και το 2020. Η απόσταση που διανύσαμε σε ζητήματα ηθικής και δεοντολογίας τον τελευταίο μισόν αιώνα αναλογεί στην απόσταση δέκα περασμένων αιώνων και βάλε. Ουσιαστικά δεν επαναπροσδιορίσαμε την έννοια της «αθωότητας» · την κονιορτοποιήσαμε. Ή μήπως όχι;

Το 1970 ήμουν δέκα χρονών. Μάζευα τα «χαρτάκια» από τις γκοφρέτες – κάρτες ποδοσφαιριστών, ηθοποιών ή τραγουδιστών – και τα αντάλλασσα με τους συμμαθητές μου· όποτε γέμιζα ένα άλμπουμ, το έβαζα στην άκρη και ξεκινούσα το επόμενο. Είχα την αόριστη αίσθηση ότι ζούσαμε υπό στρατιωτικό καθεστώς, αλλά δεν καταλάβαινα σε τι ακριβώς διαφέρει από τον κοινοβουλευτισμό, διότι το οικογενειακό μου περιβάλλον ήταν μάλλον απολιτικό και δεν διέθετα απόθεμα από πολιτικές αναμνήσεις πριν καταλυθεί η δημοκρατία. Ωστόσο, μόλις ένα χρόνο νωρίτερα, είχα λάβει μέρος (δίχως προσωπικά να αντιλαμβάνομαι ότι… λαμβάνω μέρος) σε μία από τις πιο γνωστές «καζούρες» εναντίον της δικτατορίας. Ηταν στο Καλλιμάρμαρο Παναθηναϊκό Στάδιο, όπου εορτάστηκε – για τελευταία φορά, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων – η Πολεμική Αρετή των Ελλήνων. Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος προσπαθούσε εις μάτην να εκφωνήσει λόγο κι εμείς τον εμποδίζαμε χειροκροτώντας τον ασταμάτητα. Είχαμε συνείδηση ότι τον… εμποδίζαμε; Κάποιοι, σίγουρα· οι περισσότεροι, αμφιβάλλω. Παρασυρμένοι από τη δυναμική της ίδιας της «καζούρας», δεν κατανοούσαμε πού τελειώνει η «πλάκα» και πού αρχίζει το «μποϊκοτάζ». Αυτή είναι και η ομορφιά της «αθωότητας». Σπανίως ο «αθώος» έχει επίγνωση των πράξεών του και, ιδίως, των συνεπειών τους.

Από τα «χαρτάκια» των αστέρων που μαζεύαμε εμείς στα παιδικά μας χρόνια έως την εφαρμογή TikTok που εγκατέστησαν τα δικά μας παιδιά στα κινητά τους, η «αθωότητα» μετήλθε αμέτρητες άλλες σαχλαμαρίτσες – κάρτες Πόκεμον, φατσούλες emoticon κ.ο.κ. -, αλλά από την «καζούρα» του Παπαδόπουλου στο Καλλιμάρμαρο έως το «χουνέρι» του Τραμπ στην Τάλσα, το χάσμα δεν δείχνει εξίσου κολοσσιαίο. Αναρωτιέμαι μήπως η ίδια η «αθωότητα» φέρει τον σπόρο του «τέλους» της, όπως κάθε μορφή «ζωής» φέρει και τον «θάνατό» της. Ο Γουίλιαμ Κέντρικ το είχε διατυπώσει καλύτερα: «Η δημιουργία μιας απαγορευμένης περιοχής αποτελεί από μόνη της την πιο τολμηρή πρόκληση για την καταπάτησή της». Και τι άλλο είναι η «αθωότητα» – θα προσθέταμε εμείς – από μια διαρκής και αναιδής «πρόκληση»;

Γράψτε το σχόλιο σας