Επιμέλεια: Ζωή Λιάκα

Ενός κακού μύρια έπονται, έγραφε ο Σοφοκλής τον 5ο αιώνα π.Χ. εξοπλίζοντας μας με μια κλασσική και πάντα έγκυρη πρόβλεψη. Η παράδοξη εμπειρία του κορωνoϊού, ήρθε αιφνίδια να ανατρέψει εκτός των άλλων και την σταθερότητα της υπεραιωνόβιας ψυχαναλυτικής συνθήκης. Η ψυχαναλυτική θεωρία είναι ζώσα: παρότι ή κι εξ αιτίας του ότι είναι δομικά στέρεη είναι ταυτόχρονα και εύπλαστη. Όπως είναι για παράδειγμα οι διαχρονικοί και αιωνόβιοι μύθοι σε πολλούς από τους οποίους έχει καταφύγει. Τούτων δοθέντων η τεχνική επιδέχεται τροποποιήσεις  εφόσον το πλαίσιο παραμένει σταθερό. Ήμουν και είμαι αρκετά σκεπτικός σε σχέση με την καταφυγή στην εξ αποστάσεως θεραπεία. Δεν θα αναφερθώ τώρα στους λόγους, υπερβαίνει την πρόθεση αυτού του κειμένου.

Ωστόσο πιστεύω ότι κανείς εξ ημών δεν είναι ιδιαίτερα ευτυχής όταν αλλάζει για οποιονδήποτε λόγο η φυσική τάξη των πραγμάτων. Εν προκειμένω όλοι γνωρίζουμε ποια είναι η φυσική τάξη που διέπει την επικοινωνία των ανθρώπων. Είναι η φυσική παρουσία και αν η ανάγκη το επιβάλλει, η εξ αποστάσεως.

Σε όλες τις μορφές της εξ αποστάσεως επικοινωνίας, η συνήθης αποχαιρετιστήρια ευχή είναι ‘’καλή αντάμωση’’.

Ασυνήθιστες μνήμες

Καθώς το τελευταίο διάστημα κι εγώ, όπως και πολλοί άλλοι συνάδελφοί μου, ‘’συναντώ’’ τους θεραπευόμενους και αναλυόμενούς μου μέσα σε μια οθόνη ή μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας, στο μυαλό μου έρχονται εικόνες και μνήμες ασυνήθιστες, επίμονες και έντονες.

Μνήμες από επικοινωνία με αγαπημένα πρόσωπα στο εξωτερικό, εικόνες από φυλακισμένους που ‘’συναντούν’’ τους δικούς τους πίσω από σίδερα ή προστατευτικά  γυάλινα προπετάσματα.

Συνθήκες δηλαδή υποχρεωτικής αποστασιοποίησης, δημιούργημα της ανάγκης ή του νόμου. Επίσης, θυμήθηκα τις καραντίνες που έμπαιναν οι ναυτικοί όταν επέστρεφαν στην πατρίδα τους, από κάποιο ταξίδι σε τόπο που υπήρχε λοιμός ή όταν έπασχαν από κάποια επικίνδυνη, μεταδοτική αρρώστια. Έρχονται στο νου μου εικόνες από τις εφημερίες  στα επείγοντα του ψυχιατρείου. Τους ασθενείς , αγριεμένους από το φόβο, που έρχονταν δεμένοι με χειροπέδες, συνοδεία αστυνομικών. Την ώρα της εξέτασης και το κρίσιμο ερώτημα από το όργανο της τάξης: ‘’γιατρέ να τον λύσω;’’ Και μετά από το διστακτικό ‘’ναι’’, η χαριστική βολή του αστυνομικού- ‘’ξέρεις γιατρέ τα έκανε λαμπόγυαλο πριν τον φέρουμε, μήπως να το ξανασκεφτείς’’. Τότε άφησέ το. Συνέντευξη με χειροπέδες και από ασφαλή απόσταση, αλλά κατόπιν υποδείξεως του οργάνου του νόμου.

Οι εικόνες και οι μνήμες γεννούν συναισθήματα και μετά σκέψεις. Για το τώρα. Και για το πώς βρέθηκα καθήμενος στην πολυθρόνα μου face to face με την οθόνη του υπολογιστή μου, να κάνω θεραπευτικές ή αναλυτικές συνεδρίες.

Κάποια στιγμή, κατά τα μέσα του Μάρτη, άρχισα να καταλαβαίνω ότι  θα έπρεπε να προστατευτώ από την επέλαση της  λοίμωξης. Μέσα μου άρχισε να μεγαλώνει ο φόβος για τη ζωή μου, τη ζωή των δικών μου και των θεραπευομένων μου, καθώς πίστευα ότι δεν θα μπορούσα να έχω έναν επαρκώς ασφαλή χώρο για αυτούς και για μένα.

Θα έπρεπε να σταματήσω λοιπόν να τους συναντώ; Όλους; Ίσως όχι. Ίσως να μπορούσα να ‘’κρατήσω’’ κάποιους. Ας πούμε τους λιγότερο επικίνδυνους. Τους πιο προσεκτικούς, τους λιγότερο επιπόλαιους, αυτούς που δεν συναντούν πολύ κόσμο, τους μοναχικούς,  αυτούς που δεν έρχονται χρησιμοποιώντας τα μέσα μαζικής μεταφοράς, που μένουν κοντά κι έρχονται με τα πόδια ή έστω, με το αυτοκίνητό τους, κι αυτούς που δεν έχουν μικρά παιδιά ή παιδιά στην εφηβεία. Αποκλείονται τελικά λίγο πολύ όλοι, εκτός από κάποιον σαν και μένα, που εκπληρώνω όλα αυτά τα κριτήρια στο έπακρο.

Βρέθηκα τελικά στην κατάσταση που περιέγραψα λίγο πριν. Όμως ένοιωθα ασφαλής και προστατευμένος. Από τον ιό. Ή μήπως από τον θεραπευόμενό μου; Διώχνω τη σκέψη. Ξανάρχεται επίμονα. Μου έρχονται εικόνες των γιατρών της εντατικής με τα σκάφανδρα. Η οθόνη είναι το δικό μας σκάφανδρο; Εμένα και του θεραπευόμενου εννοώ. Είναι άραγε αυτό, ένα διαφορετικό πλαίσιο που μας προστατεύει από αυτό που φοβόμαστε ότι θα μεταβιβάσουμε ο ένας στον άλλον; Ανακουφιστική σκέψη. Το πλαίσιο, που έχει μια κανονιστική λειτουργία, προστατεύει από τη μεταβίβαση*; Το πλαίσιο, που έχει μια κανονιστική λειτουργία, προστατεύει από την ‘’μολυσματική’’ μεταβίβαση;  Ακόμη κι αν αυτό που μεταβιβάζεται είναι θάνατος; Όχι μεν, αλλά αν ο θάνατος είναι πραγματικός θάνατος; Θάνατος θάνατος. Τότε ναι.

Δικαιώνομαι καθώς ανατρέχω στο μύθο του Περσέα και της Μέδουσας. Συνήθης καταφυγή όπως προείπα των ψυχαναλυτών. Η οθόνη του υπολογιστή μου, είναι λοιπόν η ασπίδα της Αθηνάς που λειτουργεί σαν κάτοπτρο και με προστατεύει από το βλέμμα του φονικού ιού. Του φονικού ιού ή του φονικού θεραπευόμενού μου; Φυσικά έχει κι αυτός την ασπίδα του. Η κατάσταση μου θυμίζει μεσαιωνική μονομαχία περισσότερο παρά ψυχοθεραπεία. Μάλλον ατυχής επιλογή μύθου. Ίσως και όχι. Θα δω.

Καχυποψία

Δηλαδή, εγώ και ο απέναντί μου, ο άνθρωπος που συναντούσα μέχρι τώρα και είχα δεσμευτεί ότι μπορώ να υποδεχτώ μέσα μου, οτιδήποτε μου προβάλει (μου αναθέτει ερήμην του), κυρίως κακά αντικείμενα, αβάσταχτα συναισθήματα, τραύματα και μετά να του τα επιστρέψω με τρόπο ασφαλή γι’ αυτόν, τώρα λειτουργούμε καχύποπτα και οι δύο θεωρώντας επικίνδυνο ο ένας τον άλλον; Κι αυτό νομιμοποιείται από έναν θεσμό που (ορθά) λέει ότι για να προστατευτούμε επιβάλλεται  κοινωνική απόσταση;

Σκέφτομαι ότι η στάση αυτή δεν επιβεβαιώνει τις αξίες του ψυχαναλυτικού πολιτισμού αλλά ούτε και τις αξίες της κοινωνικής συνύπαρξης. Τουναντίον μάλλον εμπίπτει στον «πολιτισμό» εκείνης της φράσης του σπουδαίου Goscinny που λέει δια στόματος ενός ξενόφοβου ήρωά του: ‘’δεν έχω τίποτα εναντίον των ξένων αρκεί να μένουν στον τόπο τους’’.  Εγώ σπίτι μου και σύ στο δικό σου.

Αυτές οι σκέψεις δημιουργούν μέσα μου μια έντονη σύγκρουση. Από τη μια, ως λογικός άνθρωπος, αντιλαμβάνομαι την αναγκαιότητα της κοινωνικής απόστασης ως την αναγκαία συνθήκη επιβίωσης εαυτών και αλλήλων. Από την άλλη, η κοινωνική και επαγγελματική μου ταυτότητα  έχουν δημιουργήσει μέσα μου ιδεώδη προτεραιότητες όπως την αποδοχή του άλλου, του διαφορετικού, της  σύνδεσης, του δεσμού, της ‘’εμπερίεξης‘’, της διαρκούς επεξεργασίας και αποδοχής, κατ’ αρχάς, των αντιφάσεων.

Η απομόνωση

Όμως φοβάμαι ότι όσο ο χρόνος της απομόνωσης επιμηκύνεται, το εργαλείο της δουλειάς μου, ο ψυχισμός μου, μπορεί να στομώσει** και να καταφύγω σε ‘’σκληρή άρνηση’’. Οπότε, δεν θα μπορέσω να μοιραστώ όλες αυτές τις σκέψεις με τους θεραπευόμενούς μου με τον τρόπο που μας δίνει η ψυχαναλυτική πρακτική, ή με τους συναδέλφους μου για να μην ακουστώ παρά-ξενος, ή τελικά με τους ανθρώπους που συνδέομαι κοινωνικά, τους φίλους, τους συγγενείς, τους αγαπημένους. Γιατί και γι’ αυτούς ισχύουν όλα αυτά. Να απολογηθώ για την καχυποψία με την οποία αυτό το διάστημα τους αντιμετωπίζω. Τις πίσω σκέψεις.

Φοβάμαι ότι αν δεν μπορέσω να το κάνω, δεν θα μπορέσουμε μετά να έχουμε μια ‘’καλή αντάμωση’’. Αν δηλαδή κρατήσουμε τις ασπίδες και μιλήσουμε για τον πραγματικό εχθρό που είναι η άρνηση των φόβων, η άρνηση να επεξεργαστούμε στιγμές παράνοιας καχυποψίας και ίσως εχθρότητας. Στιγμές που αισθανθήκαμε αγαπημένα και οικεία πρόσωπα, τους θεραπευόμενους μας και τους θεραπευτές μας να μην είναι απλά εν δυνάμει φορείς του θανατηφόρου ιού αλλά εκπρόσωποι του θανάτου.

Κι αν πάλι, σκέφτομαι βρεθούν οι λέξεις  και ο τρόπος, ίσως να ανταμώσουμε  όχι μόνο πιο μπροστά από την στιγμή που χαιρετιστήκαμε αλλά πιο μπροστά κι από τους φόβους μας ή κι από τους εαυτούς μας.

 

*Μεταβίβαση είναι η sine qua non συνθήκη της επικοινωνίας στη ψυχαναλυτική σχέση. Είναι η τάση του θεραπευόμενου να ξαναζεί στην σχέση με τον θεραπευτή του, ό,τι είχε προηγηθεί στον ιστορικό χρόνο των πρώτων του εμπειριών. Και είναι κυρίως ο τρόπος του να επικοινωνήσει μέσω  του βιώματος, ότι τον τραυμάτισε στο τότε και στο τώρα.

**Ωστόσο θυμάμαι εκείνα τα παλιά γιαπωνέζικα σπαθιά, που γίνονται πιο κοφτερά όσο περισσότερα χτυπήματα αθροίσουν οι ακμές τους…

 

Ο Σταμάτης Τουρνής είναι Ψυχαναλυτής – Μέλος της ΕΕΨΨ.

 

Γράψτε το σχόλιο σας