Bαθμολογία – 5: εξαιρετική, 4: πολύ καλή, 3: καλή, 2: ενδιαφέρουσα, 1: μέτρια, 0: απαράδεκτη

Πληθώρα ταινιών αυτή την εβδομάδα, ανάμεσα στις οποίες η τελευταία του Γιάννη Οικονομίδη αλλά και το «Βαμμένο πουλί» από την Τσεχία, μια ταινία που επιστρέφει στο κλασικό μυθιστόρημα του Γέρζι Κοζίνσκι και μας υπενθυμίζει τα όρια στα οποία μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη φύση κάτω από απάνθρωπες συνθήκες.

Το βαμμένο πουλί (The painted bird, Τσεχία/ Ουκρανία/ Σλοβακία, 2019). Δραματική του Βάτσλαβ Μαρχούλ

Ταινία που λόγω των σκληρών σκηνών της απευθύνεται σε θεατές με ατσαλένια νεύρα αλλά συγχρόνως, ένας ασπρόμαυρος, μεγαλειώδης κινηματογράφος με πλάνα που κόβουν την ανάσα παραπέμποντας στο σινεμά του δημιουργού παλαιότερων εποχών, το «Βαμμένο πουλί» έχει αρκετή προϊστορία. Χρειάστηκαν 10 χρόνια ώστε ο Τσέχος σκηνοθέτης Βάτσλαβ Μαρχούλ να ολοκληρώσει το όραμά του, μια κινηματογραφική μεταφορά του ομότιτλου μυθιστορήματος του Γέρζι Κοζίνσκι (1933- 1991) που στην εποχή του (πρωτοκυκλοφόρησε το 1965) προκάλεσε τεράστιο θόρυβο και αμέσως απαγορεύθηκε στην πατρίδα του την Πολωνία.

Ο λόγος είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Κοζίνσκι, μέσα από την προσπάθεια ενός αγοριού να επιβιώσει μέσα στο εντελώς απάνθρωπο, βάρβαρο περιβάλλον της εκπνοής του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, απεικόνιζε την ζωή στην Ανατολική Ευρώπη εκείνη την περίοδο. Χρησιμοποιώντας μια σλάβικη εσπεράντο γλώσσα που δεν ανήκει σε καμία χώρα, ο Μαρχούλ, με ελάχιστους διαλόγους για μια σχεδόν τρίωρη ταινία, ακολουθεί πιστά το μυθιστόρημα. Ομως η περιπλάνηση του μικρού δεν στηρίζεται στον λόγο αλλά στην εικόνα. Ο σκηνοθέτης αποτυπώνει την ανθρώπινη ασχήμια μέσα σε ένα περιβάλλον εκθαμβωτικής, ασπρόμαυρης ομορφιάς που παραπέμπει τον θεατή στο σινεμά σκηνοθετών όπως ο Αντρέι Ταρκόφσκι, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος ή ο Ελεμ Κλίμοφ του οποίου το «Ελα να δεις» υπήρξε έμπνευση του Μαρχούλ κατά ομολογία του ιδίου.

Η γνωριμία του παιδιού με πρόσωπα που συναντά στο διάβα του (φαντάροι, χωρικοί, ένας ιερέας κ.α.), συνθέτουν τον σκελετό αυτής της ανεπανάληπτης Οδύσσειας που είναι μοιρασμένη σε κεφάλαια –επεισόδια, το καθένα θαρρείς μια ξεχωριστή ταινία. Στην διαρκώς παλλόμενη καρδιά αυτής της ανθρώπινης περιπέτειας, ο καταπληκτικός Πετρ Κότλαρ δίπλα σε διάσημους ηθοποιούς (Στέλαν Σκάσγκαρντ, Ούντο Κίερ, Χάρβεϊ Καϊτέλ, Τζούλιαν Σαντς, Μπάρι Πέπερ κ.α.) που δέχθηκαν να παίξουν στην ταινία απλώς και μόνον επειδή ήθελαν να αποτελούν μέρος της (το μυθιστόρημα του Κοζίνσκι κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ).

Βαθμολογία: 4 ½

ΑΘΗΝΑ: ΑΤΟΡ – ΑΝΔΟΡΑ ΘΕΣ/ΚΗ: ΦΑΡΓΚΑΝΗ – ΟΛΥΜΠΙΟΝ

 

Ο δρόμος της επιστροφής (The way back, ΗΠΑ, 2020). Δραματική του Γκάβιν Ο’ Κόνορ

Ο αποφασιστικός προπονητής σε κρίση ο οποίος αναλαμβάνει μια ομάδα στο πουθενά και την ανεβάζει στα ουράνια – συνταγή που έχουμε γευτεί σε δεκάδες ταινίες που σχετίζονται με διαφορετικά αθλήματα – επανέρχεται στον «Δρόμο της επιστροφής» όπου στον ρόλο του προπονητή καλαθοσφαίρισης βρίσκουμε έναν βαρύ, δυσκίνητο, με πυκνό μούσι και αλκοολικό τύπο, τον Τζακ Κάνινγκαμ (Μπεν Αφλεκ). Αυτός καλείται από την Καθολική Σχολή της νιότης του να αναλάβει την ομάδα του σχολείου που πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο. Μόνον που η ταινία κάνει τελικά την διαφορά διότι τα κατορθώματα της ομάδας με τον νέο προπονητή της, δεν είναι εδώ το πρωταρχικό ζήτημα. Ο ίδιος ο προπονητής είναι το θέμα της, το μυστηριώδες παρελθόν του (πολλά αποκαλύπτονται εν τη πορεία), το ασταθές παρά παρόν του, το αβέβαιο μέλλον του. Οι ήττες και οι νίκες της ομάδας είναι δευτερεύοντα ζητήματα, απλά εξαρτήματα για την κλιμάκωση του δράματος, η οποία, οφείλω να ομολογήσω ότι είναι αρκετά απρόβλεπτη. Νομίζεις ότι έχει ήδη δει την ταινία ενώ την παρακολουθείς αλλά τελικά, όχι, για το είδος της πηγαίνει κόντρα στα κλισέ και κάνει την διαφορά.

Βαθμολογία: 2 ½

ΑΘΗΝΑ: ΟΛΑ ΤΑ VILLAGE- ODEON ΙΛΙΟΝ – TOWN CINEMAS – ΑΕΛΛΩ – ΝΑΝΑ – ΑΙΓΛΗ ΧΑΛΑΝΔΡΙ κ.α. ΘΕΣ/ΚΗ: VILLAGE COSMOS – ODEON ΠΛΑΤΕΙΑ – CINEMA ONE κ.α.

 

Η μπαλάντα της τρύπιας καριάς (Ελλάδα, 2020). Δραματική κωμωδία του Γιάννη Οικονομίδη

Αυτή η επιστροφή του Γιάννη Οικονομίδη στην κινηματογραφική σκηνοθεσία, αρκετά χρόνια μετά το «Μικρό ψάρι», μοιάζει συγχρόνως με μια επιστροφή του στο «Σπιρτόκουτο», την ταινία που το 2002 τον έβαλε στον χάρτη των πολλά υποσχόμενων νέων Ελλήνων κινηματογραφικών δημιουργών. Δεν ξέρω αν αυτό είναι και τόσο καλό, πάντως η βωμολοχία στη «Μπαλάντα» πιάνει κόκκινο και συχνά χωρίς λόγο – απλώς επειδή αυτό είναι το στίγμα του σκηνοθέτη. Ωστόσο, το χιούμορ και ο χώρος είναι που εδώ κάνουν την διαφορά. Ο χώρος, λουσμένος από φως (κάτι ασυνήθιστο για τον σκηνοθέτη) είναι η ελληνική επαρχία στην οποία είναι γυρισμένη κατά το 99 % η ταινία, ενώ το χιούμορ αποτυπώνεται στην ίδια την απελπισία των ηρώων της ιστορίας (είναι όλοι απελπισμένοι) και έχει κάτι το επιτηδευμένα γκροτέσκο που διαρκώς σε γαργαλά. Η πλοκή δεν έχει και τόση σημασία όσο τα πρόσωπα που την απαρτίζουν, ανάμεσά τους ένας πρώην λαϊκός τραγουδιστής (Βασίλης Μπισμπίκης) νυν ιδιοκτήτης κέντρου στην επαρχία που διατηρεί δεσμό με την γυναίκα ενός βιομήχανου (Βίκυ Παπαδοπούλου, Γιάννης Τσορτέκης). Ο Οικονομίδης αρέσκεται να κινηματογραφεί αυτό το λούμπεν περιβάλλον και η ταινία ισορροπεί ικανοποιητικά ανάμεσα στο χιούμορ και το δράμα με τους μη επαγγελματίες ηθοποιούς να κλέβουν την παράσταση: η καταπληκτική Σοφία Κουνιά, σον ρόλο της μητέρας του Μπισμπίκη και η Βασιλική Καλλιμάνη, μητέρα της ηθοποιού Μαρίας Καλλιμάνη που υποδύεται την μάνα του Τσορτέκη.

Βαθμολογία: 3

ΑΘΗΝΑ: ΑΣΤΥ

 

Ο αόρατος άνθρωπος (The invisible man, ΗΠΑ). Θρίλερ φαντασίας του Λι Γουανέλ

Αμυδρά εμπνευσμένο από το πασίγνωστο μυθιστόρημα φαντασίας του Χ. Γ. Γουέλς με τον ίδιο τίτλο, αυτό το καλοφτιαγμένο θρίλερ μπορεί να σε κρατήσει απ’ οίκω με την προϋπόθεση ότι βάζεις στην άκρη του μυαλού σου τις υπερβολές ενός σεναρίου που από κάποια στιγμή και μετά δεν μπορείς να δεχτείς στα σοβαρά. Το καλό είναι ότι η ταινία δεν υποκύπτει στα συνήθη κλισέ των ταινιών του είδους της, ο τρόμος εδώ είναι όντως υπόκωφος και όπως δηλώνει ο τίτλος αόρατος. Επίσης η δουλειά της Ελίζαμπεθ Μος πάνω στην ηρωίδα της, μια γυναίκα που καταδιωκόμενη από το φάντασμα (;) του συντρόφου της οδηγείται στην παράνοια, είναι φιλότιμη και πειστική. Ατού της ερμηνείας της Μος το ότι παίζει κυρίως με το βλέμμα, ένα βλέμμα ανήσυχο, μπερδεμένο και μονίμως τρομαγμένο αφού δεν μπορεί να εξηγήσει με την λογική τα όσα συμβαίνουν με στόχο την ίδια. Η ερμηνεία των γεγονότων δεν μπορώ να πω ότι με άφησε ικανοποιημένο, όμως η σκηνοθετική δομή της ταινίας, τα κάδρα, οι σιωπές, ακόμα και τα οπτικά της εφέ, με κέρδισαν.

Βαθμολογία: 2

AΘHNA: ODEON ESCAPE – ODEON ΜΑΡΟΥΣΙ – TOWN CINEMAS –ΟΛΑ ΤΑ VILLAGE – ΑΕΛΛΩ – ΑΙΓΛΗ ΧΑΛΑΝΔΡΙ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΚΑΛΛΙΘΕΑ – ΑΘΗΝΑΙΟΝ ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ – ΑΝΟΙΞΗ ΧΑΙΔΑΡΙ – WESTCITY ΘΕΣ/ΚΗ: VILLAGE COSMOS – ODEON ΠΛΑΤΕΙΑ κ.α.

 

Σκοτεινά νερά (Dark waters, HΠΑ, 2019). Δράμα του Τοντ Χέινς

Ο συνδυασμός των οικολογικών ανησυχιών με την ατομική αντίσταση κατά του «ανίκητου συστήματος» γίνεται αμέσως διακριτός στην τελευταία ταινία του Τοντ Χέινς , μιας ταινίας αρκετά μακρινής σε ύφος αλλά και θεματολογία από το «Κάρολ», το «Velvet Goldmine», το «Παράδεισος είναι μακριά» και άλλες παλαιότερες δημιουργίες του ιδίου σκηνοθέτη. Ο Μαρκ Ράφαλο (που είναι και παραγωγός) υποδύεται τον πεισματάρη δικηγόρο ο οποίος θα πάει κόντρα στην βιομηχανία χημικών (πελάτης της νομικής φίρμας του) όταν αντιλαμβάνεται ότι μια περιοχή της Δυτικής Βιρτζίνια στην οποία μεγάλωσε ο ίδιος, έχει μολυνθεί εξαιτίας της. Όπως συμβαίνει σε αυτές τις νομικές περιπτώσεις (το σενάριο στηρίζεται σε πραγματική υπόθεση) η υπόθεση θα τραβήξει πάρα πολλά χρόνια και η ταινία θα παραμείνει στα σημαντικότερα σημεία της, την ώρα που ο Χέινς «γαρνίρει» την ιστορία με μάλλον βαρετές σκηνές από την οικογενειακή ζωή του δικηγόρου και το πώς αυτή έχει επηρεαστεί από την όλη κατάσταση (η Αν Χαθαγουεϊ υποδύεται την σύζυγό του και αποτελεί μέρος του ντεκόρ της ταινίας). Οπως πάντα ο Ράφαλο είναι πολύ καλός, εδώ στον ρόλο ενός συνεσταλμένου, ήσυχου ανθρώπου που όμως κρύβει ένα ατσάλινο, αμετακίνητο πείσμα χωρίς ποτέ να το προβάλλει.

Βαθμολογία: 3

ΑΘΗΝΑ: ΝΑΝΑ – ΚΗΦΙΣΙΑ – TOWN CINEMAS – WEST CITY – OΛΑ ΤΑ VILLAGE – ΑΒΑΝΑ – ΓΑΛΑΞΙΑΣ κ.α. ΘΕΣ/ΚΗ: VILLAGE COSMOS – ΚΟΛΟΣΣΑΙΟΝ – ΦΑΡΓΚΑΝΗ

 

Μετά τον γάμο (After the wedding, ΗΠΑ, 2019). Δράμα του Μπραντ Φροιντλιχ

Ο γάμος που αναφέρεται στον τίτλο της ταινίας, είναι εκείνος της κόρης των Μπίλι Κράνταπ και Μισέλ Γουίλιαμς, μόνο που η κόρη (Αμπι Κουίν) δεν ξέρει ότι είναι καρπός της τελευταίας διότι ο πατέρας της, με το επιχείρημα ότι η Γουίλιαμς δεν μπορούσε να την μεγαλώσει, την πήρε κι έφυγε όταν ήταν πολύ μικρή και παντρεύτηκε την πάμπλουτη επιχειρηματία Τζουλιάν Μουρ. H κόρη λοιπόν θα μάθει για την πραγματική μητέρα της «μετά τον γάμο» της, οπότε το πληκτικό αυτό μελόδραμα θα πάρει κάπως μπροστά διότι ως τότε ελάχιστα έχουν συμβεί- κι αυτά άνευ ιδιαίτερης σημασίας (η Γουίλιαμς ζει σην Ινδία προστατεύοντας παιδάκια). Η παραγωγής 2006 δανέζικη ταινία της Σουζάνε Μπίερ στο σενάριο της οποίας είναι βασισμένο αυτό της αμερικανικής, είχε σίγουρα πολύ περισσότερο ενδιαφέρον στην ανάπτυξη αλλά και τον χαρακτήρα των ηρώων της. Εδώ τα πάνα είναι επίπεδα, καλογυαλισμένα και χωρίς χυμούς. Οι μόνες σκηνές που κάπως μπορούν να κρατήσουν είναι οι «τετ- α- τετ» αναμετρήσεις της Γουίλιαμς και της Μουρ.

Βαθμολογία: 1 ½

ΑΘΗΝΑ: ODEON ΟΠΕΡΑ – ΝΙΡΒΑΝΑ – ΑΕΛΛΩ – ODEON ΜΑΡΟΥΣΙ – VILLAGE MALL – TPIA ΑΣΤΕΡΙΑ – ODEON ΙΛΙΟΝ – ΦΟΙΒΟΣ – WEST CITY – NANA – CINERAMA κ.α. ΘΕΣ/ΚΗ: ΒΑΚΟΥΡΑ – ODEON ΠΛΑΤΕΙΑ – ODEON ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ κ.α.

 

Προβάλλονται επίσης

Φύγαμε (Onward, ΗΠΑ, 2020) Κινούμενα σχέδια του Νταν Σκάνλον με θέμα την προσπάθεια δύο αδελφών ξωτικών να ξαναδώσουν ζωή στον πατέρα τους. Πρωτότυπο animation της PIXAR που κοιτάζει με συμπάθεια όλον αυτόν τον κυκεώνα των πρόσφατων ταινιών με ξωτικά, μονόκερους, τέρατα, δράκους αλλά και ζόμπι.

Ο φυλακας (Sorhpoust, Ιράν, 2019). Θρίλερ του Νιμά Τζαβιντί. Στο Ιράν της δεκαετίας του 1960 υπό του καθεστώς του Σάχη, ένας θανατοποινίτης το σκάει από φυλακή που ετοιμάζεται να εκκενωθεί και ο υπεύθυνος φύλακας αναζητεί τα ίχνη του μαζί με μια κοινωνική λειτουργό. Παίζουν: Ναβίντ Μοχαμαντζαντέχ, Παρινάζ Ιζαντυάρ, Μάνι Χαγχίχι

Πηγή: tovima.gr

Γράψτε το σχόλιο σας