Βλέπεις αυτόν που βλέπεις στον Λευκό Οίκο. Αλλά, την κρίσιμη στιγμή, με ποιον μιλάς; Το ερώτημα μπορεί να διατυπωθεί και διαφορετικά. Με τον τρόπο, ας πούμε, που κατέθεταν τον προβληματισμό τους οι Αμερικανοί στην πολυφωνική Ευρώπη: Αν ξεσπάσει μια κρίση μέσα στη νύχτα, ποιον πρέπει να καλέσει ο αμερικανικός πρόεδρος; Κάποιον στις Βρυξέλλες; Κάποια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα; Πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες; Ποιο είναι το πρόσωπο – κλειδί;

Το ερώτημα δεν απαντήθηκε ποτέ ακριβώς. Παρέμεινε μετέωρο, όσο μετέωρο μοιάζει να είναι τώρα αυτό που θα μπορούσε να απασχολεί το Μέγαρο Μαξίμου: Σε μια αιφνιδιαστική κρίση με την Τουρκία, σε αυτό το θερμό επεισόδιο που πολλοί βλέπουν να έρχεται και ακόμη περισσότεροι φοβούνται, σε ποιον θα τηλεφωνούσε ο έλληνας Πρωθυπουργός; Ποιο θα ήταν το πρόσωπο – κλειδί στην άλλη άκρη του Ατλαντικού;

Στην ελληνική περίπτωση δεν είναι η πολυφωνία που δημιουργεί το πρόβλημα. Δεν είναι ούτε αυτό που στα μάτια των Αμερικανών έμοιαζε με θεσμικό λαβύρινθο τόσο ακατανόητο ώστε να αναρωτηθεί σε κάποια σύνοδο του G8 ένας αμερικανός πρόεδρος πώς ήταν δυνατόν οι Ευρωπαίοι να εμπιστεύονται τις τύχες ολόκληρης της ηπείρου σε μια μικρή χώρα σαν τον Βέλγιο.

Οι Βέλγοι δεν ασκούσαν τότε παρά το προεδρικό τους εξάμηνο. Πιθανότατα η αμερικανική έκπληξη θα ήταν μεγαλύτερη εάν η προεδρεύουσα ήταν ακόμη πιο μικρή χώρα – μα η Κύπρος; Το πρόβλημα ωστόσο στην ελληνική περίπτωση δεν είναι μόνο συμβολικού μεγέθους. Είναι και ουσιαστικού. Με άλλα λόγια, δεν λείπει μόνο το πρόσωπο – κλειδί. Λείπει εκείνος ο «αληθινός γίγαντας της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής», όπως ήταν στη δεκαετία του 1990 ο Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ.

Ο χαρακτηρισμός είναι άλλου αμερικανού προέδρου από εκείνον που μπερδεύτηκε με τους Βέλγους. Το μέγεθος Χόλμπρουκ αποτιμήθηκε από τον Μπαράκ Ομπάμα με αφορμή τον θάνατο του αμερικανού διπλωμάτη. Ο επικήδειος αποχαιρετισμός δεν απέχει όμως πολύ από την αλήθεια. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, διαβάζει κανείς στα δημοσιεύματα της εποχής, τα Ιμια αρχικά δεν ήταν παρά ένας ακατανόητος καβγάς «γύρω από μερικά βράχια με λίγα πρόβατα», δηλαδή πιο ακατανόητος και από τον θεσμικό λαβύρινθο της ΕΕ.

Σε ρεπορτάζ του «Βήματος» που υπογράφει ο Αλέξης Παπαχελάς διαβάζει κανείς ακόμη ότι αυτό που ακολούθησε την αρχική σκωπτική διάθεση ήταν μια 18ωρη αγωνιώδης διαπραγμάτευση. Διαβάζει πως κάποιος ζήτησε στον πρόεδρο Κλίντον να σηκώσει το τηλέφωνο και να καλέσει τους πρωθυπουργούς της Ελλάδας και της Τουρκίας, τον Κώστα Σημίτη και την Τανσού Τσιλέρ. Αυτός ο κάποιος ήταν ο Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ. Κι αυτή ήταν η αρχή μιας σειράς τηλεφωνημάτων που ακολούθησαν ανάμεσα στον αμερικανό υπουργό Εξωτερικών, τον αμερικανό υπουργό Αμυνας και τον αρχηγό του αμερικανικού στρατού και τους έλληνες και τούρκους ομολόγους τους.

Θα έκανε λάθος κανείς εάν έλεγε πως αυτή η Αμερική δεν υπάρχει πια; Πως δεν λείπει μόνο ένα πρόσωπο, ένας «γίγαντας» σαν τον Χόλμπρουκ, αλλά ολόκληρη η διπλωματική κουλτούρα και η αντίληψη για τη διαχείριση μιας έκτακτης κατάστασης; Πιθανότατα όχι. Ακόμη χειρότερα, το τηλέφωνο μπορεί να χτυπήσει στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, αλλά να το σηκώσει ο λάθος άνθρωπος.

Απέναντι σε έναν τέτοιον κίνδυνο, δεν μπορεί κανείς παρά να αρχίσει να αναζητά έναν αξιόπιστο δίαυλο επικοινωνίας. Εντάξει, αυτή δεν είναι η εποχή των γιγάντων. Αλλά αυτό σημαίνει απλώς πως έχει να ψάξει κανείς τον ψύλλο στ’ άχυρα.

Γράψτε το σχόλιο σας