Το τέλος της χρονιά είδε την κυβέρνηση να έχει ολοκληρώσει τον πρώτο κύκλο του νομοθετικού έργου που είχε θέσει ως προτεραιότητα συμπεριλαμβανομένης και της ολοκλήρωσης της συνταγματικής αναθεώρησης.

Αυτό, εκτός όλων των άλλων, της εξασφάλισε ότι μπορεί να πάει στην εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας χωρίς την πίεση από τον κίνδυνο πρόωρης προσφυγής στις κάλπες.

Την ίδια στιγμή, όπως έχει ανακοινώσει εξαρχής, θα προχωρήσει και στην αλλαγή του εκλογικού νόμου, μια που αυτός που ισχύει αυτή τη στιγμή είναι επί της ουσίας σύστημα απλής αναλογικής (απλώς με τη διατήρηση του ορίου του 3% ως «κατωφλιού» για την είσοδο κόμματος στο κοινοβούλιο).

Βέβαια στην περίπτωση της εκλογικού νόμου θα έχει ιδιαίτερη σημασία η πλειοψηφία που θα τον στηρίξει. Το Σύνταγμα για να αποφύγει το ενδεχόμενο κάθε κυβέρνηση να αλλάζει τον εκλογικό νόμο κατά το πώς την εξυπηρετεί, προβλέπει ενισχυμένη πλειοψηφία ώστε να ισχύσει ένας νέος νόμος από τις επόμενες εκλογές. Αυτό σημαίνει ότι εάν ο εκλογικός νόμος που θα εισηγηθεί τελικά η κυβέρνηση της ΝΔ έχει στηριχτεί στην τρέχουσα κυβερνητική πλειοψηφία είναι πολύ πιθανό οι επόμενες βουλευτικές εκλογές να είναι διπλές, δηλαδή να γίνουν μια φορά με την ισχύουσα απλή αναλογική, τα αποτελέσματα να μην επιτρέψουν σχηματισμό κυβέρνησης και άρα να επαναληφθούν με το νόμο που θα έχει ψηφίσει η πλειοψηφία της ΝΔ.

Τα πολιτικά ερωτήματα

Τα δύο αυτά ζητήματα φαινομενικά απασχολούν κυρίως την κυβέρνηση, που άλλωστε έχει και την πλειοψηφία για να πάρει τις αποφάσεις. Ειδικά το θέμα της επιλογής Προέδρου της Δημοκρατίας θέτει και το ερώτημα του πολιτικού στίγματος που θέλει να δώσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης με τη συγκεκριμένη επιλογή, τόσο ως προς το εάν θα επιλέξει μια φιγούρα που θα παραπέμπει στη «μάχιμη πολιτική» όσο και ως προς το εάν θα θελήσει να κάνει άνοιγμα σε άλλους χώρους ή να περιοριστεί στον ιστορικό κορμό της κεντροδεξιάς.

Όμως, ταυτόχρονα φέρνουν αντιμέτωπη και την αντιπολίτευση αντιμέτωπη με το ερώτημα της στάσης που θα κρατήσει. Αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με το εάν θα επιμείνουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης και κυρίως αυτά που διεκδικούν να είναι δυνάμει «κόμματα διακυβέρνησης», δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΙΝΑΛ, σε μια γραμμή διαχωρισμού και αντιπαράθεσης αλλά και το ποιο προφίλ θέλουν να δώσουν στην προσπάθειά τους να κατοχυρώσουν τη θέση τους και να διευρύνουν την επιρροή τους.

Η εκλογή Προέδρου

Με βάση την ισχύουσα συνταγματική πρόβλεψη η εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας είναι αδιαπραγμάτευτη υπόθεση του πρωθυπουργού, εφόσον διαθέτει καθαρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Δεν υπάρχει, δηλαδή, η ανάγκη παρασκηνιακής βολιδοσκόπησης για να εξεταστεί εάν υπάρχει ο απαιτούμενος συσχετισμός δύναμης.

Όμως, την ίδια στιγμή είναι προφανές ότι για το σύνολο των κομμάτων θέτει μια πρόκληση, τουλάχιστον ως προς το συμβολικό αποτύπωμα που θα αφήσει. Η μεν κυβέρνηση γνωρίζει ότι εάν προτείνει μια φιγούρα που προέρχεται ιστορικά από το χώρο της κεντροδεξιάς, περιορίζει το ενδεχόμενο να έχει στήριξη από τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΙΝΑΛ, εφόσον το δεύτερο έχει υποστηρίξει την ανάγκη επιλογή φιγούρας από την ιστορική διαδρομή της κεντροαριστεράς, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ προς το παρόν επιμένει στην πρόταση για επανεκλογή του νυν ΠτΔ κ. Προκόπη Παυλόπουλου.

Ωστόσο, τα πράγματα μπορούν να γίνουν πιο περίπλοκα. Εάν δεν πάμε στην επανεκλογή του κ. Παυλόπουλου, που θα διαμόρφωνε ντε φάκτο όρους ευρύτερης πλειοψηφίας, τότε τα ενδεχόμενα διαμορφώνουν διαφορετικά δεδομένα και οι απαντήσεις που θα δώσουν τα κόμματα θα έχουν να κάνουν με τον ευρύτερο υπολογισμό τους.

Εάν για παράδειγμα προταθεί κεντροδεξιά πολιτική προσωπικότητα ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε πιο εύκολα να οχυρωθεί πίσω από τη θέση του για τον κ. Παυλόπουλο και την ίδια ώρα να υπογραμμίζει ότι ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να στηρίξει μια «παραταξιακή υποψηφιότητα».

Εάν, όμως, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιλέξει κάποια φιγούρα από το χώρο της κεντροαριστεράς, τότε η πολιτική οχύρωση πίσω από την «συναινετική» υποψηφιότητα Παυλόπουλου μπορεί να μην αρκεί, ιδίως όταν ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδικεί να είναι πλέον όχι ένας σχηματισμός της «ριζοσπαστικής αριστεράς» (με την όποια «δημιουργική ασάφεια» είναι αλήθεια ότι την προσδιόριζε) αλλά της «προοδευτικής παράταξης» (με την πολύ συγκεκριμένη ιστορικότητα που αυτό έχει στην ελληνική πολιτική ιστορία). Σε μια τέτοια περίπτωση, ανάλογα φυσικά και με το πρόσωπο που θα προταθεί, οι πιέσεις εντός και εκτός ΣΥΡΙΖΑ θα είναι μεγάλες.

Δεν είναι τυχαίο ότι τοποθετήσεις επικριτικές για τον Κώστα Σημίτη (όπως αυτή που έκανε ο Παύλος Πολάκης) ή για τον Γιώργο Παπανδρέου (από τον Πάνο Σκουρλέτη) αντιμετωπίστηκαν αρνητικά από μερίδα του ευρύτερου «χώρου» του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, ενώ κάποτε θα θεωρούνταν έως και αυτονόητες.

Από τη μεριά του το ΚΙΝΑΛ επίσης θα κληθεί να σταθμίσει τη στάση του. Παρότι εδώ τα περιθώρια συναίνεσης είναι μεγαλύτερα, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι και το ΚΙΝΑΛ πρέπει να βρει τη δική του ισορροπία ανάμεσα στο να διεκδικήσει να είναι το αντίπαλο δέος στη ΝΔ και συνάμα να δώσει το ιδιαίτερο στίγμα του που θα το διακρίνει από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Τα… πολιτικά μαθηματικά του εκλογικού νόμου

Φαινομενικά τα δεδομένα γύρω από τον νέο εκλογικό νόμο δείχνουν αρκετά απλά. Η ΝΔ προσανατολίζεται σε έναν νόμο που θα επαναφέρει στοιχεία ενισχυμένης αναλογικής, όμως με τρόπο που θα είναι περισσότερο προσανατολισμένο στην υπόθεση ότι ένα κόμμα με περίπου 40% των ψήφων θα πρέπει να μπορεί να εξασφαλίζει αυτοδυναμία. Αυτή η πρόταση είναι προφανώς διαφορετική από την εκδοχή απλής αναλογικής που ψήφισε ο ΣΥΡΙΖΑ και αρκετά πιο κοντά με αυτό που είχε αντιπροτείνει το ΚΙΝΑΛ κατά τη συζήτηση για τον ισχύοντα εκλογικό νόμο. Την ίδια στιγμή παραδοσιακά ο ΣΥΡΙΖΑ, που κυβέρνησε χάρη στο γενναιόδωρο μπόνους του προηγούμενου εκλογικού νόμου, ήταν ως κόμμα της αριστεράς υπέρ της «απλής και ανόθευτης αναλογικής», για να θυμηθούμε την παραδοσιακή διατύπωση. Η μόνη παραχώρηση που έκανε ήταν η διατήρηση του ορίου του 3%.

Ωστόσο και εδώ τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Όντως ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να επιμείνει στην άποψή του και να μην έχει και μεγάλα προβλήματα με το ακροατήριό του. Όμως, την ίδια στιγμή εάν διεκδικεί να είναι κόμμα που θα κυβερνήσει αυτοδύναμα και όχι στο πλαίσιο κάποιας συνεργασίας, ιδίως από τη στιγμή που πλέον έχει υποχωρήσει η πίεση προς το ΚΙΝΑΛ για συμπόρευση και κυριαρχεί η λογική της «απορρόφησης» στην προοδευτική συμμαχία, γιατί να μην θέλει ένα εκλογικό σύστημα που θα του δίνει τη δυνατότητα εάν είναι πρώτο κόμμα στις επόμενες εκλογές να κυβερνήσει, αντί για τις υποχρεωτικές διπλές εκλογές; Παρότι είναι πιο πιθανό και για λόγους συνοχής να προκριθεί η θέση της υπεράσπισης της απλής αναλογικής, το ερώτημα έστω και μειοψηφικά θα ακουστεί στον ευρύτερο χώρο του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία.

Αντίστοιχα το ΚΙΝΑΛ φαινομενικά θα έχει μεγαλύτερη ευκολία να υπερψηφίσει την κυβερνητική πρόταση, έστω και εάν εφόσον ο ΣΥΡΙΖΑ δεν στηρίξει την πρόταση της κυβέρνησης (η άρνηση του ΚΚΕ είναι δεδομένη) η στήριξη του ΚΙΝΑΛ δεν αρκεί για να σχηματιστεί η αναγκαία ενισχυμένη πλειοψηφία των 200 ψήφων. Όμως, και στο ΚΙΝΑΛ θα τεθεί το ερώτημα του εάν θα πρέπει να προκρίνει μια τέτοια στάση ή να αποφύγει μια ακόμη ταύτιση με τη ΝΔ, ιδίως όταν η στρατηγική που έχει επιλέξει παραμένει αυτή της διεκδίκησης αναβαθμισμένου ρόλου στον ευρύτερο κεντροαριστερό χώρο και προοπτικά η αμφισβήτηση της κυρίαρχης θέσης που έχει κατακτήσει εκεί ο ΣΥΡΙΖΑ.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο