Και ακροδεξιά και μαλακή σαν βούτυρο στα εθνικά. Γίνεται; Κανονικά δεν γίνεται. Αυτό που θα γινόταν, θα ήταν να άφηναν ελεύθερο ο Μητσοτάκης, ο Δένδιας, ή τουλάχιστον ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, τον Καμμένο που κρύβουν μέσα τους. «Ενα χιλιοστό να κάνουν, θα τους τσακίσουμε». «Ψευτοτσαμπουκάδες». «Ολοι ξέρουμε ποιοι είναι οι πειρατές του Αιγαίου». «Σταματήστε να παίζετε «θ’ αμολήσω τον σκύλο»». «Η Τουρκία να αφήσει τα ανατολίτικα καουμποϊλίκια». «Κοντά σε μοιραίο ατύχημα με την Τουρκία». Πώς αλλιώς να το πει κανείς; Η ελληνική γλώσσα είναι πολύ πλούσια. Και όπως αποδεικνύεται, στις εθνικιστικές εκδοχές της μπορεί να γίνει εξαιρετικά παραγωγική.

Μπορεί να υποθέσει βάσιμα κανείς πως ο ΣΥΡΙΖΑ θα έψεγε τη ΝΔ εάν εμφανιζόταν τόσο παραγωγική στον λόγο της – ακόμη κι ο ΣΥΡΙΖΑ του Καμμένου. Θα φανταζόταν πιο δύσκολα όμως πως θα κατηγορούσε τη ΝΔ για «πολιτική αδράνειας και κατευνασμού» απέναντι στην Τουρκία. Πως στις 1.132 λέξεις του non paper που εξέδωσε το κόμμα με αφορμή τη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν, πολλά θα μπορούσε να διαβάσει κανείς πίσω από τις γραμμές, όχι όμως και πως ο Καμμένος με στολή παραλλαγής δεν ήταν η ικανοποίηση μιας μύχιας επιθυμίας του ούτε ένα αισθητικό ατύχημα αλλά μια στρατηγική επιλογή.

Ο Μητσοτάκης ελέγχεται αυστηρά. «Είναι», λέει το non paper, «o πρώτος έλληνας πρωθυπουργός που δεν έθεσε θέμα τουρκικής προκλητικότητας στο Αιγαίο κατά την πρώτη του συνάντηση με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν». Ενώ εμείς; Μα θυμηθείτε. «Απαντήσαμε στον τουρκικό αναθεωρητισμό, τόσο με τις ευθείες δημόσιες δηλώσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας όσο και του Πρωθυπουργού κατά την επίσκεψη του προέδρου Ερντογάν στην Ελλάδα». Αυτό που θυμάται κανείς όμως είναι τον Ερντογάν να στριμώχνει τον Προκόπη Παυλόπουλο στο ρινγκ του καναπέ του προεδρικού μεγάρου για να αφήσει ελεύθερη την οργή του. Ο έλληνας Πρόεδρος μίλησε πράγματι για τη Συνθήκη της Λωζάνης. Αλλά δεν θέλει να θυμάται κανείς τι άκουσε.

Δεν θέλει να θυμάται ούτε πως στους διαύλους επικοινωνίας που ο ΣΥΡΙΖΑ υπενθυμίζει πως διατήρησε ανοικτούς, δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνεται και η υπόσχεση πως η Αθήνα θα παραδώσει στην Αγκυρα τους οκτώ τούρκους αξιωματικούς. Πως αν το στρίμωγμα στον καναπέ ήταν το μαστίγιο του Προέδρου της Δημοκρατίας, η υπόσχεση που σύμφωνα με τον Ερντογάν τελικά δεν τηρήθηκε από τον Αλέξη Τσίπρα, ήταν το καρότο που κανένας δεν θα έπρεπε να είχε σκεφτεί να προσφέρει. Ηταν κι αυτός ένας κατευνασμός. Αλλά ήταν ένας κατευνασμός αντιθεσμικός και αυτοταπεινωτικός. Ενας κατευνασμός, τελικά, αδιανόητος.

Να επιστρέψει λοιπόν η Ελλάδα «στη συντεταγμένη εθνική στρατηγική διττής προσέγγισης, δηλαδή διαλόγου και πίεσης, που είχε την προηγούμενη περίοδο», όπως καλεί ο ΣΥΡΙΖΑ; Αν διάλογος είναι μια υπόσχεση έκδοσης και πίεση ό,τι έγινε στον προεδρικό καναπέ, ούτε λόγος. Ακόμη περισσότερο, αν ο διάλογος και η πίεση μαζί ήταν ο Καμμένος με στολή παραλλαγής. Το non paper ωστόσο έχει την αξία του. Οχι επειδή αποδείχθηκε πως εδώ κυκλοφορεί κάποιος πολύ σκληρός στα εθνικά και τον λένε ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά επειδή είναι ένας ήπιος τρόπος να επαναληφθεί η Ιστορία της κυβέρνησης που πιέζεται ασφυκτικά στα εθνικά από την αντιπολίτευση. Πώς το είχε πει κάποτε για «λόγους εθνικούς συμφέροντος» ο Ανδρέας Παπανδρέου, όχι με 1132 αλλά με μόλις τρεις λέξεις; «Βυθίσατε το Χόρα».

Γράψτε το σχόλιο σας