Στο ζύγι της συναίνεσης των 300 βουλευτών και της αναζήτησης συγκλίσεων μέχρι την τελευταία στιγμή μπαίνουν πλέον επτά βασικά σημεία των προτεινόμενων συνταγματικών αλλαγών, που θα συζητηθούν σε πέντε διαδοχικές συνεδριάσεις στη Βουλή, ώστε να διαμορφωθεί ο νέος «καταστατικός χάρτης» της χώρας. Η Ολομέλεια θα εξετάσει από την ερχόμενη Δευτέρα τις αναθεωρητέες διατάξεις – όπως τις εισηγείται με έκθεσή της η Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, υπό την προεδρία του βουλευτή της ΝΔ Ευριπίδη Στυλιανίδη – μπαίνοντας στην τελική ευθεία για τη συνολική ψηφοφορία της 25ης Νοεμβρίου.

Η λήξη της θεσμικής διαδικασίας, στην οποία περιλαμβάνεται το άρθρο 32 για τον τρόπο της προεδρικής εκλογής αναμένεται να σηματοδοτήσει, εντός του Δεκεμβρίου, την εκκίνηση συζητήσεων για τον επόμενο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αν και κυβερνητικές πηγές διαμηνύουν ότι είναι πρόωρη η κουβέντα για τον διάδοχο του Προκόπη Παυλόπουλου. Σε κάθε περίπτωση, οι φωνές αντιπαράθεσης με τις οποίες ολοκληρώθηκαν οι πολύωρες διεργασίες της Επιτροπής προμηνύουν κλίμα έντασης και στην Ολομέλεια για τις επτά κρίσιμες διατάξεις.

Στα ζητήματα για τα οποία απαιτείται απλή πλειοψηφία 151 βουλευτών – αφού στην προηγούμενη Βουλή είχαν συγκεντρώσει περισσότερες από 180 -, προδιαγράφεται πάντως κυριαρχία των προτάσεων της ΝΔ.

 

Η προεδρική εκλογή

Τέτοια περίπτωση είναι το άρθρο για την αποσύνδεση της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας από την πρόωρη διάλυση της Βουλής (32 παρ. 4). Προκρίνεται η διεξαγωγή τεσσάρων ψηφοφοριών: οι δύο πρώτες να απαιτούν 200 ψήφους, η τρίτη 180 και η τέταρτη 151.

Το ενδιαφέρον της Ολομέλειας στρέφεται και στο άρθρο που αφορά την ψήφο των αποδήμων (54 παρ. 4) και το οποίο απαιτεί 180 ψήφους για να τροποποιηθεί, με φόντο τη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης για το δικαίωμα ψήφου στους εκτός επικρατείας έλληνες εκλογείς. Η κυβέρνηση προσδοκά τη συναίνεση προκειμένου η ρύθμισή της για τους Ελληνες του εξωτερικού να περάσει χωρίς τον κίνδυνο να αντιμετωπίσει ζητήματα αντισυνταγματικότητας.

Για «αναβάθμιση του Κοινοβουλίου» μιλά η ΝΔ όσον αφορά το άρθρο 68 περί σύστασης Εξεταστικής Επιτροπής ύστερα από πρόταση βουλευτών της αντιπολίτευσης και με παρουσία 120 βουλευτών.

Ακόμα προτείνεται ένα σύστημα ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος για τη στήριξη της οικογένειας (άρθρο 21 παρ. 1) ενώ κατά το άρθρο 62 αυστηροποιείται η ασυλία του βουλευτή που θωρακίζεται μόνο κατά την άσκηση των καθηκόντων του και καταργείται η αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 86, εξισώνοντας υπουργούς με τους κοινούς πολίτες ως προς την παραγραφή ποινικών αδικημάτων.

 

Ζητείται αξιόπιστη συνταγματική πολιτική

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης

Η δρομολογημένη πλέον ολοκλήρωση της διαδικασίας συνταγματικής αναθεώρησης θέτει και πάλι επί τάπητος το ζήτημα της αξιοπιστίας της συνταγματικής πολιτικής της σημερινής κυβέρνησης.  Στο παρόν άρθρο θα αποτιμηθεί αυτή η πολιτική με κριτήριο τον σεβασμό του Συντάγματος στις έως τώρα θεσμικές παρεμβάσεις της, ενώ σε επόμενο θα αξιολογηθούν τα αποτελέσματα του εν εξελίξει αναθεωρητικού διαβήματος.

Ξεκινώ λοιπόν από την αποτίμηση:

Α. Ηδη είναι ορατά τα αποτελέσματα του πρώτου μείζονος συνταγματικού ατοπήματος (βλ. «ΝΕΑ», 19.7.2019). Πρόκειται για την υποτιθέμενη «κατάργηση του ασύλου», δηλαδή για τον ανόητο και εξαιρετικά επικίνδυνο ισχυρισμό ότι ο νόμος είναι δυνατόν να ανατρέψει μια συνταγματική εγγύηση, την οποία κανείς δεν αμφισβητεί σοβαρά στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες αλλά ούτε και στη δική μας θεωρία του Συνταγματικού Δικαίου (με πρώτο διδάξαντα τον αείμνηστο Αριστόβουλο Μάνεση). Τα πρόσφατα γεγονότα έχουν νομίζω αποδείξει περίτρανα ότι η εγγύηση αυτή είναι η μόνη που μπορεί να διασφαλίσει την ουσιαστική προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας, υπέρ της οποίας, και μόνον, έχει ταχθεί (παρότι ορισμένοι άσχετοι με το θέμα εξακολουθούν να αναφέρονται σε «άσυλο ιδεών»…).

Αρκεί βέβαια να εφαρμοσθεί σωστά, ώστε να θέτει τα απαραίτητα όρια όχι μόνο στις παρεκτρεπόμενες σήμερα δυνάμεις καταστολής αλλά και στους ποικίλους «μπαχαλάκηδες», οι οποίοι τα τελευταία χρόνια – με σοβαρή ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ – αποτέλεσαν τον βασικό λόγο παραβίασης του ασύλου.

Εναπόκειται λοιπόν πλέον στους πρυτάνεις να εγκαταλείψουν την μεμψίμοιρη και επαμφοτερίζουσα στάση τους απέναντι σε μια προφανώς ακατάλληλη υπουργό (που όχι μόνο θυμίζει συντηρητική γυμνασιάρχη της δεκαετίας του ’50 αλλά και μπερδεύει τα πανεπιστήμια με τα νοσοκομεία…) και να αναλάβουν θαρραλέες πρωτοβουλίες για μια οριστική υπέρβαση των παθογενειών, αφενός μεν διεκδικώντας ενεργότερο – αλλά και υπευθυνότερο… – ρόλο, ως προς τη διατήρηση της τάξης στα πανεπιστήμια, αφετέρου δε εστιάζοντας, ιδίως, στην αξιοποίηση θετικών ευρωπαϊκών εμπειριών, προκειμένου να δημιουργηθεί μια ειδικών προδιαγραφών (και ευαισθησιών…) δύναμη για τη φύλαξή τους.

Β. Και η συνέχεια, όμως, ήταν εξίσου απογοητευτική: λίγο πριν από την εγκατάσταση των νέων αυτοδιοικητικών αρχών, η κυβέρνηση προέβη σε μια αιφνιδιαστική και «άγαρμπη» νομοθετική ανατροπή του συστήματος τοπικής αντιπροσώπευσης που είχαν υπόψη τους, πριν από τις εκλογές, οι ψηφοφόροι και οι υποψήφιοι, με μόνη αιτιολογία την πολιτική της διαφωνία. Η διαφωνία αυτή ήταν βέβαια θεμιτή και εν πολλοίς ορθή. Ωστόσο, η συγκεκριμένη εκ των υστέρων νομοθετική μεθόδευση παραβίασε προδήλως τόσο τις συνταγματικές αρχές της ελευθερίας των εκλογών και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, που προστατεύονται και από την ΕΣΔΑ (σχετικές οι αποφάσεις Λυκουρέζος και Πασχαλίδης κ.λπ. κατά Ελλάδος, του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) όσο και τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας (λόγω ιδίως της δραματικής υποβάθμισης των – δημοτικών και περιφερειακών – συμβουλίων).

Γ. Τη σκυτάλη πήρε το περίφημο «επιτελικό κράτος», το οποίο αποδείχθηκε μια εντελώς ψευδεπίγραφη μεταρρύθμιση: αντί να προσανατολισθεί στην ουσία του επιτελικού κράτους – που σημαίνει μικρά και ευέλικτα υπουργεία, τα οποία, συντονιζόμενα από τον Πρωθυπουργό, ασχολούνται αποκλειστικά με στρατηγικό σχεδιασμό, παρακολούθηση και έλεγχο, με ταυτόχρονη μεταβίβαση των «εκτελεστικών αρμοδιοτήτων» και των αντίστοιχων διευθύνσεων στην καθ’ ύλην και κατά τόπον αποκέντρωση και ιδίως στην αυτοδιοίκηση – κατέληξε εν τέλει σε ένα «υπερπρωθυπουργείο». Δηλαδή σε μια βαριά, πολυάνθρωπη και γραφειοκρατική δομή, η οποία θεωρητικώς μεν συντονίζει – χωρίς να αλλάζει… – τα (άκρως προβληματικά) υπάρχοντα υπουργεία αλλά στην πράξη τα υποκαθιστά, υποβαθμίζοντας τον συνταγματικά κατοχυρωμένο ρόλο της κυβέρνησης. Οσο δε για την πολυδιαφημισθείσα «καλή νομοθέτηση», όλοι οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ γνωρίζουν ότι «άνθρακες ο θησαυρός»…

Δ. Ακολούθησαν δύο εξαιρετικά αντιθεσμικές και νομικά προβληματικές παρεμβάσεις: αφενός μεν άλλαξε μεθοδευμένα η διοίκηση και λειτουργία του ΚΕΘΕΑ, με μια ανεκδιήγητη πράξη νομοθετικού περιεχομένου, που παραβιάζει συλλήβδην όλες τις προβλεπόμενες συνταγματικές προϋποθέσεις, αφετέρου δε απομακρύνθηκε η κυρία Θάνου από την Επιτροπή Ανταγωνισμού, με μια κίνηση που θυμίζει καθεστώς Ορμπαν. Δεν εκτιμώ διόλου την κυρία Θάνου για την πολιτεία της και θεωρώ απαράδεκτη και σκανδαλώδη την εύνοια που της έδειξε ο ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο, ο σεβασμός του κράτους δικαίου σε τέτοιες ακριβώς περιπτώσεις δοκιμάζεται.

Ε. Πομφόλυγες αποδείχθηκαν τελικά και οι κορόνες περί της καταπολέμησης του – υπαρκτού – πελατειασμού του ΣΥΡΙΖΑ. Αντί η κυβέρνηση να καταργήσει τη μεγάλη πλειονότητα των θέσεων των πάσης φύσεως μετακλητών – δεδομένου ότι είναι καθαρά διοικητικές και θα έπρεπε να καλύπτονται κατόπιν διαγωνισμού… – τις πολλαπλασίασε ανερυθρίαστα (ιδίως στο «υπερπρωθυπουργείο»). Παράλληλα όμως ξέχασε εν μιά νυκτί και τις εξαγγελίες περί «υψηλών προσόντων», όπως αποδείχθηκε ιδίως με τη θεσμικά τραυματική εκ των υστέρων «κάλυψη» των ελλειπόντων προσόντων του διοικητή της ΕΥΠ αλλά και με τους αθρόους διορισμούς πολιτευτών (όπως παλιά…) ακόμη και σε ανεξάρτητες αρχές.

ΣΤ. Κλείνω με ένα τελευταίο ζήτημα, που το θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό: το ότι η κυβέρνηση όχι μόνον δεν αναλαμβάνει κάποια νομοθετική πρωτοβουλία αλλά αντίθετα ευνοεί την ασφυκτική πλέον μονοπώληση της ραδιοτηλεοπτικής ενημέρωσης, παραβιάζοντας τις συνταγματικές αρχές της ισότητας, της αντικειμενικότητας και της ποιότητας.

Στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο που διαμορφώθηκε επί ΣΥΡΙΖΑ – μετά τις ατυχείς επιλογές που συνόδευσαν την καταρχήν θετική πρωτοβουλία για τη ρύθμισή του – δέσποζαν δύο ακραία προπαγανδιστικοί πόλοι, οι οποίοι συνέθλιβαν τα στοιχειωδώς μετριοπαθή και πολυφωνικά μέσα. Από τη μία ο τότε φιλοκυβερνητικός, με επικεφαλής την ΕΡΤ, και από την άλλη ο τότε αντιπολιτευτικός, με «ναυαρχίδα» τον ΣΚΑΪ. Σήμερα τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα, διότι ο πόλος είναι κατά βάσιν ένας: προς την φιλοκυβερνητική προπαγάνδα ρέπει πλέον εμφανώς τόσο η ΕΡΤ (με πρόεδρο τον πρώην διευθυντή του γραφείου Τύπου της ΝΔ και εν συνεχεία του Πρωθυπουργού) όσο και το σύνολο, σχεδόν, των ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών μέσων (υπηρετώντας διάφορες σκοπιμότητες των ιδιοκτητών τους). Οι όποιες δε – τιμητικές – διαφοροποιήσεις εκπομπών που σέβονται τη δημοσιογραφική δεοντολογία είναι απλώς οι εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Αν σε αυτό προσθέσουμε και το ότι το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης λάμπει διά της απουσίας του, έχουμε την εικόνα μιας πολλαπλά χειραγωγημένης ραδιοτηλεοπτικής ενημέρωσης, η οποία ασφαλώς δεν τιμά τη Δημοκρατία μας.

Δυστυχώς, όμως, ούτε αυτό ούτε άλλα μείζονα θεσμικά προβλήματα, που αναδείχθηκαν πρόσφατα, απασχολούν σοβαρά την αναθεώρηση. Εξ ου και οδηγείται, όπως θα δούμε προσεχώς, σε μια ακόμη χαμένη ευκαιρία.

 

Ο Γιώργος Χ. Σωτηρέλης είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών