Αρνήθηκε για καιρό οποιαδήποτε σχέση με το κατηγορητήριο. Προσπάθησε να οικοδομήσει μια εικόνα θύματος πολιτικής δίωξης. Απέφυγε να παρίσταται στο δικαστήριο όπου είναι κατηγορούμενος. Όμως, τώρα είναι η ώρα της αλήθειας.

Ο Νίκος Μιχαλολιάκος σήμερα απολογείται. Γι’ αυτό που είναι: ο ηγέτης μιας εγκληματικής οργάνωσης. Η μεγάλη δίκη της Χρυσής Αυγής αποκάλυψε πολλά για το
ναζιστικό μόρφωμα. Αποκάλυψε τον πραγματικό ιδεολογικό χαρακτήρα της και τη ρητή αναφορά στον εθνικοσοσιαλισμό που προσπάθησε αργότερα να συγκαλύψει υπό την έννοιας της «πατριωτικής οργάνωσης».

Έδειξε τον οργανικό χαρακτήρα που έπαιζε η βία στη συγκρότηση και πρακτικής της. Απέδειξε ότι τα κρούσματα βίας, συμπεριλαμβανομένων των δολοφονιών, δεν ήταν «μεμονωμένα περιστατικά» αλλά τμήμα της λειτουργίας της οργάνωσης.

Αποδείχτηκε ότι δεν ήταν πολιτικό ρεύμα αλλά εγκληματική οργάνωση. Και ο «αρχηγός» όχι μόνο τα ήξερε όλα αλλά και έδινε τις εντολές.

Την ίδια ώρα η δίκη ήταν και το μεγάλο ξεγύμνωμα της Χρυσής Αυγής, η κατάρρευση της εικόνας που είχε επιμελώς προσπαθήσει να χτίσει τα χρόνια της εκλογικής ανόδου. Τα δήθεν «παλικάρια» της Χρυσής Αυγής αντιμέτωπα με τον κίνδυνο της τιμωρίας αποδείχτηκαν παραπάνω από θρασύδειλα.

Όταν δεν προσπαθούσαν να πείσουν ότι «καμία σχέση δεν έχουν» με περιστατικά στα οποία πρωταγωνίστησαν, επιδίδονταν σε ένα άνευ προηγούμενο σόου αλληλοκατηγοριών. Όπως θα συνέβαινε με τα μέλη μιας συμμορίας που συλλαμβάνονται και προσπαθούν απλώς να σώσουν το τομάρι τους.

Μια δίκη χωρίς προηγούμενο Η δίκη της Χρυσής Αυγής διήρκησε 4,5 χρόνια. Αφορούσε 69 κατηγορούμενους και πάνω από 130 μάρτυρες, ενώ τεράστιος ήταν και ο όγκος εγγράφων. Ουσιαστικά, ήταν η συνεκδίκαση τριών κακουργημάτων, της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα, της απόπειρας δολοφονίας των Αιγυπτίων αλιεργατών και της απόπειρας δολοφονίας των συνδικαλιστών του ΠΑΜΕ καθώς και της κατηγορίας για εγκληματική οργάνωση.

Η τελευταία κατηγορία αφορούσε το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες εγκληματικές ενέργειες τελέστηκαν στο πλαίσιο δράσης της Χρυσής Αυγής κατά τρόπο ιεραρχικό και οργανωμένο και όχι ως αυτόβουλες ενέργειες κάποιων μελών της οργάνωσης.

Το πώς φτάσαμε στη δίκη δεν αφορά απλώς τον τρόπο που η δολοφονία του Παύλου Φύσσα έφερε τόσο τη δικαιοσύνη όσο και το πολιτικό σύστημα να αναμετρηθούν με τις ευθύνες τους και να σταματήσουν να υποτιμούν τη δράση μιας εγκληματικής οργάνωσης. Ήταν και το αποτέλεσμα της δράσης του αντιφασιστικού κινήματος, ιδίως από τη στιγμή που η ναζιστική οργάνωση, ενισχυμένη από τα εκλογικά αποτελέσματα δοκίμασε να κάνει πράξη ακόμη πιο επιθετικά την ιδεολογία της.

Η δράση αυτή του κινήματος όχι μόνο πίεσε αντικειμενικά να υπάρξει η δίωξη και η παραπομπή αλλά και μέσα από την παρουσία της πολιτικής αγωγής συνέβαλε αποφασιστικά στη συγκέντρωση υλικού και στην εξέλιξη της ίδιας της δίκης.

Η κατάρρευση της προσπάθειας υπεράσπισης του «αρχηγού»

Μέσα στη διαδικασία της δίκης και με την ίδια τη Χρυσή Αυγή να είναι σε αποδιάρθρωση έγινε συστηματική προσπάθεια να διαμορφωθεί ένα τοίχος «προστασίας» του αρχηγού. Αυτό φάνηκε στις καταθέσεις του Παναγιώταρου και του Κασιδιάρη που προσπάθησαν να υποστηρίξουν ότι η οργάνωση δεν είχε σχέση με τις επιθέσεις που περιλαμβάνει το κατηγορητήριο και ότι μάλιστα τις είχαν καταδικάσει και είχαν διαγράψει τους υπευθύνους.

Η προσπάθεια κατέρρευσε από την απολογία Μίχου που διέψευσε τους ισχυρισμούς του Μιχαλολιάκου και παρουσίασε την εικόνα μιας αρχηγικής οργάνωσης όπου οι αποφάσεις παίρνονταν από τον αρχηγό ο οποίος κιόλα διαχειριζόταν και τα οικονομικά με αδιαφανή τρόπο. Ο Μίχος μάλιστα θα επιμείνει ότι υπήρχε πλήρης επίγνωση στην ηγεσία της Χρυσής Αυγής για το τι είχε γίνει τη νύχτα της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα στο Κερατσίνι στις 18 Σεπτεμβρίου του 2013.

Η εκλογική ήττα και η πολιτική κατάρρευση

Η Χρυσή Αυγή εκτινάχθηκε στο πολιτικό προσκήνιο στις εκλογές του 2012. Μια οργάνωση που για χρόνια θεωρήθηκε περιθωριακή εντός της ελληνικής ακροδεξιάς βρέθηκε να έχει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Συνέβαλε σε αυτό μια πρωτόγνωρη πολιτική κρίση.

Η Χρυσή Αυγή εξαρχής έδειξε ότι δεν ήθελε να είναι απλώς ένα ακόμη ακροδεξιό πολιτικό κόμμα που θα σταδιακά θα δοκίμαζε να ενσωματωθεί στο πολιτικό παιχνίδι, παρότι διάφοροι κύκλοι θα εξετάσουν και αυτό το ενδεχόμενο. Η Χρυσή Αυγή ήθελε να είναι όντως το κόμμα των «ηττημένων του 1945» που θα επέστρεφαν. Γι’ αυτό και επέμεινε ακόμη
περισσότερο και μετά την είσοδο στο κοινοβούλιο στη στρατηγική της «κατάληψης εδάφους» στις γειτονιές και της επίδειξης βίας.

Αυτό εξηγεί τον οργανωμένο χαρακτήρα με πολιτική απόφαση των δολοφονικών επιθέσεων. Η Χρυσή Αυγή θα διατηρήσει την κοινοβουλευτική της παρουσία στις εκλογικές μάχες που ακολούθησαν τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, παρά την τεράστια κατακραυγή που προκάλεσε η συνειδητοποίηση του χαρακτήρα εγκληματικής οργάνωσης που είχε.

Όμως, σταδιακά άρχισε να φθείρεται η επιρροή της. Σε αυτό θα συμβάλει αποφασιστικά και η δίκη που θα γκρεμίσει τον όποιο «μύθο» προσπάθησε να καλλιεργήσει η ναζιστική οργάνωση για τον εαυτό της. Σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων της γύρισε την πλάτη. Στις βουλευτικές εκλογές του 2019 η Χρυσή Αυγή έμεινε εκτός Βουλής.

Θα ακολουθήσει μια ταχεία αποδιάρθρωση της οργάνωσης. Ο ευρωβουλευτής Λαγός θα ανεξαρτητοποιηθεί εξαπολύοντας κατηγορίες κατά της πλευράς Μιχαλολιάκου, τα γραφεία της οργάνωσης άρχισαν να κλείνουν το ένα μετά το άλλο και τα πράγματα κάθε άλλο παρέπεμπαν στη «στιβαρή» εικόνα που ήθελαν να προβάλουν. Η εικόνα των απολογιών απλώς
ολοκλήρωσε το παζλ.

Ο φασισμός είναι ακόμη εδώ

Η Χρυσή Αυγή δεν είναι πια αυτό που είναι. Τυχόν καταδίκη της ηγεσίας θα την αποδιαρθρώσει ακόμη περισσότερο. Ούτως ή άλλως φάνηκε ότι δεν μπορούσε εύκολα να λειτουργήσει χωρίς τις διευκολύνσεις που εξασφάλιζε η παρουσία στη Βουλή. Όμως, κάθε άλλο παρά ξεμπερδέψαμε με το ζήτημα του φασισμού στην ελληνική κοινωνία.

Ακραία εθνικιστικά και ρατσιστικά αντανακλαστικά εξακολουθούν να υπάρχουν σε τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, όπως διαπιστώνουμε και το τελευταίο διάστημα με τις αντιδράσεις σε τοπικό επίπεδο για το προσφυγικό. Μέρος του εκλογικού σώματος εξακολουθεί να αναζητά φορείς που να εκπροσωπούν μια ακροδεξιά τοποθέτηση.

Η κρίση εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα αλλά και προς μορφές του μαζικού κινήματος μπορεί να γεννήσει το έδαφος ξανά για τη μαζικοποίηση τέτοιων ρευμάτων. Η
απήχηση ακροδεξιών ιδεολογιών σε μέρος των σωμάτων σφαλείας παραμένει ενεργό πρόβλημα, ακόμη και όταν δεν συζητιέται.

Για όλους αυτούς τους λόγους η πραγματική πάλη κατά του φασισμού δεν σταματά με την δίκη και καταδίκη της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής. Οφείλει να είναι καθημερινή υπόθεση.
Είναι το χρέος μας απέναντι στη μνήμη του Σαχζάτ Λουκμάν και του Παύλου Φύσσα. Είναι η υποχρέωση απέναντι σε όσους υπέστησαν τη βία της Χρυσής Αυγής. Είναι το καθήκον για να μην ξαναγυρίσουμε σε σκοτεινές εποχές.

Γράψτε το σχόλιό σας